`
Ω γλυκό χάδι του θανάτου
Ω γλυκό χάδι του θανάτου
ο έρωτας μεθυσμένος προσκυνάει
το σκοτεινό θρόνο σου,
η χαρά του κόσμου χορεύει κρυφά
στις άκρες των κρημνών σου,
οι κρήνες του φωτός ανοίγουν
καθώς το σκοτεινό λαγούμι με παιδεύει,
ποιός ίλιγγος ύστατου μισεμού άλωσε
το καμπαναριό της καρδιάς μου;
ποιός χείμαρρος μοναξιάς ανοίγει
τα σπλάχνα μου συλλαβίζοντας
ακατανόητα φωνήεντα και συριγμούς συμφώνων,
με τα πανιά του πανικού να ψηλαφώ
σιωπηλές φωνές, νεκρές ανεμώνες,
ένα φως ιλαρό χωρίς αγκάθια, χωρίς το κύμα του καιρού
και τα μάνταλα στις ξεριζωμένες ρίζες
τʼ αποχωρισμού;
αυτό που απομένει απέραντο
μια αθώα στοργή,
μέσα στο κλάμα και στο δάκρυ οι τάφοι,
πώς να νανουρίσω την αλμύρα της θάλασσας
μέσα στα λαβωμένα μάτια τους;
με κέλυφος βαρύ μʼ έντυσες
μέσα σε σπασμένους καθρέφτες
στη χώρα των ανθρώπων με τις κομμένες παπαρούνες
στα ρυτιδωμένα τους όνειρα,
δίδαξόν μου τα δικαιώματά σου,
την εστία του νόστου πλάι στο περιγιάλι
που μʼ έπλασες με το ιερό νερό,
το χαμένο χώμα, αυτό τον άσπιλο πηλό
και τα φύλλα της συκιάς κρεμασμένα
στα νήματα των ερπετών και στα νύχια του βούρκου,
Συ εί η αλήθεια του φωτός,
τα λυχνάρια που άναψες στο σώμα της γης,
στα μέτωπα της μετάνοιας και της οδύνης,
στη γενέθλια γη οδήγησέ με,
ανήμπορος νʼ αγγίξω τη μπόρα που συνθλίβει το σώμα μου,
τις λαχανιασμένες ρίζες και τα κίτρινα φύλλα του μαγνητικού δέντρου
πʼ ακούμπησα τον ελκυστικό καρπό του γυρεύοντας,
μνήσθητι κύριε, εμού του οδοιπορούντος,
καμνόντος
και του Σου απροσπέλαστου φωτός
αιχμαλώτου.
`
************
Ο λόγος μου ακονισμένος πάνω στο κάρβουνο
Ο λόγος μου ακονισμένος πάνω στο κάρβουνο
μέσα στις στάχτες και στις πυρκαγιές της κόλασης
πάνω στις γλώσσες της φωτιάς που με κυκλώνουν
μέσα στους σκοτεινούς λαβύρινθους του ΄Αδη
μέσα στους αόρατους τάφους
της παγωμένης ανάσας του Διαβόλου
καθώς το σώμα που αγάπησα έγινε κάμπια,
ερωμένη του χάρου,
πεταλούδα με ρυτίδες από δηλητήριο
με κεντριά τεντωμένα
μέσα στο παλαβό αίμα του,
μια νύχτα με γυάλινα μάτια
όπως το δέρμα του προσώπου σου
μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα
την αυγή που τα μαύρα μαλλιά σου γονατίζαν
πάνω στη σιγή
του τελευταίου εμβατηρίου του χειμώνα
μια μάσκα πεταμένη στον πάγο,
ιδρωμένη στον υποχθόνιο ρυθμό του
σημαδεμένη από τις αστραπές της καρδιάς μου
την εκτυφλωτική θέρμη του Νου μου
την παραζάλη του αόμματου έρωτα,
κιʼ ύστερα έγειρες το λαιμό σου μέσα στο στήθος μου
με τις χορδές του βιολιού σπασμένες μέσα στο στόμα σου
δεν έχω άλλο αλάτι στο βράχο της παρουσίας μου
ο Θάνατος ό,τι γλυκό στο κορμί μου που βουλιάζει
πετώντας πίσω με ορμή
η ψυχή μου πέρα από το μονόλογο της δημιουργίας
μέσα στο μέλι της πρώτης μου εστίας
στο παράξενο φως που ξεχύνεται
καθώς το κέλυφος του αυγού ραγίζει.










