Η γριά
Σπάσανε την πόρτα
μπήκανε μέσα οι γείτονες
νόμιζαν κάτι ψόφιο υπάρχει εκεί
Ολοζώντανη τους υποδέχτηκε και γελούσε
Έκανε τη ζωή της
είχε κάτι αιώνες να πλυθεί
Κελαηδισμός
Τι τι
τι το ον
ον το τι
ον ον
τι τι
Ποίημα
Κοιτάζω το ποίημα από μια γωνία
Τόσο όμορφο- δεν το πιστεύω
Ξανακοιτάζω
(το ποίημα από άλλη γωνία)
Τόσο άσχημο- δεν το πιστεύω
Η καλή διατροφή
Για το ψωμί που μας δίνεις στην έρημο
(ψημένο σε μηδέν βαθμούς
στον φούρνο του θαύματος)
το θρεπτικότατο
το νοστιμότατο
σʼ ευχαριστούμε
Κύριε
αλλά δεν θα το φάμε
θα το φυλάξουμε κάπου
και δεν πειράζει που δεν θα τρώγεται πια
δεν πειράζει που θα είναι πέτρα
Ηράκλειτος
παιδός η βασιληίη
Πλησίασε το αγόρι που παίζει στην αμμουδιά
Προσπάθησε να το γοητεύσει με τον λόγο
Φάε σκατά γέρο- ήταν η απάντηση
Μετά
Στην Επίδαυρο το μαρμάρινο θέατρο
μας έκοψε την ανάσα
Ο χρόνος και οι βάρβαροι δεν το άγγιξαν
έδειξαν σεβασμό
Αλλά ο ξεναγός μας γελάει
Χτίστηκε, λέει, μετά
όταν όλα είχαν πια τελειώσει
για να περνούν οι άρρωστοι την ώρα τους
μεΟιδίποδες και Αντιγόνες











Tί είναι η ποίηση; Μια άσκηση ευφυίας; Μια βουβή κραυγή που την ακούνε μόνον οι προνομιούχοι; Ενα στιγμιότυπο καθημερινότητας που φιλοδοξεί να ξανασυμβεί στις λέξεις; Αυτό που πιάνει η άκρη του μστιού και το συναρμόζει στον υποκειμενισμό μας; Ενα χημικό πείραμα κατά το οποίο ο ποιητής καλείται να βρει τις σωστές χημικές ενώσεις του λόγου; Γι’ αυτά διερωτήθηκα διαβάζοντας τα πιο πάνω ποιήματα.