`

ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟ

Μεγάλα λόγια σαν σπάσιμο γυαλιού ξεθύμαναν στις πλατείες
Κατάφωρη παραβίαση των κανόνων δόμησης του ήλιου
Πλεκτάνη η αγάπη σου με θραύσματα χιονιού
Ανέκοψε τη σταθερή πορεία μου προς τον ουρανό.
Η νύχτα πια έχει το σχήμα του χταποδιού
Που εκτοξεύει μελάνι και βιτριόλι στα μάτια.

Ακούμπησα σε μια σκιά, παρά πόδα κρατώντας τη θλίψη
Αγκάλιασα το θάνατο καθώς επέστρεφε απʼ τη συναγωγή
Το όπλο εκπυρσοκρότησε και μοναξιές γέμισε το δωμάτιο
Δεν ήταν όλες δικές μου – κι η άνοιξη είχε συμμετοχή.

Αράδιασα στο τραπέζι απαρχαιωμένες μνήμες
Έκανα τόπο να περάσει το άρμα της τύψης
Υποχρέωσα το παρελθόν να οριοθετήσει το άπειρο
Που κρύβεσαι τους χειμωνιάτικους μήνες.

Έξω απʼ το παράθυρο το μέλλον έπαιζε φυσαρμόνικα
Μετρώντας από τώρα τους δικούς του νεκρούς.

`

*

ΘΝΗΤΟΣ

Κι αν ακόμη μιλώ σε τυφλούς
Δεν ακούω πια τα χρώματα
Αγγίζω τη σκληρότητα του ανέμου
Γεύομαι μπαγιάτικες μυρωδιές
Κι αναπνέω μόνο πικρές σκέψεις.

Παρά ταύτα
Έχω δικαίωμα να πεθάνω ελεύθερος
Μη μου στερήσετε αυτή την τιμή
Θέλω νʼ αφήσω διαθήκη ένα χαμόγελο
Κι ένα σκύλο νʼ ακολουθεί την κηδεία μου
Μια κρύα μέρα με πολλά σύννεφα.

Αν θεωρήσετε ότι δε σας έβλαψα
Δώστε μου μια δεύτερη ζωή
Εγώ πάντα ο ίδιος θα είμαι
Την οροφή του κόσμου
Θα συντρίβω μεσάνυχτα
Και μετά θα πηγαίνω για ύπνο
Κάνοντας τον ανήξερο
Και ρίχνοντας το φταίξιμο
Στα τραύματα της παιδικής ηλικίας.

Άλλωστε
Πολλές γυναίκες με ακολούθησαν
Λίγες με αγάπησαν
Και μόνο μία
Πρόφερε σωστά τʼ όνομά μου.

Καλές οι κραιπάλες
Καλύτερες οι μοναξιές
Μα τίποτα δε θα με σώσει
Απʼ τα δόντια του χρόνου.
Μαζί θα κοιμόμαστε
Μαζί θα ξενυχτάμε
Αλλά στο τέλος
Αυτός θα κλείσει πρώτος το φως.

Πρέπει να φύγω τώρα
Να προλάβω να σώσω τη θάλασσα απʼ τη φωτιά
Γιατί δε θα υπάρχει πια καιρός να μετανοήσω
Αφού στις δώδεκα θα ξαναγίνω θνητός.

`

*

ΑΛΛΑΓΗ ΡΟΛΩΝ

Την Ποίηση τη βρήκαμε, δε μας βρήκε.
Γιʼ αυτό με ευλάβεια την υπηρετούμε
Φροντίζοντάς την σαν μικρό παιδί:
Την κρατάμε απʼ το χέρι να μην πέσει
Μιλάμε χαμηλόφωνα στα φωνήεντα
Για να μην πνιγούν στο πηγάδι με τις κραυγές
Τα σύμφωνα τα στολίζουμε με ωραία ρούχα.
Όταν αρρωσταίνουμε εκείνη μας αγκαλιάζει
Όταν πενθούμε γίνεται ήλιος.

Τα πρωινά κοιτάζεται στον καθρέφτη αχτένιστη
Βάφει τα χείλη της με χρώματα της αυγής
Μετά ανεβαίνει στο σύννεφο και δραπετεύει.
Ο δάσκαλος τη μαλώνει που είναι αδιάβαστη
Στα διαλείμματα παίζει με τις σκιές
Τα μεσημέρια ποτέ δεν πεινάει
Περιμένει τʼ απογεύματα να χορτάσει δειλινό
Και τα βράδια, κλεισμένη στο δωμάτιο
Φτιάχνει ομπρέλες για το χειμώνα.

Κι όταν πια γεράσουμε
Στα γόνατά της θα μας παρηγορεί
Συνοδοιπόρος στις δύσκολες ώρες
Χαϊδεύοντας με λέξεις τους φόβους μας.
Και τη μέρα του αποχωρισμού
Ίσως να είναι η μόνη που θα κλάψει…

`

*

ΠΕΡΙΤΥΛΙΓΜΑ

Σε μια κόλλα χαρτί τύλιξα τη ζωή μου
Ανάξιοι έρωτες, ληγμένες χαρές
Δολοπλοκίες σε σχήμα καρφιού
Ρητορικές κορόνες χωρίς ακροατήριο
Επαμφοτερίζουσες συμπεριφορές
Στα όρια νευρικής κρίσης.

Κι όταν φτάνεις σε μια κρίσιμη ηλικία
Λες πως δεν ήσουν ποτέ αυτός
Που σκότωσε την άνοιξη
Μια παρεξήγηση με τον καιρό
Μια ειλημμένη απόφαση αιώνων.
Κι όταν φτάνεις στα πρόθυρα του τίποτα
Με ματωμένες γάζες στο μέτωπο
Αναρωτιέσαι σε ποιον πόλεμο πληγώθηκες
Με ποιον πλάγιασες στο βρόμικο κρεβάτι
Κι αν κατέβασες εσύ πρώτος το διακόπτη.

Δεν έχει μεσότητα ο θάνατος
Είναι ένα απότομο φρενάρισμα στη στροφή
Μια ανεξέλεγκτη πτώση στο κενό

Κι η ζωή το περιτύλιγμά του.

`

*

ΑΠΟΛΙΣ

«…ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν
ἢ μηδὲν δεόμενος δι᾽ αὐτάρκειαν
οὐθὲν μέρος πόλεως,
ὥστε ἢ θηρίον ἢ θεός…»

Αριστοτέλη «Πολιτικά»

Παίρνει τους δρόμους τα μεσάνυχτα
Εκφυλισμένος άνθρωπος ή θεός
Ανεβαίνει την ανηφόρα τʼ ουρανού
Σκοντάφτει στην μήτρα της μάνας του
Χίλια χρόνια έγκλειστος σε μια σπηλιά
Πιόνι μιας ανελέητης μνήμης
Καραδοκούν οι σάλπιγγες του τέλους
Κι αυτός μʼ ένα σουγιά στο χέρι
Κάνει καισαρική τομή στο φεγγάρι
Χιλιάδες αστέρια πετάγονται απʼ την κοιλιά
Σαν κάφτρες από αναμμένα τσιγάρα
Βγαίνει κι αυτός τελευταίος ασθμαίνοντας
Κρατώντας τώρα ένα μπαστούνι.

Χίλια χρόνια μόνος στη γη
Σε μια καθημερινότητα για γερά στομάχια
Καπνίζει απαγορευμένα όνειρα
Την ώρα που στον πάνω όροφο γλεντάνε
Φωτογραφίζεται με την απώλεια
Πλήρης ενσωμάτωση του πόνου
Κι ο θάνατος έξω απʼ το καφενείο
Μοιράζει προσκλητήρια νομιμοφροσύνης.
Ζωή σαν παρακέντηση μαστού
Πυρακτωμένο σίδερο στις στάχτες της κόλασης
Εκσκαφείς τεράτων βεβηλώνουν τη σκέψη του
Κι αυτός ακουμπισμένος σʼ ένα τετράστιχο
Πίνει το νέκταρ της άγουρης νιότης.

Δεν έχει τίποτα δικό του, μα είναι αυτάρκης
«ὥσπερ καὶ ὁ ὑφ᾽ Ὁμήρου λοιδορηθεὶς
ʽʼἀφρήτωρ ἀθέμιστος ἀνέστιοςʼʼ».