«Μπορείς να μʼ αναζητήσεις, αλλά μη ζητάς να με βρεις. Κι αν έγινα αετός, το φίδι μέσα μας κατεργάζεται σκοτεινές διαδρομές».
Φανατικός πεζοπόρος, μάλλον δεν είδε ποτέ τις κορφές των βουνών που τόσο αγάπησε. Θολά περιγράμματα μόνο.
Ο ήλιος έξυνε τα μάγουλα της λίμνης στο Ζιλς Μαρία. Ξέγνοιαστοι τουρίστες μετέφραζαν την ανία του ελεύθερου χρόνου σε βήματα. Φυσούσε φαντάσματα, απʼ τον Μωυσή ως τον Τσέλαν.
Ταξιδεύεις πάντα στα βήματα άλλων. Ακόμα κι αυτές οι κορφές με τους πάγους που λιώνουν μπορεί… ίσως να σημαίνουν κάτι απʼ τις απολιθωμένες σκέψεις ενός θεού που πνίγηκε σʼ αυτή τη λίμνη.
Φυσούσε δυνατά. Ξηρός αέρας. Ποια η διαφορά ανάμεσα σε προφήτη και διασκεδαστή; Στις μέρες μας τουλάχιστον, καμία.
«Και συ αυτόχειρα ποιητή των στρατοπέδων εξόντωσης, κάτι έψαχνες εδώ. Την Αιώνια Επιστροφή του Αμετάβλητου».
Και φυσούσε μέχρι να πέσει ο ήλιος. Οι σκιές των βουνών αγκάλιασαν τα νερά. Τότε η λίμνη παραδόθηκε στʼ όνειρο ενός θεού πνιγμένου.
Χιλιόμετρα μακριά ομίχλη τύλιγε τον τρούλο της Παναγίας των Ανθών. Η ιστορία της ομορφιάς γράφεται καθημερινά, δεν έχει ανάγκη από χέρια ανθρώπων. Όπως την ώρα που χοντρές ψιχάλες χοροπηδούσαν πάνω στη στέγη του ραψωδού της Νέας Ζωής. Μοιάζανε να ψέλνουν το σονέτο των χαμένων στιγμών. Βρέχει στον Άρνο.
Ένας άλλος γνώστης των σκιών, ο αφροδισιολόγος Μπεν, ονειρεύτηκε πως περπατάει πλάι στη λίμνη, ταξιδεύει μετά στο Νότο, μέχρι την Αίγυπτο του Ρίλκε, κι όλα αυτά μέσα απʼ το μικρό του ιατρείο στο Βερολίνο. Οι δρόμοι της καρδιάς είναι πάντα ανοιχτοί. Αλίμονο στα προγραμματισμένα ταξίδια! Ικανοποιούν μόνο την περιέργεια βαριεστημένων ή άτολμων.
Βρέχει στον Άρνο. Κάπου βρέχει πάντα… ιδρώτα, δάκρυα, αίμα.
Τι είναι η καρδιά; Μια σταγόνα που πάλλεται. Ο άνθρωπος; Κυνηγός της συμφέρουσας άποψης. Ως να γίνει χρυσή βροχή η ελπίδα, μπορεί καθένας να χτίζει βωμούς στο μέλλον, να ταξιδεύει, για να γίνει εραστής του πρόσκαιρου, όταν δε βρίσκει άλλο αντίδοτο στην πλήξη.
Βρέχει στον Άρνο. Βρέχει ως το πρωί.
Λίγες μέρες πριν, καθώς σουρούπωνε, μια αχνή ανθρώπινη παρουσία με μπαστούνι στο χέρι κατηφόριζε μες στο δάσος, πάνω απʼ τη λίμνη του Ζιλς Μαρία. Λένε πως συμβαίνει το ίδιο κάθε χρόνο, στη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν πέφτει ο αέρας και οι σκιές των γύρω βουνών αγκαλιάζουν τη λίμνη. Κανείς δε ζητά να εξηγήσει αυτή την παρουσία, γιατί κατά βάθος όλοι ξέρουν περί τίνος πρόκειται. Θα σταματήσει μπροστά σε μια παλιά αγροικία, θα σπρώξει τη βαριά ξύλινη πόρτα και θα χαθεί μες στο σκοτάδι του θρύλου και των αναπάντητων ερωτημάτων της ζωής.
Νύχτωσε για τα καλά. Ένα τεράστιο γκρίζο φίδι ο Άρνος αργοσέρνεται ανάμεσα σε γέφυρες. Χιλιόμετρα μακριά ο Νίτσε υποφέρει από πονοκέφαλο και δε μπορεί να κοιμηθεί. Γράφει ακατάπαυστα πλημμυρισμένος απʼ το φως του πεπρωμένου. Χρόνια μετά, η αγροικία θα γίνει μουσείο, το χωριουδάκι των ψαράδων πλάι στη λίμνη τουριστικό θέρετρο, και ο Φιλόσοφος της Ζωής θα αναδειχτεί σε μια από τις πλέον επιδραστικές αλλά και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του 20ου αιώνα, του αιώνα των μαζικών εξοντώσεων.
Το ηρωικό ειδύλλιο του μισότρελου πρώσσου με τη λίμνη και τα βουνά του Ζιλς συνεχίζεται ως τις μέρες μας. Πλήθος προσκυνητών καταφθάνει τα καλοκαίρια εδώ, διοργανώνονται εκθέσεις και συνέδρια για τη ζωή και το έργο του, μελετητές φιλοξενούνται στα δωμάτια της ανακαινισμένης αγροικίας, τουρίστες εισβάλλουν στην κρεβατοκάμαρά του. Ψαράδες δεν υπάρχουν πια.
Ξημέρωσε και βρέχει ακόμα. Το ταξίδι των άστρων και των ανθρώπων δε σταματά πουθενά. Ζιλς Μαρία – Φλωρεντία – Αθήνα. Κουκίδες στον χάρτη της ανθρώπινης περιέργειας, ανεξάντλητοι προορισμοί. Το γήινο ανάγλυφο είναι διάσπαρτο από έμπνευση και πόνο. Και οι σκέψεις των ανθρώπων βουβές αστραπές, όπως τη μέρα λίγο πριν απʼ την καταιγίδα, τη στιγμή που ομίχλη τύλιγε τον τρούλο της Παναγίας των Ανθών.










