Μεταμεσονύχτια Ι

Αυτός πού θα έρθει την αυγή
θα είναι
ένα ήπιο ράπισμα δροσιάς
σε έρημες κατακόμβες,
ένα βουητό
από χίλια οκνά μοσχάρια
σε λασπωμένο
όξινο οροπέδιο,
ένα τροχιοδεικτικό
ακίνητης νύχτας
πού εισχωρεί
στο ιξώδες
της περισυλλογής
σαν τα αδηφάγα
γυναικεία βλέμματα
μεσημεριανών πάρκων.
Αυτός πού θα έρθει την αυγή
θα είναι νεύμα
στο πεδίο της ανυπαρξίας
ένα κάδρο πού καρφώσαμε
χθες βράδυ
στο γυμνό τοίχο
εις πείσμα
των ημιθανών ερώτων μας,
κάπως πριν δαγκώσουν
την υπέρτατη πλήξη τους
τα οξειδωμένα μας χείλη.

– Σαν να πέρασε ο κεραυνός
πάνω απʼ τα πτώματα μας
και μείς μείναμε εκεί
ανεκτέλεστοι
μέσα στα πανωφόρια μας
έχοντας βαδίσει τα σούρουπα
της έσχατης εφεδρείας μας
ανέστιοι των κίτρινων
βιομηχανικών τοπίων,
σαν να μας πέταξε το σύννεφο
κόκκινη φωτοβολίδα
στον κοιτώνα
εφηβικής αμεριμνησίας
και μείς φανήκαμε
αμβλύωπες
στον καταιονισμό των εφηβαίων
την στάσιμη νύχτα
το εξορυγμένο άστρο,
τα λεηλατημένα κοντέϊνερς
στο ζύγι
μιας καυτής ανάσας
πού πνίγεται
στα πειράγματα των ναυτόπαιδων.

Αυτός πού θα έρθει την αυγή
θα είναι φευγαλέος
σαν μια παραλλαγή
του είναι
είναι αυτός
πού θʼ ανοίξει τα μάνταλα
για να ξεβραστούν τα ιζήματα
μιας κοσμοχαλασιάς
απόβραδο της Ypanema.

– Είναι αυτός
πού βρέχει νοτιάδες
θανατερούς
μια άνυδρη συνοικία
σε κατάσταση πολιορκίας
και ακουμπά
με μια ρανίδα θανάτου
τις χαρούμενες παραλίες
του Ιουνίου,
είναι αυτός πού στο φρέαρ
των αναγωγών
με γυρίζει στο συνειδός
του σαρκώδους
εδώ αυτή την στιγμή
πού λιώνω ένα κερί
σε καταποντισμένο
promontorio.

Είναι γιατί θέλω
την έσχατη ανατροπή
στο προκαθορισμένο
δρομολόγιο
των περιπάτων,
των ταξιδιών,
των ατελεύτητων αφηγήσεων,
των θορύβων
μιας μικροαστικής μέρας
μέσα στην ανωνυμία
των μεταλλάξεων,
ή την επίφαση μιας ανάτασης
στο περιθώριο
της ανυπαρξίας.

Αυτός πού θα έρθει την αυγή
έχει το κόκκινο
μιας γλυκιάς μεταίσθησης
και την έωλη ώρα
των πρωϊνών της Καραϊβικής
είναι το ίδιο το προσκέφαλο
της αγρύπνιας
τις ποδοβολημένες νύχτες
των κλειστών παραθυρόφυλλων,
είναι ο πού υπήρξε
σαν ίσκιος στα μονοπάτια
της μοιραίας του
αποξένωσης,
το γλυκό χαμόγελο ακέριο
της αντρίκιας παλάμης
την ώρα του αποχωρισμού,
ο πού υπάρχει
σαν απαντοχή αχυροκαλύβας
φιδίσια μέρα
πού ξερνά μάγμα
τα τοξικά απόβλητα
της μικρής ιστορίας της.

– Το πρόσωπο του είναι διάφανο
σαν την εσθήτα
νεοπαγούς νεφελώματος
και οι δρόμοι του
ερεβώδεις
σαν τα βήματα
του Ερχόμενου.

Μεταμεσονύχτια II

Για εκείνα τα τοπία
πού τα διλήμματα αναιρούνται
από την απλότητα της σιωπής
τα μεσημέρια των κάβων
για τις σκιές πού δεν είναι
παρά το άλλο πρόσωπο
μιας ανελέητης Bacchanalia
κατάγναντι στον ήλιο
για τα δυο κίτρινα κεριά
πού λιχνίζουν τον ίσκιο τους
μπροστά στο πεπρωμένο
σαν σε αφίλητο νεκρό.

Για τον ανήνεμο θάνατο
τις νύχτες των παραθύρων
πού γλυκαίνει τον ύπνο
χωρίς τα συμμετρικά του
αντερείσματα.
Για την καταφυγή
χλωρών στεναγμών
χωρίς την παραμυθία
ελλιμενισμένης Κιβωτού.

Για το οφιοειδές κλιμακοστάσιο
πού μας οδηγεί στον άλλο μας εαυτό
τεμαχισμένο στα άκρα
αλλά βραδυφλεγή
σαν χαραυγή
μιας βίαιης αναπαράστασης
κυανής κρεβατοκάμαρας,
για τον γυμνό νεκρό
πού δεν μάθαμε τʼ όνομα του

παρά την σιωπή του απέριττου
στην γεωμετρία των φρυδιών του
για το ποίημα πού παραλλάσσεται
και αναβάλλει το τέλος του
όσο υπάρχει ένας καθρέφτης
κιʼ ένα μαύρο προσωπείο
πού μασά ετοιμόρροπα φεγγάρια
και φαλακρά εφηβαία.

Για το πλήθος
πού φωλιάζει στην ανωνυμία του
από μια μήτρα
σοδομισμένων μεταλλάξεων
για τις κραυγές και τους ψιθύρους
πού γίνονται εικόνες
αναζητώντας
το αντισυμμετρικό τους είδωλο
για τα πουλιά πού έγιναν κραυγές
πάνω από ακρωτηριασμένες μνήμες
και ξεραμένα αίματα
για τις νύχτες
του Λένιν και του Στάλιν
πού πότισαν ερυσίβη
το χέρσο χωράφι
της αγρύπνιας μας
για τον καταιγισμό
ιονισμένων πεδίων
πού ακυρώνουν το γλαυκό
αιώνιας γαλήνης
για τις δυο μέλισσες τον Αύγουστο
πού ζουζουνίζουν το καύκαλο
ημιτελών υποθέσεων
για το ήσυχο θρόϊσμα
των διαλόγων της αγωνίας

και το αγόρι με το άσπρο σκιάδιο
πού βλέπει
στο κοίλο της γαλήνης
ένα σταυρό αλεξικέραυνο
της ακούσιας εξορίας του.

Για το μπακίρι στου νοτιά
τα ύφαλα
για τον κρόκο της κορασιάς
της ανεμογέννητης,
και τʼ αχυρένιο σύννεφο
πού κατέβασε
μαύρα κορμιά
από του άτρεπτου πολικού
σελαγισμένο κατάρτι
του κόσμου.

Για το παράδοξο αποτύπωμα
του χρόνου-σαν-σκιά
πού αμαυρώνει
το ρέμβασμα
μονήρη μεσήλικα,
για τις κουρτίνες
πού επικυρώνουν
μια επαφή-σαν-συνήθεια
σε μωβ ιριδισμούς
ανεπίκλητου κάρμα
για τον πού τσιμπολογάει
ρώγες τα νέφη
πάνω σε εφηβικά φρύδια
και στα ιστία των στεναγμών του
κεντάει αρμονικούς
για τις εκλάμψεις του τίποτα.

Για το άστρο
μιας καθηλωμένης αυγής
πού απιθώνεται
στα ξεκούδουνα φεγγάρια
των μυημένων
για το αστέρι
πού πέφτει
σε βουβό ακρογιάλι
να συναντήσει
εύολβους λειμώνες
δυο ζευγάρια
πράσινα μάτια
πού σιγοκαίνε
το λιγοθυμικό καντηλέρι τους
γιʼ αυτούς πού ακούνε
ποδοβολητά και βρισιές
σε αρκτικά μετέωρα
δώματα πολιού ενυπνίου.

Για τα νυχτερινά χνώτα
στο οδόφραγμα της επανάστασης
και το πρωϊνό ανεμολόϊ
τσακισμένων αγαλμάτων
για το φιλί πού γίνηκε
ανεμοταγισμένο στερνοπούλι
στα χαμηλωμένα φώτα
του αστερισμού
– όταν γυρεύουν
το μερτικό τους σε αίμα
τα καρακόλια της αυγής –
για το σύννεφο ψυχοπομπό
στην αραθυμιά του ήλιου
και τις γυναίκες πού ριπίζουν

τις έξεις τους
κοντολογίς
καλοκαιρινού αγεριού.

Για κείνον πού βλέπει
σʼ ένα λειμώνα μελεαγρίδες
φιδοκέφαλα κεντημένα
στο σάβανο της ανυπαρξίας του
γιʼ αυτόν πού σε μια αδραξιά
λιοπύρι αμμοψηφίδες
βλέπει το υπεριώδες ίχνος
του χαμού του
γιʼ αυτόν πού πιάνεται
απόʼ να βράχο κοπίδι φασκομηλιές
καταμεσίς του ιλίγγου
και γεμίζει μπλε του αρχιπελάγους
τα εωθινά του ενδιαιτήματα
γιʼ αυτόν πού βλέπει
ένα διάλειμμα
εύολβης ουρανοδρομίας
στα περιττώματα
σκυλίσιας μέρας,
γιʼ αυτούς πού ανάβουν το φυτίλι
της δικής τους αναίρεσης
και καίγονται εφτά φορές
στο σφραγισμένο παραπόρτι
του κόσμου.

Μεταμεσονύχτια III

Ένα μπράτσο-τατουάζ
σφίγγει τʼ αχαμνά
τα νωχελικά δειλινά της Malecon
κιʼ ένα μπουκέτο connoisseurs dʼ art
γεύονται ένα μοιραίο καλοκαίρι
σαν σεκάνς καταιγίδας
στον κίτρινο Mekong.

Μεταμεσονύχτια IV

Υγρή καταχνιά
στην κρεβατοκάμαρα
ξενοδοχείου, στύλ art-deco,
– 11ος όροφος. –
Και μια πνοή τροπικής αύρας
να γλυκαίνει
τρία στοιχειωμένα όνειρα
αυγουστιάτικου μεσημεριού,
τα ακρινά
δυο ροζιασμένοι σταυροί
πού κρέμονται τʼ άντερα μου
εκείθεν των παραισθήσεων
το μεσαίο
μια μέδουσα
πού τυλίγεται στο κρανίο μου
με την αρπαχτική διάθεση
λατίνας ερωμένης.

Μεταμεσονύχτια V

Στις 12 παρά ξύσμα απειροστού
ανοίγει το κλείστρο στη χαραμάδα
ίσια για το μάτι του Μονόκερου,
στις 12 ακριβώς
δυο ισοϋψή αντηχεία
τραυλίζουν τις ακατάληπτες συλλαβές
των παλμών του Αιγόκερου.