Σχεδόν ζωή

οι νεκροί μου ζουν
στη φορμόλη
διασχίζουν κάθετα τις μέρες
με πυροβολούν ωμή πραγματικότητα
φυτρώνω πόδια στην αυλή τους
φοβάμαι να μεγαλώσω

εφευρίσκουν τρόπους αυτοί

σκηνοθετούν θνησιγενείς αναχωρήσεις
στη νύχτα
συναλλασσόμαστε με το ανέφικτο
τα κέρματα λιγοστά
-έχει αλλάξει τελευταία η αριθμητική
των ανοιχτών πεδίων-
μετράμε δάχτυλα κόκκαλα μνήμες
όλα λειψά
συναρμολογούμε κάθε πρωί ελλείψεις

πιο κει η ζωή έχει γεύση φύλλου
που σαπίζει στο χώμα

Ενύπνιο

στη νύχτα θα μπούμε
με πόδια γυμνά
θα φυτρώνουν αγκάθια
στους βολβούς των ματιών μας
το μυαλό μας θα λιώνει
σε τοίχους με χρώματα
ένας σκύλος θα γαβγίζει σε τέλειο ανάπαιστο
θα είμαστε ήδη νεκροί
τυλιγμένοι σε φύλλα
από δέντρα

στη νύχτα θα μπούμε
από περάσματα άδεια
που οδηγούνε σε σώματα
Παύλου Μελά Λασσάνη Προξένου Κορομηλά
σε πολιτείες ανυπόταχτες θα απλώσουμε
την πραμάτεια μας
ένα άδειο κουφάρι από κάποτε δέρμα
γάμπες γόνατα κνήμες
φλέβες χεριών
σε τιμή ευκαιρίας

στη νύχτα θα μπούμε
μετέωροι
ξένοι
που πουλάνε στιγμές στο δρεπάνι του χρόνου

από τη νύχτα θα μας βγάλει
μια σφαίρα
καρφωμένη
στα σπλάχνα της μέρας

Οδηγίες πλεύσεως για γιορτινές ημέρες

το πένθος τις γιορτές
ένα στολίδι στο αθέατο κλαδί του δέντρου
ένα ντο μιας παιδικής φωνής που λέει τα κάλαντα
το καρουζέλ το βράδυ με τα φώτα
ένα αχνιστό ψωμί που μύριζε βούτυρο και κανέλα

δείξτε τη δέουσα προσοχή
ενόσω επιδίδεστε σε γιορτινές συνήθειες
τοποθετήστε με επιμέλεια -και προπαντός δικαιοσύνη-
τα λαμπιόνια στο δεντράκι
αποφύγετε μελωδικές φωνές με ήχους άλλων εποχών
προτιμήστε αντί πολύχρωμα αλογάκια παγοδρόμια
-υπάρχει πάντα εκεί το ενδεχόμενο της πτώσης-

και προπαντός φουρνίστε μόνοι τα ψωμιά σας
δίχως καρυκεύματα πολλά
-το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί
σε αθώα αντικείμενα-
έχετε έτσι πιθανότητες να αποφύγετε
τη βίαιη πρόσκρουση μαζί του

(πάντα υπάρχουν άλλωστε και οι Κυριακές)

Πατριδογνωσία

έζησα σε κέλυφος αυγού
χωρίς αμνιακό υγρό
δίχως ομφάλιο λώρο
έτσι δεν έμαθα ποτέ τη σημασία
του ρήματος κόβω
–παρτίδες με το παρελθόν
τις εμμονές μου
τα νύχια μου που μεγαλώνουνε
καθώς ενός νεκρού μετά τον θάνατό του-

ο μπαμπάς ταξίδευε σε μια χώρα
με ένρινα και υγρά
-ξεχνάω πάντα τʼ όνομά της-
κι η μαμά άναβε κεράκια σε αγίους
με παράξενα ονόματα

εγώ μισούσα τις κούκλες
την ατσαλάκωτή τους τελειότητα
ζωγράφιζα μαύρα πουλιά
στα παιδικά τετράδια της μνήμης
και έπαιζα με κάτι μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
που όταν μεγάλωσα έσταζαν
αντί μελάνι
αίμα

Άνυδρο τοπίο

κάτι μέρες όπως αυτή
που η σήψη απλώνεται στην πόλη
ο αέρας μυρίζει φορμόλη
οι γάτες μαδάνε
στα πλακάκια της κουζίνας
εσύ χαμογελάς από τη λήθη
κι ο θάνατος με βγάζει στο σφυρί
για μιαν αυταπάτη βεβιασμένης ζήσης

το μυαλό μου εκρήγνυται σε κόκκους χρώματος
από την παλέτα σου στο υπόγειο
την ξεχασμένη

κάτι μέρες τέτοιες
θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη
να μουτζουρώσω βάναυσα το αδηφάγο λευκό

μα δεν έχω στάλα μελάνι
στον ουρανίσκο

Σύντομο βιογραφικό

Η Γεωργία Κολοβελώνη γεννήθηκε στα Τρίκαλα, όπου και ζει. Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Κατέχει δύο Μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών. Εργάζεται ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, καθώς και σε συλλογικούς τόμους. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ιστορίες με λυπημένη αρχή, Νέος Αστρολάβος /Ευθύνη 2012 και Μελάνι στον ουρανίσκο, εκδ. Μελάνι 2015.