[author] Του Γιώργου Χριστοδουλίδη [/author]
Βλέποντας την ευρέως γνωστή φωτογραφία του Καμύ με το χτενισμένο μαλλί και το τσιγάρο στο στόμα, σκέφτομαι πως αν δεν σκοτωνόταν σε αυτοκινητικό στα 46 του, μάλλον θα πέθαινε από καρκίνο λίγα χρόνια αργότερα. Στην πραγματικότητα γνωρίζουμε τόσες λεπτομέρειες για τον Καμύ και κάνουμε και κάποιους συνειρμούς για τα πώς και τα αν του, αποκλειστικά επειδή ήταν ένας σπουδαίος φιλόσοφος, ένας τεράστιος συγγραφές, που καθόρισε την εποχή του και διαμόρφωσε προσωπικότητες και πορείες ανθρώπων που ποτέ δεν τον γνώρισαν. Επειδή κατάφερε να αγγίξει την αθανασία. Να υπάρχει παντού ενώ έχει εκλείψει. Καμία οριστικότητα δεν μπορεί να επιβληθεί της καταξιωμένης υστεροφημίας.
Διψούμε να μαθαίνουμε για τους σπουδαίους της τέχνης και της λογοτεχνίας, διψούμε να καταπίνουμε όποια λεπτομέρεια μπορούμε, λεπτομέρεια που δεν αφορά τη σπουδαιότητα του έργου τους, αλλά τις καθημερινές τους συνήθειες, τον τρόπο του βλέμματος τους. Θυμάμαι στο πανεπιστήμιο, ο καλύτερος καθηγητής (Σεργκέϊ Αλεξάντροβιτς Ποπόφ) ήταν για μένα εκείνος που ερχόταν στο μάθημα κρατώντας μικρές καρτελίτσες στις οποίες είχε σημειώσει , τι ρούχα επέλεγε να φορά ο Ρεμπώ, τι ώρα ξυπνούσε ο Τόμας Μαν, τι φαγητά ετοίμαζε στα ατέλειωτα τσιμπούσια που οργάνωνε ίσως ο πιο ερωτικός ποιητής που υπήρξε σε αυτόν τον πλανήτη, ο Πάμπλο Νερούδα.
Τον άκουγα με ανοικτό το στόμα και μετά ρούφαγα τα βιβλία τους με απείρως πιο μεγάλη αδηφαγία από τον αν δεν ήξερα την καθημερινότητα τους. Δυστυχώς κι αυτός, ο καθηγητής Ποπόφ, με ειδικότητα στην παγκόσμια λογοτεχνία, σκοτώθηκε αδόκητα και πρόωρα σε αυτοκινητικό δυστύχημα όπως ο Καμύ με τη διαφορά πώς το τραγικό συμβάν που τον σημάδεψε, το γνωρίζω εγώ, όσοι απέμειναν οικείοι και φίλοι του και ενδεχομένως κάποια παλιοί φοιτητές του. Τις συνθήκες θανάτου του Καμύ όμως τις γνωρίζουν όλοι. Διότι ο Καμύ δεν ήταν αφανής. Και τούτος ο κόσμος χρειάζεται τώρα όσο ποτέ όλο και περισσότερους Καμύ ή λιγότερο Καμύ. Διότι για να υπάρξουν οι «Ποπόφ» πρέπει να προηγηθούν οι «Καμύ» ώστε μεταγενέστερα να ανδρωθούν με πολύτιμες καρτελίτσες οι γενεές εκείνες που θα μείνουν για μια στιγμή με το στόμα ανοικτό ακούγοντας τους «Ποπόφ» να αναλύουν την καθημερινότητα των «Καμύ», απομυθοποιώντας τους με γούστο και συνάμα αναδεικνύοντας την μυθική αξία της κληρονομίας τους. Ετσι ίσως να μπορείς να φτιάξεις ενός είδους πολιτισμό όπου η αξία του χρήματος θα ολοένα και λιγότερη, υποκαθιστάμενη από την αξία των επιφωνημάτων. Γιατί ας το παραδεχτούμε, επιτέλους, κανείς δεν τιμά τη μνήμη κανενός επειδή ήταν μεγιστάνας του πλούτου ή επειδή έδιδε ένα ξεροκόμματο στους εργάτες ή υπαλλήλους του, δημιουργώντας στην εκλεπτυσμένη οικονομική αργκό του καιρού μας τις λεγόμενες «θέσεις εργασίας». Η μνήμη είναι μια εξόχως δίκαιη λειτουργία κι εδώ θα διαφωνήσω με τον Αναγνωστάκη και το στίχο του στο Επιτύμβιον «Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ʼξερα τί κάθαρμα ήσουν». Ολοι ξέρουμε τους «Λαυρέντηδες», Μανώλη, λίγοι όμως τολμούν να τους φτύσουν όπως εσύ. Αντίθετα-επανέρχομαι- ποιος δεν τιμά, είτε σιωπηλά, είτε με λόγους πομπώδεις-έστω- τη μνήμη των Καμύ και πολύ αραιότερα των αφανών «Ποποφ». Αυτό κάνω κι εγώ σήμερα γιατί όσο υπάρχουν τέτοιοι ωραίοι τύποι, όσο διαρκεί η μνήμη τους, τόσο περισσότερο η αγριότητα των καιρών θα είναι δυνατόν να δαμαστεί και «να νικιέται κάπου κάπου ο θάνατος μέσα στη ζωή» (Τσαρλς Μπουκόφσκι, Χαμογελαστή Καρδιά).
Τιμή και δόξα λοιπόν σε όλους όσοι άφησαν πίσω τους έναν έστω στίχο που απαγγέλλεται ακόμα, έσυραν μια γραμμή από την οποία κάποιοι πιάστηκαν για να κρατηθούν, τιμή και δόξα και όσους διαιώνισαν έναν μύθο, τον εμπλούτισαν με προσωπικές παρηχήσεις και τον ιστόρησαν σε αδαείς που φιλοδοξούν και τολμούν να ισχυρίζονται πια ότι δεν είναι τόσο αδαείς.
Τιμή και δόξα σε όσους καλλιέργησαν την εμμονή της επιστροφής στο ίδιο ποίημα, στο ίδιο απόσπασμα, στην ίδια σελίδα. Οι επίγονοι τους, να ξέρουν, ακόμη συγκλονίζονται, από καιρό εις καιρό, θυμούνται, μνημονεύουν και κάποτε κλαίνε. Με ένα τσιγάρο στο στόμα και μια καρτελίτσα ανά χείρας.











Με αφορμη ”το στίχο του στο Επιτύμβιον «Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ʼξερα τί κάθαρμα ήσουν». ”
ΕΠΙΚΗΔΕΙΟ
Μικρός το δέμας εκκινούσες με όνειρα πολλά
δύσκολοι καιροί : πείνα και ξηρασία πνεύματος.
……………………………………………………..
Σαν το μυρμήγκι αποθήκευσες
σπόρους ματαιοδοξίας για τον απέραντο χειμώνα.
Το τέλος γνωστό :
στον επικήδειο θα χαιρετίσουν
τα σχέδια του ακούραστου εργάτη
που επιτήδειοι εργολάβοι έκτισαν
και οι απόγονοί σου συνεχιστές (;)
του αείμνηστου παραληρήματος υστεροφημίας
που ο σεισμός ή η λήθη κατεδάφισε…..
5.Χ.02
ΥΓ Το έγραψα για καποιον ματαιόδοξο που με είχε κανει εξω φρενων, χωρις να εχω διαβασει το Επιτύμβιον, το οποιο διαβασα κατοπιν και δεν μου αρεσε, αν και εχει καποια θεματικη συγγενεια .
[….]
Μας το αφιερώνω εξαιρετικά (έστω και για….προηγούμενες φάσεις της ζωής μου), διότι εκτος απο κατι σατιρικά στιχάκια σταματησα με την ποιηση. Τα πεζα μου φαινονται καλυτερα (μαλλον λογω ιδιοσυγκρασιας).
Αγαπητέ Αφώτιστε Φιλέλληλα. Να μου επιτρέψεις να ισχυριστώ πως δεν υπάρχει αυτό που λες “σταμάτησα με την ποίηση, γράφω μόνο πεζό”. Οπως δεν υπάρχει μόνο ζωγραφική ή χορός. Αν σε όλα αυτά δεν ενυπάρχει και η ποίηση, μου μοιάζουν σαν ένα κομμάτι ξερό ψωμί.
@Γιώργος Χριστοδουλίδης
Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, έστω και υπαινυκτικώς.
Μάλλον αυτοχαρακτηριζομαι Λογοτεχνης -μηχανικος
Και αφου για τον Καμυ ο λογος, θα προτεινα τη νουβελα “Το τούνελ”του Ερνέστο Σάμπατο, μετάφραση: Μάγια – Μαρία Ρούσσου, επιμέλεια: Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής
Αστάρτη, 1986, 173 σελ.
που γραφτηκε την ιδια περιοδο και εχει μερικες ομοιτητες με τον “Ξενο”.
“Το τούνελ” είναι έργο παλιό, αλλά και σύγχρονο. Κυκλοφόρησε το 1948 και αναγνωρίστηκε σαν ένα από τα σημαντικότερα έργα της λογοτεχνίας της Αργεντινής. Το 1978, ο συγγραφέας τού έδωσε την τελική του μορφή, που χρησιμοποιήθηκε για την ελληνική μετάφραση…..”
Ευχαριστώ για την πρόταση θα προσπαθήσω να ρτην αξιοποιήσω το συντομότερο.
“ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ”, “ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ”, “ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ”, “ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΙΜΗ”…ΔΗΛΑΔΗ, ΤΙ ΜΑΣ ΛΕΤΕ ΕΔΩ, ΚΕ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ;
ΛΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΖΩ ΒΙΟΥΣ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ. ΚΑΙ ΟΛΙΓΗ ΠΟΙΗΣΙΣ ΒΕΒΑΙΩΣ, ΔΙΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΝ ΚΑΙ… ΝΟΜΙΜΟΝ.
ΕΓΩ, ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΠΡΟΤΙΜΩ ΤΑ ΠΑΡΑΝΟΜΑ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ.
Τι σύμπτωση αγαπητέ! Κι εγώ. Απλώς ετυχε να διαβάσω και λίγον Καμύ.
Σας προτείνω λοιπόν τον Αργύρη Μαρνέρο από το Δοξάτο Δράμας ο οποίος κατεβάζει τα βιβλία του στο πεζοδρόμιο, σε συναυλίες και μπουάτ ως αντίδραση στα εμπορικά κυκλώματα των βιβλιοπωλείων.Και το εννοώ. Ιδού ένα μικρό δείγμα:
Σπασμένα αγάλματα
Τώρα το ξέρω
Πρέπει νʼ αγαπήσω τη ζωή
Ανάμεσα απʼ τα συντρίμμια
Που βρίσκονται μπροστά μου
Πρέπει να αγαπήσω ξανά
Κάθε μικρό κομμάτι
Κι ένα ένα να τα βάλω στη σειρά
Όμορφα δεν είναι μόνο
Τα απείραχτα πράγματα
Και τα σπασμένα αγάλματα
Έχουν τη δική τους τη χάρη
Και ίσως είναι αυτά
Που πιο πολύ μας μοιάζουν
A, ΜΠΑ! ΔΕΝ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙ…ΤΑ ΘΕΛΩ ΠΙΟ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΠΙΟ ΠΛΑΓΙΑ, ΟΧΙ ΤΟΣΟ ΚΡΑΥΓΑΛΑΙΟ ΤΟΝ ΠΟΝΟ. ΝΑ ΤΟΝ ΑΝΤΕΧΕΙ, ΠΟΥ ΛΕΝΕ, ΑΝ ΕΧΕΤΕ ΑΚΟΥΣΤΑ, ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΟΥΝ ΛΙΓΟΙ.
Μια σχεδία φτιάχνουμε οι ταπεινοί για τα ταξίδια μας Μπορεί να ‘ ναι και καράβι που το ονομάσαμε Καμύ Ή Προυστ ή Παπαδιμάντη.
Εγώ ταξιδεύω ρίχνοντας ένα πλατανόφυλλο στον Ερύμανθο, ενώ
“Κατεβαίνω
ψάχνοντας τον ουρανό”
Προς Γιοβάννα:”…Η μυστική ανεμόσκαλα της σελήνης
θα ξεδιπλωθεί
αλλά θα την ανέβω πάλι μόνος.
Εκείνη θα ξυπνήσει
θα προσέξει της ανεμόσκαλας την ύποπτη αιώρηση
και θα την μαζέψει
θα τη βάλει στο ντουλάπι
όπως τόσα άλλα πράγματα
που ανεξήγητα ρίχνει κάποτε ο ουρανός.”
@ Γιώργος Χριστοδουλίδης
Ενα μικρο σημειωμα για την εξαιρετικη νουβελα “Το τούνελ”του Ερνέστο Σάμπατο, που μολις ολοκληρωσα την πρωτη, αργη, βασανιστικη της αναγνωση.
Συνοψη :Ειναι η εξομολόγηση του δυστροπου, πολλες φορες μισανθρωπου και μοναχικου ζωγράφου Χουάν Πάμπλο Καστέλ, ο οποίος έχει δολοφονήσει τη μοναδική γυναίκα που -οπως νομιζε-μπορούσε να τον κατανοήσει.
Σε όλο το μυθιστόρημα ο Καστέλ, που πιστεύει οτι ο κόσμος είναι φρικτός, προβληματίζεται για τις πράξεις του και για τις πράξεις των άλλων. Ο ηρωας, ψαχνει εναγωνιως την Μαρία, την οποια πρωτοσυναντα σε μια εκθεση ζωγραφικης του. Ηταν η μονη που στεκεται και παρατηρει επιμονα μια λεπτομερεια ενός από τους πινακες του με ενδιαφέρον. Καθώς εμπλέκεται στην ζωή της , ανακαλύπτει τον τυφλό σύζυγο της και ένα πρώην εραστή που αυτοκτόνησε, τόσο το πιο ζηλιάρης γίνεται.
Το παράδοξο αποτέλεσμα της ειλικρίνειας στην αναδρομική αφήγηση του Castel είναι ότι ο αναγνώστης σχεδόν ξεχνά ότι είναι δολοφόνος .
Είναι δύσκολο να μην απολαμβάνεις το μαύρο χιούμορ του λ.χ. οταν αναφέρει οτι πάντα διατηρούσε τρυφερότητα και συμπόνια για τα παιδιά , ειδικά όταν μέσω υπέρτατης πνευματικής προσπάθειας, ξεχνούσε ότι θα γίνουν ενήλικες, όπως οποιοσδήποτε άλλος.
Ο ζωγράφος ειναι πολύ ευφυής με μαλλον ανωριμη προσωπικοτητα και με χαμηλη συναισθηματικη νοημοσυνη. Το πάθος του για την Μαρια, η οποια παιζει μαζι του ενω αυτή εχει και αλλες ερωτικες σχεσεις με δύο ξαδέρφια της, που η Μαρια ισχυριζεται ότι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από φίλοι, τον τυφλωνει ολοκληρωτικα και τον οδηγει σε ανατριχιαστικό επίπεδο αυταπάτης, σε σχεση εναλασσομενης λατρειας-μισους ( ονειροπολησεων, ολονυκτιων μεθυσιων μετα από απογοητευσεις και βιαιη συμπεριφορα σε πορνες,…)
Απασπασματα
1.”Θυμάμαι τόσες συμφορές, τόσα πρόσωπα, κυνικά και σκληρά, τόσες κακές πράξεις, που η μνήμη είναι για μένα το τρομερό φως που φωτίζει το ρυπαρό μουσείο της ντροπής.”
2. “Αλλά είναι αρκετά παράξενο που σ’ έναν άνθρωπο δεν αρκεί να έχει γλυτώσει τα μαρτύρια και το θάνατο, για να ζει ευχαριστημένος. Όταν αρχίζει να αποκτάει ξανά ασφάλεια, η περηφάνεια, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, που, φαινομενικά, είχαν εξαφανιστεί για πάντα, αρχίζουν να φανερώνονται ξανά, σαν ζώα που είχαν φύγει τρομαγμένα. Και, κατά κάποιον τρόπο, ξαναγυρίζουν με μεγαλύτερη έπαρση, σαν να ντρέπονταν που δεν είχαν πέσει τόσο χαμηλά. “
Αποσπασματα απο
Ερνέστο Σάμπατο: Η μνήμη φωτίζει το ρυπαρό μουσείο της ντροπής
15:05 | 24 Ιουν. 2015
Τελευταία ανανέωση 17:34 | 24 Ιουν. 2015
Κατρίν Αλαμάνου
http://tvxs.gr/news/san-simera/ernesto-sampato-i-mnimi-fotizei-ryparo-moyseio-tis-ntropis
Aφώτιστε Ελληνα(πιο φωτισμένος δεν γίνεται) ευχαριστώ θερμά για την καθοδήγηση την οποία ευελπιστώ να αξιοποιήσω σύντομα.
@Γιώργος Χριστοδουλίδης
Εξαιρετικη κριτικη παρουσίαση:
Colm Tóibín*
Saturday 21 May 2011
Rereading: The Tunnel by Ernesto Sábato
The Argentinian writer’s work explored his country’s darkest days and helped to bring the military regime to account
[….]
http://www.theguardian.com/books/2011/may/21/rereading-ernesto-sabato-colm-toibin
*Colm Tóibínis an Irish novelist, short story writer, essayist, playwright, journalist, critic and poet.[1][2]
Tóibín is currently Irene and Sidney B. Silverman Professor of the Humanities at Columbia University and succeeded Martin Amis as professor of creative writing at the University of Manchester. WIKIPEDIA
Αφώτιστος Φιλέλλην, εξαιρετικό βιβλίο και το “άνθρωποι και γρανάζια”
(δυστυχώς δεν το έχω ακόμα στη βιβλιοθήκη μου, το είχα διαβάσει πριν μερικά χρόνια)