Γράφω
ημερολόγιο
γράφω μηνύματα
γράφω.
Τι θα ‘κανε η Πηνελόπη χωρίς γράψιμο;
Μ’ αυτό παλεύει τη φθορά, τον χρόνο,
τη λαγνεία, τον φόβο, την απόγνωση.
Τα υφαντά τελειώνουν κάποτε,
το γράψιμο κρατάει όσο κι η ζωή μας.
Πρόσεξε πώς διαβάζεις τα μηνύματά μου.

Οδυσσέα Dear,
ελπίζω να περνάς καλά με την αντροπαρέα σου.
Και να σου πω ότι, παρά την άρνησή σου για βοήθεια,
βρήκα τους αριθμητικούς συσχετισμούς που με βασάνιζαν.
Ευελπιστώ, λοιπόν, να ολοκληρώσω το υφαντό που σχεδιάζω.
Με άλλα λόγια, τα καταφέρνω και χωρίς εσένα!

Άκου τι μου είπαν:
Σε τούτο το ποτήρι με νερό
κρύβονται μόρια νερού απʼ τους προγόνους μας!
Γιʼ αυτό λες βάζουμε γαβάθες με νερό,
να μαζευτούνε οι ψυχές;
Συντηρούν τα μόρια του νερού την ύλη μας;
Αχ, Οδυσσέα dear,
μου φαίνεται παραλογίζομαι.
Αφήνω το ζεστό νερό να τρέξει πάνω μου,
οι πόροι μου ζητάνε το παρόν
κι όχι το παρελθόν σου.

Broken Voice -παραλλαγή

Με ραγισμένη φωνή παίρνω τηλέφωνο σε αριθμούς που δεν-αντι-στοι-χού-νε-σε-συ-νδρο-μη-τές, λένε.
Πληκτρολογώ μηνύματα που ένας σέρβερ out of order ακυρώνει.
Με ραγισμένη φωνή θρυμματίζω την κάμερα μιας πιθανής τηλεσυνομιλίας.
Τέτοια η φωνή μου πετά στο Gatwick,
παίρνει το τρένο για το Kingʼs Cross
και χάνεται σε υπόγειες διαδρομές του underground.
Αν δείτε εκεί, εσείς μετανάστες-ταξιδιώτες-immigrants,
μικρές κηλίδες που λαμπυρίζουν, σαν τις κωλοφωτιές ας πούμε
ή σαν το ιριδίζον γαλάζιας πεταλούδας,
κομμάτια της φωνής μου είναι.

Ανασκευή

Σκαρφαλώνω
Ράφια βιβλία συγγράμματα ράφια
Σκάλες παράθυρα blind
Η νύχτα μπαίνει στις τρύπες του τζιν
Σιωπηλό το τηλέφωνο
No money
Αραιώνουν οι κλήσεις τους
No money
Τούτη η πόλη με ταΐζει Sainsburyʼs και πρωτοπορία.
Ράφια, βιβλία συγγράμματα ράφια
Σκαρφαλώνω
Αραιώνουν οι κλήσεις τους
Σιωπηλό το τηλέφωνο
No money
Εγώ τούς σκέφτομαι πολύ τα βράδια
Στήνω κουβέντα με την απουσία τους
Και πίνω τσάι με τις σκιές τους.

Μην την πιστεύετε.
Ψέματα λέει
και πριν και τώρα.
Πλαστογραφεί τις μέρες μου.
Τα δικά της αισθήματα προβάλλει.
Παρακαλώ
πετάξτε την έξω
από το ποίημα.

Υπομονή

Υπομονή ήταν το όνομα του κοριτσιού,
στα οχτώ έμπαινε.
Πού είσαι, Υπομονή; της φώναζε ο μικρός φίλος της.
Η Υπομονή κρύφτηκε, χάθηκε.
Πάει.