Θυμάμαι πάντα τον καθηγητή της κοινωνιολογίας, Δημήτριο Μόνο, να εξηγεί το weltanschauung. «Έστω», έλεγε, «ένας άνδρας που κυνηγά έναν άλλο άνδρα στο δρόμο, κρατώντας στα χέρια του ένα μαδέρι. Αν φέρουμε τον Marx στο παράθυρο και τον ρωτήσουμε τι βλέπει, θα μας πει ότι βλέπει έναν προλετάριο να κυνηγά ένα στυγνό καπιταλιστή. Αν φέρουμε τον Freud στο ίδιο παράθυρο, θα δει ένα γιο που κυνηγάει τον εραστή της μάνας του, είτε αυτός είναι ο πατέρας του είτε όχι». Ο καθείς, λοιπόν, βλέπει τα πράγματα υπό συγκεκρισμένο πρίσμα. Στην παρέα αυτή του παραθύρου προσέθεσα αργότερα στη ζωή μου τους εξελικτιστές, τον Dawkins, τον Wilson, τον Alcock και την παρέα τους, οι οποίοι αρέσκονται στις λεγόμενες «απώτατες» εξηγήσεις. Μέσα στο παράδειγμα του Μόνου, φερειπείν, αυτοί θα έβλεπαν την εγγενή ανθρώπινη επιθετικότητα, χωρίς να πολυνοιάζονται για τις λεπτομέρειες του κυνηγητού. Σημασία γιʼ αυτούς έχει ότι είμαστε ένα είδος πιθήκου που υπό συνθήκας μπορεί να καταστεί πολύ επιθετικό. Τώρα, αν η επιθετικότητα αυτή παρουσιάζεται προς υπεράσπιση ή προάσπιση ενός τσαμπιού μπανάνες, ενός μέσου παραγωγής ή ενός άπιστου θηλυκού, ολίγον τους ενδιαφέρει, εμπρός εις το ότι είμαστε επιθετικοί (διότι, αν το καλοσκεφτούμε, θα μπορούσαμε να μη γινόμαστε ποτέ επιθετικοί- και αυτό κάνει όλη τη διαφορά, για να θυμηθώ τον Φροστ).
H ανάγκη αυτή για «απώτατες» εξηγήσεις, για την απολύτως έσχατη αναγωγή, υπάρχει μέσα μου και εκτός εξέλιξης. Και έρχομαι στο προκείμενο. Προσφάτως διάβαζα στην «Καθημερινή» το ωραιότατο κείμενο του κυρίου Κώστα Κουτσουρέλη για το διαζύγιο ποιητών και κοινού. Χειμαρρώδης ο κ. Κουτσουρέλης, δε φείδεται αυστηρότητας προς τους ομοτέχνους του. Αλαζονικοί αρχιερείς οι ρομαντικοί, ανθρωποδιωκτικοί επαΐοντες οι συμβολιστές, επιτηδευμένοι παραδοξογράφοι οι μοντερνιστές- και εγένετο σχίσμα.
Μπορεί τούτα να είναι αληθινά. Μπορεί πράγματι η ποίηση να έχασε τοιουτοτρόπως πολλούς που θα τη μιλούσαν. Όμως εγώ στρέφω το βλέμμα μου αλλού. Στρέφω το βλέμμα μου σε αυτούς που ρίχνουν το χρόνο τους πάνω στις σελίδες του Dan Brown και τις αποχρώσεις του γκρι, σε ίντριγκες, πάθη, ερωτικά τρίγωνα, δολοφονίες, μυστήρια και μεταφυσικές αποκαλύψεις, κι ούτε που έχουν ασχοληθεί ποτέ τους με την ποίηση, ούτε από μοντερνιστές, συμβολιστές ή ρομαντικούς γνωρίζουν. Γιατί στρέφω το βλέμμα σε αυτούς; Μα γιατί είναι αναγνώστες. Ως γνωστό, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι καν αναγνώστες, επομένως δεν μπορούμε να τους προσάψουμε διαζύγιο, πέραν αυτού με την ανάγνωση.
Οι αναγνώστες αυτοί, λοιπόν, γουστάρουν το διάβασμα- αλλά όχι το διάβασμα της ποίησης. Κι όσο κι αν η ποίηση έχει βληθεί από αλαζονικούς αρχιερείς, ανθρωποδιωκτικούς επαΐοντες και επιτηδευμένους παραδοξογράφους, τα λοιπά λογοτεχνικά είδη (από τα οποία όμως οι αναγνώστες αυτοί δεν έχουν λάβει διαζύγιο) έχουν αντιστοίχως βληθεί από ακαλαίσθητους αναμασητές, χυδαίους εμπόρους και φτηνούς διδακτιστές. Αναζητώ, λοιπόν, το διαζύγιο στη φύση της αναγνωστικής εμπειρίας, όχι της συγκυρίας, όχι της ιστορίας, όχι των όσων υπηρέτησαν μια τέχνη που μοιραίως τους υπερβαίνει.
Επʼ αυτού επιθυμώ να επισημάνω δύο. Η ποίηση δε στηρίζει την ουσία της στην πλοκή. Όποιος θέλει να μασουλήσει καλαμπόκι μπροστά από χαρτί ή οθόνη, να καθίσει αναπαυτικά και να χαθεί μέσα σε ίντριγκες, πάθη, μεταφυσικά φαινόμενα, βουδδιστικό διδακτισμό του πανεριού, ερωτικά τρίγωνα και λοιπά ευπώλητα, στην ποίηση θα απογοητευθεί. Τί θα απογοητευθεί, θα φρίξει, θα ουρλιάξει από ανία και αποτροπιασμό, ωσάν οπαδός που πήγε στο καφενείο να δει τον αγώνα και βρέθηκε αντιμέτωπος με το τριπλό κονσέρτο του Μπετόβεν στη γιγαντοοθόνη. Η αποχαύνωση δεν προσφέρεται από τη Μεγάλη Κυρία. Η Μεγάλη Κυρία μπορεί να σε ταξιδέψει μονάχα όταν συμμετέχεις. Η Μεγάλη Κυρία δε γουστάρει τους κουρασμένους, τους ψόφιους, τους κοιμήσηδες. Τους αποδιώχνει.
Η ποίηση είναι στον πυρήνα της μια εξομολόγηση. Τα χρώματά της είναι ακριβώς γιʼ αυτό θολά. Ποίηση είναι να λες το ανείπωτο, αυτό που η γλώσσα δεν έχει προβλέψει, αυτό που κινείται πέρα από κάθε έννοια συνεννόησης. Η ανάγνωση της ποίησης προϋποθέτει τη μύηση. Η εμπειρία της προϋποθέτει την οικειότητα.
Σε πείσμα, λοιπόν, του χαύνου πλήθους, θα υπάρχουν πάντοτε αυτοί, οι ποιητές, που προσπαθούν να καλλιεργήσουν την οικειότητα. Σε πείσμα των ποιητών που προσπαθούν να καλλιεργήσουν την οικειότητα, θα υπάρχει πάντοτε το χαύνο πλήθος, στο οποίο αρέσουν οι σχέσεις της μιας βραδιάς. Δεν μπορεί να υπάρξει έρωτας έτσι.
Ένα άδειο δωμάτιο περιμένει έναν επισκέπτη. Δεν τον περιμένει τώρα˙ ας είναι κάποτε. Δεν περιμένει πολλούς˙ ένας αρκεί.










Το άρθρο του κ. Κουτσουρέλη εδω: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_23/06/2013_524323
Προσωπικά το βρήκα εκτός (σημερινού) τόπου και χρόνου, γραμμένο με το ίδιο ύφος το οποίο εντός του κειμένου καυτηριάζει…
Το διαζύγιο το έχουν πάρει οι ποιητές με την πραγματικότητα…τη στιγμή που χιλιάδες άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους και απειλείται η επιβίωσή τους, εκείνοι διερευνούν τα… θολά χρώματα της τέχνης τους. Γι αυτό,όσο δεν αλλάζετε νοοτροπία, μην παραπονείστε που δεν πρόκειται να μπει στο άδειο δωμάτιό σας ούτε ένας…
Αμ δε…
Το άρθρο είναι γεμάτο ανόητες γενικεύσεις και ανιστόρητες απόψεις. Σε ποια ιστορική εποχή η ποίηση είχε κοινό; Στην αναγέννηση ή στο μεσαίωνα, όταν ο αναλφαβητισμός χτυπούσε κόκκινα; Μήπως στα χρόνια του Ρωμανού του Μελωδού ή στην εποχή των Ραψωδών; Επίσης, δε διευκρινίζεται αν η “ευτυχισμένη συμβίωση ποίησης και κοινού” αφορά τα δημοτικά τραγούδια και τους θρησκευτικούς ύμνους, για όσους τα καταλάβαιναν κάποτε…
Εξαιρετικό κείμενο από τον Μουζάκη. Φτύνει στα μούτρα την αλαζονεία και μιλά επιτέλους για τον παθιασμένο ποιητή (ο οποίος καλό είναι να μην κλαίγεται σαν γκομενίτσα).
Ο κ. Κουτσουρέλης θεωρεί ως ποιητή τον ψυχαναλυτή και τον κοινωνικό λειτουργό. Αυτόν που υποχρεωτικά και αυτιστικά θα ασχοληθεί με θέματα που πονάνε το σήμερα. Ο ποιητής δεν είναι κοινωνιολόγος, ούτε ιστορικός. Παίρνει σημεία και σύμβολα από την κοινωνία και την ιστορία (ίσως) και τα μετα-γράφει σε μιαν άλλη γλώσσα. Δεν θα σας χαϊδέψει τ’ αυτιά ο ποιητής. Δεν θα σταθεί στο πλάι σας στη γραμμή του ΙΚΑ, δεν θα βγει στο δρόμο να διαδηλώσει για τη μείωση των μισθών. Όλα αυτά θα τα κάνει με τον δικό του τρόπο και ας μην είναι κατανοητός. Ο κάθε καλλιτέχνης γράφει, συνθέτει, ζωγραφίζει, ποιεί πρωτίστως για τον ίδιο. Για τα φάσματα που κουβαλά. Και τεχνηέντως μπορεί να συμπεριλάβει και την κοινωνία μέσα σ’ αυτά. Άστε τον ποιητή να γράφει. Εξάλλου η κοινωνία από μόνη της πάσχει από ΈΛΛΕΙΨΗ ποιητικότητας. Γιατί, λοιπόν, πρέπει και η ποίηση να πάσχει από ποιητικότητα; Ο ποιητής γράφει μόνος στο δωμάτιο του και δεν έχει ανάγκη από επισκέπτες. Έχουμε γεμίσει ποιητίσκους σε γεμάτα από κόσμο δωμάτια. Άς αφήσουμε και κάποιους να ζουν και να γράφουν μόνοι. Η τέχνη θέλει μοναξιά και όχι περιττό κοινοτισμό.
Είναι όντως πολύ δύσκολο να γεμίσεις μισή σελίδα Εφημερίδας…και μισή σελίδα εφημερίδας είναι μια καλή παγίδα να πέσουμε μέσα…
Η ποιηση ομιλείται! (και ομιλει το ανείπωτο)
Ακριβώς αυτό κ.Μουζάκη! Ουσιωδες και καιριο το αρθρο σας.