[author]του Κώστα Ρεούση[/author]
Με αφορμή τη δημοσίευση της έκθεσης του γραμματέα του Ο.Η.Ε., Μπαν Κι Μουν, για την ανανέωση της θητείας της UNFICYP (United Nations Peacekeeping Force In Cyprus-Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο).
Και το πανηγύρι καλά κρατεί, κι αρχίσανε τα έντονα διαβήματα και οι, σε αυστηρό ύφος, επιστολές στα αρμόδια όργανα. Καλά εντάξει, μάλλον οι ασκούντες, σʼ αυτόν τον τόπο, πολιτική έχουν μετοικήσει στον πλανήτη Άρη και ψάχνουνε ίχνη ζωής, χωρίς σκάφανδρο κι οξυγόνο. Η κυβέρνηση πράττει ότι προβλέπει το πρωτόκολλο, οι αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις βρίσκουν ευκαιρία να στηλιτέψουν αλλότριες πρακτικές ή γεωπολιτικές στρατηγικές, οι δημοσιογράφοι τρώνε μία ακόμη σερβιρισμένη, από τα ίδια υλικά με εναλλαγές στη δοσολογία, ακατάσχετη μπουρδολογία και δήθεν πόλωση και οι ενεργοί έως δημόσια πρόσωπα, από τη δράση της επαγγελματικής τους ιδιότητας, πολίτες συνεχίζουν απρόσκοπτα τις επικερδείς δοσοληψίες τους με τα, όχι και τόσο αφελή, προγράμματα των Ηνωμένων Εθνών, σε διάφορους τομείς του δημόσιου βίου της νήσου. Μία από τα συνηθισμένα, δηλαδή, αλλά όχι και τόσο βαρετά ή αδιάφορα για να τʼ αφήσει κανείς ασχολίαστα. Όταν το 2003, ο μακαρίτης ο Ντενκτάς, μετατόπισε το όποιο πιόνι του ανοίγοντας τα οδοφράγματα τού de facto «κρατιδίου» του, δε βρέθηκε από τη δική μας de jure πλευρά, ένας ηγέτης ικανός να τα κλείσει πάραυτα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της πλέον δίκαιης πράξης που θα μπορούσε να επιτευχθεί από τον καιρό της δημιουργίας τής -εξακολουθητικά ανάπηρης και με μύρια όσα δεκανίκια- περιβόητης «Ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας». Τα προσχήματα που έχουν ενδυθεί τα μοδάτα κουρέλια της «επαναπροσέγγισης» και της «ειρηνικής διευθέτησης», διαβρώνουν διαβρωτικά διαβρωμένους καταφερτζήδες του δημόσιου και ιδιωτικού… αβίωτου! Οι κυανόκρανοι είναι μία κάποια «λύση» (κι εδώ ο Αλεξανδρινός, τουλάχιστον, καγχάζει): μʼ αυτή πορευόμαστε δεκαετίες, μʼ αυτή χτίσαμε καριέρες, μʼ αυτή ταξιδέψαμε στα σαλόνια του κόσμου, μʼ αυτή φτιάχτηκε ο τραπεζικός μας λογαριασμός (κι αφορολόγητα, μην το ξεχνάμε), μʼ αυτή σκυλοπηδιόμαστε με τους Τούρκους απέναντι για το ποιος θα τα πρωτοπαντελονιάσει, και ο κατάλογος τελειωμό δεν έχει. Οπότε, γαργάρα για άλλη μια φορά, και κρύψε να περάσουμε κι έχει ο Θεός. Βοήθειά μας, το λοιπόν! Αυτά.
Λευκωσία, 16.01.2015











Το ζήτημε φίλε Κώστα είναι γιατί με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων δεν κατέρρευσε το τείχος όπως είχε καταρρευσει και εκείνο του Βερολίνου.
Μήπως γουστάρουμε τελικά να είμαστε η βιασμένη νεανίδα; Μπάς και γουστάρει και ο Τούρκος, εδώ που τον παίρνει, να είναι ο βάρβαρος βιαστής σαν τα παλιά καλά χρόνια, κι’ας είναι στη ζημιά του; Μήπως όλοι μας σ’αυτή τη μεριά της Θάλασσας ζούμε τις ενδόμυχες φαντασιώσεις μας;
Από την άλλη ίσως αυτή να είναι η μοίρα μας: η κόψη μεταξύ εφικτού και ευκταίου. Ας κρατήσει τότε ο Αγώνας εσαεί. Γιατί όχι; Ίσως γι’ αυτό τελικά να βρισκόμαστε εδώ.
Καλέ φίλε και συνομιλητή, Παύλο Παμπορίδη, σε ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο και για τη δυνατότητα που μου δίνεις να υπερθεματίσω. Ζούμε και οι δύο στο κέντρο της Λευκωσίας, και ειδικότερα εσύ που είσαι και γέννημα-θρέμμα της παλαιάς πόλης. Χρόνια συνδιαλεγόμαστε, και δε χρειαζόμαστε καμία δημοσιογραφική αναφορά για να ενημερωθούμε ή πληροφορηθούμε για τα συμβάντα στην ημιτουρκοκρατούμενη Λευκωσία. Επαναλαμβάνω, ζούμε καθημερινά μέσα σʼ αυτή κι άμα γουστάρουμε περνάμε κι απέναντι και «λαμβάνουμε» το ό,τι ζωντανά, ακαριαία και εν τη γεννέση του. Θεωρώ άστοχο τον παραλληλισμό, που χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί η πολιτική ηγεσία του τόπου και οι όποιες κοινωνικές ομάδες πίεσης, με το Τείχος του Βερολίνου και κατʼ επέκταση την πτώση του -απόρροια της κατάρρευσης/συντριβής του ιδεολογήματος του υπαρκτού σοσιαλισμού/κομμουνισμού. Συχνά, και μέσα στις δεκαετίες της ύπαρξης/ανοχής… κι άκαπνης ανέχειας του κατακτητή, έχω την εντύπωση πως οι επίσημοι φορείς «ζητιανεύουν» με, φευ, φαιδρά διπλωματικά μέσα τη… δικαίωσή μας, βασιζόμενοι σε, χμ, επικερδή «τεχνοκρατικά» συναισθήματα και κροκοδείλια δάκρυα ψυχικής «συντριβής». Τα καταφατικά/συμπερασματικά ερωτήματα του σχολιασμού σου, με βρίσκουν σύμφωνο απέναντί σου, και καθαρό στις τοποθετήσεις μου. Γιʼ αυτό επιμένω πάντα στον όρο «τουρκοκρατούμενα» κι όχι «κατεχόμενα». Τούρκους έχουμε, απέναντί μας, και «επαναπατρισθέντες» αστούς (μικρούς-μεσαίους-μεγάλους) Τουρκοκύπριους, που άρχισαν να κουνούν το μπαϊράκι του «Κύπριου» απροκάλυπτα και υποκριτικά, ιδίως μετά το άνοιγμα και των οδοφραγμάτων. Κοιτώ τη σημαία του ψευδοκράτους κι αυτή της Τουρκίας να πλαταγίζει αντάμα μʼ αυτή της κουτσής, κουφής, γκαβής (αλλά de jure) δημοκρατίας κι αυτή της Ελλάδας. Δεν υπάρχουν τέσσερις σημαίες, φίλε Παύλο, παρά μονάχα δύο: η ελληνική και η τουρκική! Όταν τούτο το εμπεδώσουμε, ίσως και οι κινήσεις μας, να ενστερνιστούν τη φορά, τροχιά και πτήση της καθημερινά οφειλόμενης, στο αίμα και το πνεύμα μας, ανυπακοής και ανταρσίας στο εξακολουθητικά άκαπνα φλεγόμενο νησί μας.