`
ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΚΙΝΕΙΤΑΙ Η ΓΗ
«Ποιος πεινάει, τι λέει το πρωτόκολλο,
Πρώτος ο εσμός των υποσιτισμένων
Ή κάποιος νηστικός από βία
Που μαγειρεύει τη μαύρη του όρεξη;
Τον ξέρουν μόνον όλοι αυτοί στο δρόμο
Ή και οι άλλοι μες στα σπίτια τους
Που δοκιμάζουν το κρασί;
Ποιος είναι ο πρώτος που το ψωμί δεν του φτάνει;
Κάποια συμμορία γαβριάδων
Που καταπίνουν βιαστικά, τα παλιόπαιδα;
Ή κάποιος με φύση χωριάτικη
Ρίχνει μπουκιές σε πηγαδίσιο στόμα;
Αν γνωρίζει ο διαχειριστής, να ενημερώσει,
Ο ψίθυρος των σωθικών σημαίνει
Παλαιό ή νεότερο ένοικο;
Εκεί, ανάμεσα στα δρομάκια
Είναι κάτι μαγαζιά αρωμάτων
Και κάτι άλλα, με γυάλινα.
Εκεί πεινάνε μερικοί. Παρακάτω,
Αν μπει κανείς στην αγορά των αλεύρων,
Πολύ κοντά στʼ αριθμημένα τσουβάλια,
Πεινάνε μερικοί ακόμη. Γλείφουν
Τα χείλη τους με αναίδεια
Σαν να μυρίζει κάπου βούτυρο,
Σαν να χτυπούν στα πιάτα τα κουτάλια.
Μακριά από ʽδω, στα βροχερά βιβλία,
Κατά το έθιμο πεινούν οι λύκοι
Και οι δράκοι που θα νικηθούν οσμίζονται
Το ανθρώπινο κρέας στʼ αλήθεια.
Θα σηκώθηκε από την πόλη αέρας
Και καταχώθηκε στα λημέρια τους
Βασανισμένη αποφορά».
Νησιά κουκουλωμένα με φεγγάρι
Κοιμίζει η θάλασσα σιγοκουνώντας τʼ άστρα.
Μουρμουρίζει το βαρύ το αλάτι της
Και κάτω από το βρασμό της πανίδας
Χορτάτες σέρνονται οι τεκτονικές οι πλάκες…
`
*********
ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
Σχεδόν λερώνει αυτό το κρύο από κει πάνω
Σαν κάποιος να μη θέλει που ξύπνησε
Και χύνει αργά τον καφέ στα πλακάκια.
Τέτοια βουνά δεν τʼ ακουμπά μεσημέρι.
Κάθονται υπέρβαρα κι άντυτα
Κι από το ύψος της αθανασίας τους
Ξεφυσάνε το χιόνι κατάμουτρα
Στους κοκαλιάρηδες τους λύκους τού σπιτιού.
Έτσι μού ʽρχεται να το σκάσω απʼ τον Θάνατο
Κουκουλώνοντας τη γειτονιά μʼ ένα σκούφο,
Χώνοντας τʼ αγρίμια σε υπνόσακους
Και σπρώχνοντας τις βλαστήμιες μου
Σʼ ένα ζευγάρι χνουδωτές παντούφλες.
Να του δέσω μʼ ένα κασκόλ τα μάτια,
Τάχα πως παίζουμε τυφλόμυγα,
Κι ασʼ τον μετά να σκουντουφλάει γελοίος
Στα παγωμένα παπλώματα.
Για δες, πώς κατεβαίνουν τα Χριστούγεννα,
Φτερούγα Αρχάγγελου με γυάλινες αρβύλες
Και εκείνο το υπηρεσιακό χαμόγελο
Κάποιου που σε κυνηγά και σε βρίσκει.
`
**************
ΜΑΡΙΕΣ ΜΕ ΠΑΧΝΗ
Ευλογημένη υπακοή, που η σκέψη μου
Δεν ξέρει να αναγνωρίζει…
Τζάμια υγρά, λίγο κόκκινο,
Κάποια ψελλίσματα επιστροφής
Σε πράγματα πολύ λυπημένα.
Σάρκα ανθισμένη σε μελάνι
Μʼ ένα δυο τριαντάφυλλα ακόμη
Από χαμένη επιστολή.
Μια Μαρία, σοβαρή μαθήτρια,
Που κρύβει τις βρεγμένες της κάλτσες
Βηματίζοντας διακεκομμένα
Από τον ύπνο της στο δικό μου.
Κάθε μάθημα τής είναι αρεστό.
Και μια άλλη, που τα φαγωμένα μου νύχια
Αποθέτει στα μακριά της τα δάχτυλα,
Περιποιείται το δειλό νερό
Που αράχνιασε στα κυπαρίσσια.
Εξαίσιες εργασίες χωρίς άγγιγμα
Για το κρυμμένο νοικοκυριό των ριζών.
Ε, πρέπει να φυλαχτείτε, κορίτσια!
Είναι ένα αρπαχτικό η μελαγχολία μου
Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι
Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών…











Των λυρικών η κλαγγή, των καταπατημένων η οιμωγή, των ποιητών η κραυγή βρίσκεται παντού, μα πιότερο στους στίχους της Δήμητρας Χριστοδούλου. «Ο τρόμος ως απλή μηχανή» είναι ένα άρτιο πεδίο μελέτης των κοινωνιών και των συναισθημάτων. Τα ποιήματα αυτά στην ανάρτηση του ΠΟΙΕΙΝ, στην προέκταση της ποιητικής συλλογής, μια προσφορά σημαντική.
Των λυρισμών ο…..βόμβος
των περιθωριακών ο ……όλεθρος
των ποιητών η ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ
όλα μαζί συνθέτουν
αυτές τις αράδες !!!!!!!!!!!!!!!
Η ιδιαίτερη γραφή της Δ. Χριστοδούλου αφουγκράζεται τη σύγχρονη αγωνία και το αδιέξοδο της ανθρώπινης ψυχής.
Είναι συνοδοιπόρος και συμπαραστάτης στην προσπάθειά της να βρει διέξοδο.
Διαβάζω ό,τι αναρτάται στο ιστολόγιο του ΠΟΙΕΙΝ,αποφεύγοντας τα σχόλια.Αυτή τη φορά,διαβάζοντας τα ποιήματα της Δ. Χριστοδούλου,[παρακολουθώ την ποίησή της],δεν θα το αποφύγω.
…έχει και η νύχτα τα σοκάκια της, η σιωπή τα χρώματά της, ο πόνος τα ουρλιαχτά του κι ο κόσμος τις αλήθειες του. Την Ποίηση.Με ιέρεια τη Δ. Χριστοδούλου, κι εμείς εκκλησίασμα σε κατάνυξη,με ενοχές και μαρτυρίες.
η ποίηση της Χριστοδούλου πλήρης υπαρξιακής αγωνίας και ταυτόχρονα ενός αιχμηρού ρεαλισμού που ματώνει λέξεις.
ποίηση βαθύτατα πολιτική και ευαισθησία με “ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών”,..