[author]Του Κώστα Ρεούση[/author]
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής, #4: «Η φιλοχρήματη αγαρμποσύνη των ερίφηδων»
Των Κώστα Ρεούση & Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκω©ίας
Είναι όταν η ευστροφία ενός ποιητή εκλαμβάνεται ως μειονέκτημα από διαλεγόμενους -άσκοπα και με υπεροπτικό συντονισμό- κατσαπλιάδες, σʼ ένα προδιαγεγραμμένο παιχνίδι επιβολής κατασταλαγμένων απόψεων με την αιγίδα του δικαστή πʼ αδυνατεί νʼ αντιληφθεί τη θεϊκή προέλευση του όντος. Μία διαλεκτική τεκμηρίων που σχολαστικά διατρανώνεται από, κυρίως, πανεπιστημιακούς δασκάλους εγνωσμένου κύρους. Αλλά, πώς να μη συντρίψεις τη στειρότητα των λεχθέντων δείχνοντας διάφανα έως λευκά τη μυστική προέλευση της εμπνεύσεως.
Είναι δυστύχημα να προσπαθεί ένας γραφιάς να εξηγήσει τα κείμενα που ήδη είναι εκτεθειμένα. Είναι, βέβαια, δύσκολο να τʼ αποφύγει. Κι όταν ακόμη φανερώνει τʼ ανεξήγητο υπόκειται, μέσα από βασανιστήρια μαρτυρικά, στην άγαρμπη παρερμηνεία από φιλοχρήματους ερίφηδες.
Αξίζει να παραθέτει κανείς, καμιά φορά, τον πομπώδη αυτόχειρα Περικλή Γιαννόπουλο: «Η αέναος καθημερινή αλλαγή και αναστάτωσις όλων των κλάδων, το απομπέρδευμα, αποτρέλλαμα, αποσκοτάδιασμα, απολαβυρίνθωμα του κάθε τινός, η προϊούσα βαβυλωνία και σύγχυσις γλωσσών, μυαλών, ιδεών, πραγμάτων, πετρών, η προϊούσα διάλυσις, ξεκάρφωσις, διαρπαγή των πάντων και η καλπάζουσα φθίσις χαρακτήρων, καρδιών, μυαλών και ψυχών. Και υπέρ τον κονιορτοστρόβιλον των εκτυφλωτικών και αποπνικτικών σκουπιδιών αυτών, η ζαλιστική και λειποθυμιστική φωνή, των τενεκεδοκέφαλων και σαριδομυάλων ρητοροκοκκόρων φωνασκών.».
Χασάπηδες που χάσκουν μες στο χαμόγελο μιας κατασκευασμένης αξιοπρέπειας. Συμφωνίες παρασκηνιακές μες σε αντίσκηνα που στάζουν πικρόχολα άτιμο χρυσάφι. Με το στανιό να γίνεις έμπορας του χείριστου του επαγγέλματος ʽʽδουλευταράʼʼ, του νέου Σάιλοκ Κυπρίου. Ή υποτακτικά να σέβεσαι, δήθεν, την ευρυμάθεια μετασχηματισμένων αφεντικών, μη χάσεις τη δουλειά σου.
Ένα κράτος οχυρωμένο στη δημοσιονομική του βαναυσότητα, στην απάθεια των κυβερνητικών του υπαλλήλων και στην αβελτηρία των μηχανισμών του. Ένας ιδιωτικός τομέας ανεξιχνίαστων καταπατήσεων και εγκλημάτων με τη συνδρομή χαρτόμουτρων συντεχνιών. Μια πάνδημη αγένεια περιβεβλημένη τη σιωπή ιχθύος. Πολυμαθείς αμάθητοι στον καθρέφτη της μνημονικής τους αμνησίας. Γραμματικοί αγράμματοι, διαβασμένοι αδιάβαστοι, πολυτεχνίτες άτεχνοι κι άμουσοι προσκυνητές ανύπαρκτων μουσών/μουσώνων. Πολιτικοί κανάγιες, ιδεολόγοι σουβλιστές και ψηφοφόροι πολύχρωμοι. Ήτοι λυκοφιλίας το ανάγνωσμα.
-Να σας κάτσει το κόκαλο, φιλανθρωποφάγοι, στο λαρυγγοφάρυγγα και να σας γδάρει.
Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Ιανουάριος 2016











Μόνο μια διαφωνία, σχετικά με τη θεϊκή προέλευση του όντος. Από που κατοχυρώνεται; Η δελφική χρησμολογία είναι προσφιλής σε όσους αγνοούν ότι οι Πυθίες ήταν επιληπτικά κορίτσια…
Μια χαρά τα λες Κώστα. Πολύ χαίρομαι για τη δύναμη της ειλικρίνειάς σου. Καλό βράδυ!
Μία ένσταση μεγάλης ή μικρής σημασίας. Θα προτιμούσα να δω την οργή και την αηδία να μεταφέρονται σε ποίημα και όχι σε πεζό κείμενο. Αλλά για αυτό, βέβαια, αποφασίζει ο ποιητής.
Εύστοχο το κείμενό σας κύριε Ρεούση και καθότι βιωμένο, πέρα για πέρα αληθινό. Κάποια στιγμή κάποιος πρέπει να μιλήσει για την ποιητική γενιά της Ανεξαρτησίας δηλαδή για όσους Κύπριους πρωτοδημοσίευσαν ποιήματα τους τη δεκαετία του 1960 μέχρι τα μέσα και του 1970. Είναι οι άνθρωποι που σκύλευσαν με τα γραπτά τους τον πόνο και την προσφυγιά της τουρκικής εισβολής. Σχεδόν ούτε ένα ποίημα της προκοπής δεν κατάφεραν να γράψουν. Αυτό εξαιτίας της ανύπαρκτης και ουσιαστικής καλλιέργειάς τους. Οι πλείστοι ποτέ δεν διάβασαν γιατί δεν είχαν τον απαραίτητο χρόνο τρέχοντας στους πολιτικούς διαδρόμους και ζητώντας να αξιοποιηθούν. Μωροφιλόδοξοι, τερατωδώς ατάλαντοι,αριβίστες επαναλαμβάνω με ηθική επιπέδου κατσαρίδας με καλά μεταμφιεσμένη πόζα προκειμένου να ξεγελάσουν τους αδαείς λυμαίνονται τον τόπο όσο ποτέ πριν καμιά άλλη γενιά. Να μας ζήσουν να τους χαιρόμαστε!
“Πάνδημη αγένεια, πάνδημη αγένεια, πάνδημη…” ως το πλέον θλιβερό το επαναλαμβάνω, όπως θα έκλαιγε κανείς η χώρα πεθαίνει, πεθαίνει η χώρα…
Χαίρομαι την ψύχραιμη οργή σου κ Ρεούση.