εύδετ’ εμά τέκνεα γλυκερόν και εγέρσιμον ύπνον
Θεόκριτος, Ηρακλίσκος, στ. 7

Σύννεφο δειλό η καρδιά μου
άντεξε την υστερία του κόσμου
μες της πλήξης το κλουβί άντεξε
της λέω ξεγελώντας τα βράδια
με παλιές φωτογραφίες.
Ναι ίδιος είμαι δεν άλλαξα
έγινα απλά μέλλον που αλλοιώθηκε.
Δε γινόταν αλλιώς παραδέχομαι
αγκαλιά παίρνω την κόρη μου τότε
και ξεκινά ο διάλογος:
τα τα τατα κουτα σασα.
Απαντώ σαν πρωτόπλαστος πίθηκος:
τουτα τατα κουτα σασα.
Μ’ ένα χαμόγελο μου δείχνει
τα τέσσερα δόντια της.
Δε με χωράει ο παράδεισος
και χτυπώ τα πλήκτρα
να ζωντανέψει ο Μπαχ
σε μινουέτο παιδικών ενυπνίων.

Τα ταα τατα…
Άκου τι όμορφα τραγουδάν οι σφαίρες!
Έχουν το μέλλον σου κλεισμένο
στο κλουβί της πλήξης
χαμάμ της θλίψης θα ‘ναι οι μέρες σου
σκέφτομαι και βυθίζομαι
σε μια σιωπή που με πνίγει.
Μακάρι λάθος να ‘μαι!

Μικρούλι μου
γιορτινά θα σε ντύσω
με το χαμόγελο ψηλά
θα βαδίσουμε σακατεμένες λεωφόρους
θα σε πάω να μυρίσεις παλιά βιβλία
ν’ ακούσεις βραδινές μουσικές
να δεις πάγους πελώριους
ανάγλυφα βράχια
να γνωρίσεις το παρελθόν των κιόνων.
Άκου τι όμορφα τραγουδάν οι σφαίρες!
Σσσσστ
η ανθρωπότητα κοιμάται
μην την ξυπνήσεις
μικρούλι μου
κοιμήσου τώρα.

Προχθές μου χάρισες ροδοπέταλα
πριν ένα μήνα περπάτησες
αλλά η ανθρωπότητα
άκου πως βαριανασαίνει
κοιμάται αιώνες τώρα
ύπνο φριχτό μ’ εφιάλτη επίμονο
πως τάχα βρέφος ξυπνά μέσα σε κήπο
που το χαϊδεύει ο ήλιος.
Εσύ γλυκά κοιμήσου.