[author]του Δημητρίου Μουζάκη [/author]

Η πατρίδα ώρες ώρες με κουράζει. Δε την αποκαλώ, όμως, «Ελλαδιστάν», «μπανανία», «Ψωροκώσταινα». Τις πολυτέλειες αυτές τις αφήνω στα καλόπαιδα που δε γνωρίζουν τι θα πει να μην έχεις πατρίδα. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως ούτε εγώ γνωρίζω. Κι η υποψία, όμως, αρκεί για να σηκώνομαι όρθιος έστω και στο άκουσμα του ονόματός της.

Η πατρίδα ώρες ώρες με κουράζει. Με κουράζει που η γενιά μου γαλουχήθηκε από έναν πολιτικό απατεώνα που έμαθε να αγοράζει ψήφους πουλώντας μισθούς πληρωμένους από θαλασσοδάνεια, ώστε να παίρνουν μίζες οι υπουργοί του κι οι βουλευτές του παχυλούς μισθούς. Μοναδική μας φιλοδοξία να διοριστούμε στο δημόσιο, να λαμβάνουμε το μισθό από τα δάνεια και, ευκαιρίας δοθείσης, τα μαύρα από τον πολίτη. Να μη σηκώνουμε τηλέφωνα, να είμαστε αγενείς, να τον εκβιάζουμε, να τον ταλαιπωρούμε, να τον εξουθενώνουμε, την ίδια ώρα, ακριβώς, που οι εκπρόσωποί μας τα παίρνουν από παντού όσο πιο αποτελεσματικά μπορούν.

Η πατρίδα ώρες ώρες με κουράζει. Έπρεπε να γίνει έτσι, λένε κάποιοι. Πριν είχε μακρονήσια, εξορίες, ξυλοδαρμούς, διώξεις, κοινωνικούς αποκλεισμούς. Η γενιά μου, όμως, ούτε από μακρονήσια ξέρει ούτε από εξορίες ούτε από κοινωνικές διώξεις και ξυλοδαρμούς. Κληρονόμησε έναν ξεφτιλισμένο εθνικό διχασμό (γιατί κάθε διχασμός, ξεφτιλισμένος είναι στην ψυχή του) και μεγάλωσε κουνώντας πλαστικές σημαιούλες ενός περιττωματικού ήλιου κι ενός βοθροπυρσού σε έναν αδιανόητο διαγωνισμό διαφθοράς: ποιος θα «βολέψει» περισσότερους ώστε, ερχόμενος στην εξουσία, να αρπάξει τα περισσότερα˙ πάντα με τα δανεικά στο φόντο να διογκώνονται σαν το δρεπάνι του χάρου.

Η πατρίδα ώρες ώρες με κουράζει. Όταν ήρθε η ώρα της αποπληρωμής, ψήφισε αυτόν που της έταξε λεφτά. Όταν η ώρα του παρήλθε, ψήφισε έναν άλλο, ο οποίος έταζε ομοίως. Και τώρα, με τα δύσκολα μπροστά, ετοιμάζεται να ψηφίσει τον αθλιότερο ψεύτη από τους τρεις: αυτόν που από το ναδίρ τάζει όσα δεν έταξαν κι οι δύο προηγούμενοι μαζί.

Η πατρίδα ώρες ώρες με κουράζει. Λειτουργεί υπό πλήρη σύγχυση. Βλέπει με συμπάθεια τις ληστείες με καλάζνικοφ. Κλείνει το μάτι σε ναζιστές. Νομίζει ότι η λύση βρίσκεται στο σφαγιασμό μεταναστών, τα εθνικοσιασιαλιστικά ιδεώδη, τις θεωρίες συνωμοσίας των σκοτεινών ανθελληνικών δυνάμεων ή τα καιγόμενα αυτοκίνητα, τα σπασμένα καταστήματα, τα φλεγόμενα οδοφράγματα και τις αυτοσχέδιες βόμβες. Νομίζει ότι μνημονιακοί είναι αυτοί που γουστάρουν τους φόρους και τις περικοπές ενώ αντιμνημονιακοί είναι αυτοί που ορέγονται τον επαναπατρισμό στον (δια παντός απωλεσθέντα) παράδεισο της πλαστικής σημαίας.

Η πατρίδα ώρες ώρες με απελπίζει. Ναζιστές του μίσους και του ρατσισμού, αναρχικοί της κρέμας καραμελέ και της απύθμενης ανοησίας, αργόμισθοι του δημοσίου, φιλοτομαρισμός πολιτών τε και πολιτικών, διαφθαρμένοι γραφειοκράτες, κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες, μισαλλοδοξία και αναρθρία.

Μέσα στο χαμό, ακούω ξεκάθαρα τις φωνές των σωφρόνων. Δεν μπορούμε πλέον, λένε, να πληρώνουμε αργομίσθους. Δε γίνεται οι δημόσιοι υπάλληλοι να μην αξιολογούνται. Δε γίνεται να συνταξιοδοτούμαστε στα σαράντα ή τα πενήντα. Δε γίνεται τα πολιτικά γραφεία να είναι γραφεία ευρέσεως εργασίας στο δημόσιο. Δε γίνεται οι φόροι να διαλύουν την αγορά. Δε γίνεται η γραφειοκρατία να καταπνίγει εν τω γεννάσθαι κάθε επιχειρηματική πρωτοβουλία. Πρέπει να παράγουμε, επιμένουν, πρέπει να δημιουργήσουμε πλούτο και να προσελκύσουμε επενδύσεις. Οφείλουμε να περιορίσουμε τις δαπάνες μας, οφείλουμε να δώσουμε το περιθώριο στο έμψυχό μας δυναμικό να δημιουργήσει, απλοποιώντας διαδικασίες και αξιοποιώντας την τεχνολογία, οφείλουμε να δημιουργήσουμε προϋποθέσεις ανέλιξης των αρίστων, είναι χρέος μας να καταπολεμήσουμε τη διαφθορά και τη φοροδιαφυγή, να συγκρουστούμε με συμφέροντα και συντεχνίες αναμορφώνοντας το κράτος.

Δεν τους θέλουμε, όμως, τους σώφρονες. Φαίνεται είναι γερά θεμελιωμένα τα ιδεώδη μας: μονιμότητα, δημοσιοϋπαλληλίκι, φραπές, αργομισθία, συντεχνίες, μίζες, λάδωμα, πρόωρη ή μαϊμού σύνταξη, γραφειοκρατικός δαίδαλος, κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες, πελατειακές σχέσεις, αναρχισμός οπισθίων, αλόγιστες σπατάλες, όψιμος ναζισμός, βανδαλισμός, φιλοτομαρισμός, αγένεια, διαφθορά, φοροδιαφυγή, μετάθεση ευθυνών.

Δε θέλω να παρεξηγηθώ. Έχουμε ματώσει. Πονάμε˙ και πολλοί από εμάς υποφέρουν. Υποφέρουν πραγματικά. Η κρίση, όμως, αυτή δεν πρόκειται να ξεπεραστεί ούτε με τον ΕΝΦΙΑ και τον ΦΠΑ ούτε με την έκτακτη εισφορά ούτε με τις βόμβες στα καταστήματα ούτε με την ασυλία των δημοσίων υπαλλήλων (άλλως το πολιτικό κόστος) και των συμφερόντων των συντεχνιών ούτε με τις τζαμπαμαγκιές της τριπρεπιθετικής διαπραγμάτευσης ούτε με τα ευχολόγια ούτε με τις φρούδες ελπίδες ούτε με την ανάμνηση των δανεικών και της πλαστικής σημαιούλας. Δε γίνεται, αδέλφια. Απλώς δε γίνεται. Είτε θα αλλάξουμε είτε θα χαθούμε σε μια κλίνη μηχανικής υποστήριξης της ζωής ή έναν ξαφνικό θάνατο.

Η πατρίδα βαίνει προς εκλογάς.