`

Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ

Τὸ κορμὶ συγκολλοῦσε τὰ βάρη του
ἔπεφταν ὅμως εἰκόνες
κατέρρεαν
οἱ κατακόρυφες δομὲς τοῦ προσώπου του
οἱ γοητευτικὲς μεταφράσεις τῶν ἰδεῶν του

Φωνὴ παρέσερνε τὰ λόγια
μετακινοῦσε τοὺς ἤχους
νʼ ἀλλάξουν θέση τʼ ἀντικείμενα
τὰ σύννεφα νὰ ρίξουν τὸ βάρος τους
σμήνη φτερῶν
νʼ ἀνθίζουν
στὴ νεότερη γῆ
νὰ φυτρώνουν
στὴν πικρότερη θάλασσα

`

*

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Χωρὶς τὸν οὐρανὸ
θʼ ἁρπάξουν τὸν ὁρίζοντα πιὸ πέρα
θὰ τὸν ἀνάψουν ζωντανὸ
καὶ θὰ τὸν κάψουν
μέρα χωρὶς τὸν οὐρανὸ
ὁλόκληρο τὸ σύννεφο θὰ ρίξουν τὸ μισὸ
μέσα θὰ σκάψουν τὸ νερὸ
νὰ τρέξουν οἱ ἀνάσες

Θὰ βροῦν τὸν ὕπνο νὰ κοιμᾶται στὸ χαρτὶ
μὲ τὶς εἰκόνες του
μὲ τὴ σιωπή του
θὰ δοκιμάζουν ἀκόμα
ὄνομα οἱ λέξεις

`

*

Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΚΟΡΜΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΤΟΥ

Ψηλὰ φτερὰ
κατεδαφίζουν τὴ θάλασσα τὶς νύχτες
θρύψαλα φτερὰ
κομματιάζουν τὰ κύματα
χωρίζουν τὰ ψηλὰ νερὰ
ρίχνουν τὰ σύννεφα
τὰ χώματα τὶς νύχτες

Τὸ κορμὶ νερὸ
στάζει τὸν ἰριδισμό του
ὣς τὸ πρωὶ
φωνάζει τὴν πνοή του
νὰ φανεῖ
μὲ δύναμη φωνάζει
ἡ φωνή του νὰ βαθύνει
προτοῦ χαθεῖ νὰ μείνει
ἁφὴ στὰ βράχια τοῦ καιροῦ

`

*

ΔΕΝΤΡΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ

Θυμοῦμαι
ἔμοιαζε νερὸ
ἔμοιαζε χρυσὸ
σκοῦρο ξανθὸ
κι ἀνάβλυζε τὸ χῶμα
καθαρὸ
κάτω στὰ πόδια της νὰ βγεῖ
τὸ μαῦρο δέντρο μὲ τὰ κρίνα

Θυμοῦμαι χωρὶς νὰ ξέρω
θά ʼτανε γῆ
θά ʼταν πηγὴ
στεριὰ καὶ τώρα
θά ʼχει στερέψει τὸ κορίτσι
`

*

ΑΓΝΩΣΤΟ ΜΕΤΡΟ

Ἀγωνιώδης πάντα
ἡ φωνὴ ποὺ δὲ φάνηκε ποτὲ
πλησιάζει
τὸ νόημα ποὺ ἀκούγεται

Μέσα στὴν παύση τὴν ἀπουσία
σὲ διαυγὲς κενὸ
σκιαγραφεῖται ὁ ἦχος της
διαφαίνεται κάπως ἡ παρουσία
ὁ σχεδιασμὸς ἡ σύνθεσή της
σὰν εἰκόνα κάποτε ἡ φωνὴ
σὰν ἔργο
`

*

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΩΝ ΚΡΙΝΩΝ

Εὐώδιαζε ὁ ὕπνος
ἄνθιζε
τὸ σύννεφο ὑγρὸ
ἄνοιγε
ἅπλωνε ἕνα σεντόνι
βρεγμένα κρίνα στὸ λαιμό της

Ἔσταζε τὸ σύννεφο
ὁ ὕπνος στὸ λαιμό της ἔγερνε
τὸ καλάθι μὲ τὰ κρίνα
ἔγερνε κι ἔσταζε
χρῶμα κι ἔφεγγε
χρῶμα βαθύλευκο βαθὺ
τὸ καθαρὸ τῆς μέρας
`

*

ΧΙΟΝΙΖΕ ἡ γιορτινὴ λεωφόρος. Τὸ ἔδαφος ἀπὸ στρωμένο χαλάζι ἄχνιζε. Δέντρα ἀνέβαιναν, ἄνθιζαν ψηλὰ κι ἀνάβλυζαν θερμὲς πηγὲς στοὺς ὀρόφους. Πάνω ἀπὸ τὰ νερὰ καὶ τὰ κύματα κατέβαιναν γυναῖκες κι ἅπλωναν τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ ροῦχα τους. Ζῶα ὁδηγοῦσαν τὰ νεογέννητα παιδιὰ μέσα στὸ πλῆθος. Ἡ μέρα ἔλαμπε στὰ κρυστάλλινα ὄργανα τῶν ἤχων καὶ τοὺς φανοστάτες, στὰ βλέφαρα τῶν τυφλῶν μὲ τὰ χρυσὰ ὁράματα.

`

*

ΜΕ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΕΣ τὶς φωνές τους τὰ σώματα περνοῦν ἀνάμεσα σὲ κολόνες καὶ δέντρα. Ζῶα κομψὰ προχωροῦν κι ὄργανα πνευστὰ ἀστράφτουν. Ἄνθρωποι ψηλοί, γονεῖς μὲ τὰ παιδιά τους, περνοῦν ἀνάμεσα σὲ ἀγάλματα καὶ πίδακες. Σύννεφα φέγγουν τοὺς ἀνάγλυφους ἴσκιους στὰ κτίρια κι ἀπὸ τὶς ρωγμὲς λευκὰ φυτὰ ἀνεβαίνουν τοὺς τοίχους. Δέντρα χειμερινὰ φυσοῦν, διάφανα πουλιὰ ἀκούγονται νὰ μιλοῦν, γεμίζουν μὲ ψίθυρους τὸν ἀέρα, ἀκούγονται ὀνόματα.
`

*

ΒΟΥΛΙΑΞΕ καὶ χάθηκε μαζί τους τὸ νερό. Στέγνωσε καὶ πύκνωσε τὸ κορμὶ τῶν ἀγαλμάτων. Τὰ λυγερά τους σώματα βρίσκονται στὰ θεμέλια. Σὲ κλειστὰ δωμάτια μιλοῦν. Λένε διψοῦν. Μέσα φυτεύουν δέντρα μὲ πουλιά.

`

*

ΕΡΗΜΑ σπίτια κι ἀστραφτερὰ χαλάσματα, οἱ ἁψίδες, οἱ κίονες, τὰ κτίσματα καὶ ὁ ψηλὸς ὁ θόλος μὲ τὶς φυσιογνωμίες τῶν ἄγνωστων ἀνθρώπων. Τραγούδια μορφολογοῦσαν τὰ ὀνόματά τους. Τὰ στρώματα τοῦ ἀέρα ὣς τώρα στεγνώνουν τὰ ρευστὰ μέλη τῶν σωμάτων τους. Κάποτε σαλεύουν. Σκύβουν τὸ πρόσωπο, πατοῦν κι ἐπιστρέφουν στὸ ἔδαφος.

`

*

ΕΣΜΙΓΑΝ οἱ φωνὲς στὴν ἄκρη τῆς πόλης μὲ τὰ ὁρμητικὰ ρεύματα. Ξέβαφαν τὰ μάτια στὴ βροχή, ἔσταζαν στὰ πόδια ποὺ ριγοῦσαν. Τὰ λόγια ἐπέμεναν. Ψάρια βαριὰ ἀνέβαιναν τοὺς καταρράχτες, τὰ χρώματα βαθαῖναν στὰ νερά, τὸ τοπίο ὡρίμαζε καὶ τίποτα δὲν ἄλλαζε ἀπὸ τότε.

`

*

ΟΙ ΦΛΕΒΕΣ φάνηκαν τὰ ξημερώματα στὰ χέρια καὶ τὰ πόδια. Μπροστὰ στὴν κεντρικὴ πύλη ἄχνιζαν τὰ ζῶα, ἵδρωναν καὶ περίμεναν ἀκόμα. Ἄνοιγε βαθὺς ὁ ποταμός, ἀπάστραπτε κι ἀντιφέγγιζαν οἱ προσόψεις τῶν κτιρίων, οἱ στοὲς καὶ τὰ σκοτεινὰ περάσματα.
Πάνω ἀπὸ τοὺς θόλους καὶ τὶς κατόψεις τῆς πόλης, ποὺ τὰ νερά της ἔπεφταν κάτω καὶ τὴ χώριζαν, βρεχόταν καὶ καθάριζε ἡ νύχτα.

`


**************************************************************

Λίνος Ἰωαννίδης γεννήθηκε στὴ Λευκωσία τὸ 1972. Ἀπὸ τὸ 1997 ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. Στὸν τόμο αὐτὸ συγκεντρώνονται οἱ συλλογὲς ποιημάτων του ποὺ κυκλοφόρησαν ἀπὸ τὸ 1993 ὣς σήμερα στὴν Κύπρο καὶ στὴν Ἀθήνα. Ἔγραψε ἐπίσης θέατρο καὶ ἔχει δημοσιεύσει κείμενά του σὲ περιοδικά λογοτεχνίας.