[author] Του Νάνου Βαλαωρίτη [/author]
«Προς τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος κ. Αντώνη Σαμαρά
Αξιότιμε Κύριε Πρόεδρε,
Γνωρίζω από καιρό ότι ήσασταν στενός φίλος και συγγενής του επίσης στενού μου φίλου και συναδέλφου Οδυσσέα Ελύτη. Γι’ αυτό το λόγο παίρνω το θάρρος να σας απευθύνω αυτή την επιστολή και το κάνω με πόνο στην καρδιά για την κατάσταση στη χώρα μας, που σήμερα εσείς την κυβερνάτε.
Εκτός απ’ το ότι έχουμε υποστεί την πιο άδικη ηθική και εξευτελιστική πολιτιστική επίθεση στην ιστορία μας εδώ και δυο χρόνια από τα γερμανικά ΜΜΕ, και με τέτοιο συστηματικό τρόπο που εξαπλώθηκε πειστικά και στον υπόλοιπο κόσμο, ώστε να φτάσει η απαξίωση ακόμα και σε απλούς Ελληνες πολίτες έξω από την Ελλαδα, έχουμε παραστεί μάρτυρες της δημιουργίας ενός βαρβαρικού μορφώματος που αυτο-αποκαλείται Χρυσή Αυγή, και χάρις στις αντίξοες περιστάσεις μας κατάφερε να μπει στη Βουλή των Ελλήνων με όλα τα σύμβολα και τις συμπεριφορές νεοναζιστών. Το πόσο δεν είναι “ελληνικό” αυτό το φαινόμενο είναι φανερό και από την ιδεολογία του και από τα σύμβολα και τις τελετές που τόσο χοντρικά και αδέξια μιμείται.
Πολλοί από τους συναδέλφους μου διανοούμενους και συγραφείς δεν μοιάζουν να το παίρνουν στα σοβαρά. Δεν βαριέσαι, έχουμε δει κι άλλα κι αυτό θα περάσει, λένε ελαφρά τη καρδία.
Ομως όταν αυτή η κίνηση αρχίζει να βιαιοπραγεί, να δέρνει μέχρι θανάτου τα θύματά της κυκλοφορώντας τις μέρες στα ΜΜΣ και τις νύχτες σε ομάδες που στοχεύουν κυρίως τους ξένους μετανάστες ατιμωρητί χωρίς ποτέ να επεμβαίνει η αστυνομία, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, είναι λόγος μεγάλης ανησυχίας για την εικόνα της οχλοκρατίας που παρουσιάζει η Ελλάδα στο εξωτερικό, πράμα που προστίθεται και δικαιολογεί εν μέρει όλες τις προηγούμενες επιθέσεις και καταδίκες εναντίον μας.
Δεν είναι ανάγκη να επισημάνω πόσο μεγάλος κίνδυνος είναι αυτός για τα εθνικά μας συμφέροντα και ιδίως σε εποχή μεγάλης ύφεσης και παράλυσης της οικονομίας μας πόσο βλάπτει τον ξένο τουρισμό τον οποίο προσφάτως άρχισαν να στοχεύουν, από όπου εξαρτάται το ψωμί του Ελληνα στους έξι μήνες από τον Απρίλιο-Μάιο εως τον Οκτώβριο-Νοέμβριο της καλοκαιρίας. Οταν πλήττεται το ψωμί του μέσου Ελληνα από την ξενοφοβική συμπεριφορά ενός “κόμματος” δεν το βλέπω να έχει πολύ μέλλον.
Το ότι δεν τους έχει αποκηρύξει ονομαστικά το κόμμα σας δεν είναι δική μου δουλειά. Αλλά είναι κακό σημάδι για την ανομία που απολαμβάνουν. Μάλιστα τελευταίως έχω πληροφορηθεί για μια οδηγία που εξέδωσε η Πρεσβεία των Φιλιππίνων, να μην κυκλοφορούν πολίτες της μετά τις 10 μμ. Και στη συνέχεια το σχόλιό της, εάν συνεχιστούν αυτές οι δολοφονικές επιθέσεις δεν θα μείνει ούτε ένας Φιλιππινέζος στην Ελλάδα ούτε καν η Πρεσβεία.
Και θα γνωρίζετε ασφαλώς, Κύριε Πρόεδρε, πόσο νομοταγείς είναι αυτοί οι εργαζόμενοι από τις Φιλιππίνες στη χώρα μας, πόσο εργατικοί/ες και πόσο μας έχουν βοηθήσει στα οικιακά και τις νοσηλείες. Για να βρεθούν αντίστοιχες Ελληνίδες είναι πλέον αδυνατον από πολύ καιρό γιατί προτιμούν, όχι παραδόξω,ς “να μεταναστεύσουν” οι ίδιες σε άλλες χώρες, όπως η Αυστραλία ή ο Καναδάς για παράδειγμα, όπου δεν τους ξυλοκοπούν ή τους σκοτώνουν ομάδες πολιτών με το έτσι θέλω, όταν τους ρωτήσουν τι κάνουν, ούτε καν αν τους ζητήσουν αν έχουν άδειες, τελείως παράνομα γιατί δεν εναπόκειται στα δικαιώματά τους, να ρωτάνε αν δουλεύουν εδώ ή όχι.
Σας ερωτώ Κύριε Προέδρε σε ποια χώρα οι πολίτες δικαιούνται να ελέγχουν, να ξυλοκοπούν και να δολοφονούν κάποιον που δεν έχει άδεια. Εχω ζήσει σε πολλές χώρες αλλά πουθενά δεν βρήκα καμιά τέτοια εξουσιοδότηση.
Τι θα σκεπτόταν ο κοινός μας φίλος και συγγενής σας Οδυσσέας αν έβλεπε αυτή την κατάσταση στην πόλη όπου του άρεσε να κάνει βόλτες τη νύχτα με φίλους συζητώντας, όπως το κάναμε τόσο συχνά, να πρέπει τώρα να φυλάγεται όχι από κοινούς κακοποιούς αλλά από φανατικές μαυροφορεμένες ομάδες νεοναζιστών εισαγόμενων συμβολικά και ουσιαστικά από τη Γερμανία.
Δεν γνωρίζω πόσο καλύπτονται από την αστυνομία μας οι τελευταίοι αυτοί, όπως διαδίδεται, αλλά γνωρίζω ότι το κρατος του νόμου πηγάζει από την πολιτική εξουσία, από τις διαταγές και οδηγίες που εσείς ως πρωθυπουργός της χώρας θα δώσετε στον Υπουργό “Προστασίας του Πολίτη” να μη ρεζιλευτεί αυτός ο τίτλος, και που αυτός με τη σειρά του θα δώσει στην αστυνομία και στους εισαγγελείς να μην ανέχονται καμιά ανομία ή οχλοκρατία και να τιμωρούνται αυστηρά όσα από τα όργανα της πολιτείας συμπράττουν ή αδρανούν.
Αλλιώς ο τόπος μας γρήγορα θα βρεθεί απομονωμένος απ’ τον υπόλοιπο κόσμο. Και αν αυτή η συμπεριφορά, η βάρβαρα ρατσιστική και παράλογη, εξακολουθεί να γίνεται ανεκτή χωρίς να ληφθούν αυστηρά μέτρα, θα χάσετε και σεις και τα κόμματα της συγκυβέρνησής σας τις ψήφους των Ελλήνων που ανησυχούν για τα προς το ζειν τους από την ξενοφοβική απειλή τέτοιων ομάδων, εγκληματικές, ανεγκέφαλες και εχθρικές ως προς τα συμφέροντα της πατρίδας μας που μάχεται να επιβιώσει.
Πολύ φιλικά και με την ελπίδα να λάβετε σοβαρά τη βαθιά μου ανησυχία, ενώ προσπαθώ να υπερασπισθώ τον τόπο, το λαό και τον πολιτισμό μας από τα στερεότυπα σε όλα τα άρθρα μου.
Σας Χαιρετώ με απόλυτη εμπιστοσύνη στη δημοκρατική σας συνείδηση.
Δικός Σας
Νάνος Βαλαωρίτης»
*********












Καλά τώρα… κατόπιν εορτής, και το πανηγύρι έχει αρχίσει εδώ και χρόνια, ώστε να υπάρχουν δικαιολογίες απ’ όλες τις πλευρές. Ξύπνησε κάποιος και χασμουριέται;
—- “Οταν πλήττεται το ψωμί του μέσου Ελληνα από την ξενοφοβική συμπεριφορά ενός “κόμματος’ δεν το βλέπω να έχει πολύ μέλλον.” —-
O ποιητής ανησυχεί μήπως δεν έχει μέλλον η Τσίγκινη Αυγή ή επειδή “πλήττεται το ψωμί του μέσου έλληνα”;
Eυτυχώς ο υπερήλικας ποιητής στέκεται στο ύψος της ανθρώπινης ηθικής, των στίχων και των χρόνων του! Εύγε, κύριε Νάνο Βαλαωρίτη! Ούτε την υπουλότητα των κυβερνώντων ούτε τη δοκισησοφία των σχολιαζόντων ούτε τη βαρβαρότητα των νεοναζιστών ΦΟΒΕΙΤΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ!!!
Περίεργη υποδοχή! Με ποια αντισώματα μετέχουμε στην Ανάγνωση; Εντοπίζω τον λησμονημένο κ. Johann Karl από τις πλατείες του 1850 να τονίζει σταθερά: “Υπάρχει ο απειλητικότατος κίνδυνος να ερημώσει πάλι τα θεμέλια του πολιτισμού και του πλούτου μια νέα εφόρμηση των βαρβάρων -αυτή τη φορά όμως από τα σπλάχνα της ίδιας της κοινωνίας”! Ποιος τον άκουσε το 1933; Έτσι έγινε: εφόρμηση βαρβάρων από της γερμανικής κοινωνίας [και όχι μόνο αυτής!] τα σπλάχνα! Ποιος τον ακούει σήμερα; Θα το δούμε!
Έχω την εντύπωση πως όσο κερδίζει η “πολιτική” τόσο χάνει η Ποίηση… (και αυτό νομίζω πως έγινε φανερό τις τελευταίες μέρες…).
Καλές οι εντυπώσεις, εντυπωσιακές.
UPDATE: H απάντηση του Αντώνη Σαμαρά
«Αγαπητέ κ. Βαλαωρίτη,
Σε ευχαριστώ για την φιλία σου και για την εμπιστοσύνη σου. Και οι δύο -και η φιλία σου και η εμπιστοσύνη σου- με τιμούν πραγματικά…
Σε ευχαριστώ και για την επιστολή σου.
Επ’ αυτής δέξου μερικές παρατηρήσεις μου:
* Πρώτον αναφέρεις -ανακριβώς- ότι δήθεν το κόμμα μου «δεν έχει αποκηρύξει ονομαστικά τους νεοναζί»! Αυτό είναι τουλάχιστον άδικο. Η Νέα Δημοκρατία και εγώ προσωπικά στηλιτεύαμε την παρουσία και τις θέσεις της ΧΑ, δημόσια καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του 2012 -και το Μάιο και τον Ιούνιο- με τον πιο απερίφραστο τρόπο κι όσο δεν το έχει κάνει κανείς! Σε κάθε δημόσια ομιλία μου, κυριολεκτικά…
Μου κάνει εντύπωση που δεν το γνωρίζεις…
* Δεύτερον, και πιο πριν ακόμα από τις εκλογές, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης τότε, προειδοποιούσα τους εταίρους μας για τον κίνδυνο αυτό: η απότομη και μακροχρόνια ύφεση της Ελλάδας να οδηγήσει σε φαινόμενα «δημοκρατίας της Βαϊμάρης». Όταν τότε γιγαντώθηκε το ναζιστικό φαινόμενο στην Μεσοπολεμική Γερμανία…
Και μετά τις εκλογές, ως πρωθυπουργός πλέον, για τον ίδιο κίνδυνο προειδοποιούσα τους εταίρους μας, εξηγώντας το πώς μπορούμε να τον αποφύγουμε στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα το περασμένο φθινόπωρο, σε όλες σχεδόν τις συνεντεύξεις μου σε ξένα ΜΜΕ, αυτό επαναλάμβανα συνεχώς. Και σε αυτό δεν φαίνεται να έχεις σωστή πληροφόρηση…
* Τρίτον, επειδή αυτά που λέω τα εννοώ, πρώτος δεσμεύτηκα -χωρίς να μου το ζητήσει κανείς- να φέρω νομοθετικά μέτρα που βελτιώνουν και επικαιροποιούν το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο της χώρας μας. Να σημειώσω ότι η Ελλάδα διαθέτει ισχυρό νομικό πλαίσιο κατά του ναζισμού ήδη από το 1979, επί κυβερνήσεων Κωνσταντίνου Καραμανλή ακόμα, πριν περάσουν αντίστοιχοι νόμοι στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες και πριν υπάρξει οποιαδήποτε ευρωπαϊκή οδηγία. Κι από τότε έχουν υπάρξει πολλές βελτιώσεις της σχετικής νομοθεσίας μας και πάλι πριν από πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό οφείλουμε να το υπογραμμίζουμε και να το επαναλαμβάνουμε συνεχώς προς τα έξω. Επειδή δείχνεις μεγάλη ευαισθησία -και πολύ σωστά- για κινδύνους «απομόνωσης» της χώρας, καταλαβαίνεις ασφαλώς τη σημασία αυτού του γεγονότος κι αυτού του επιχειρήματος.
* Τέταρτον, επειδή αυτά που λέμε τα κάνουμε και πράξη, βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας υπέβαλαν σήμερα πρόταση που βελτιώνει και επικαιροποιεί το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο. Και με τέτοιο τρόπο, ώστε να καταδικάζει και να θέτει εκτός νόμου το Ναζισμό, τα εγκλήματα του Ναζισμού γενικότερα και μάλιστα με ρητή αναφορά στο Ολοκαύτωμα! Το κάνουμε, μάλιστα, με τρόπο που ενώνει τον πολιτικό κόσμο της χώρας μας εναντίον των νεοναζί -χωρίς να μπλέκεται σε άλλα ζητήματα και χωρίς να δημιουργεί συνταγματικά προβλήματα.
Κι αυτό είναι το ουσιώδες: Πρέπει να ενώσουμε τον πολιτικό κόσμο και το λαό εναντίον των ναζί! Όχι με αφορμή τον κίνδυνο των νεοναζί να διχαστούμε μεταξύ μας.
* Πέμπτον, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ευρώπης που αντιμετωπίζει ένα ιδιαίτερο πρόβλημα: τη μαζική λαθρομετανάστευση! Αυτό δημιούργησε πολύ ευνοϊκό έδαφος για να εμφανιστεί ο εφιάλτης των νεοναζί. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα αυτό. Όχι να το αποσιωπούμε. Πρέπει να αφαιρέσουμε από τους νεοναζί το βασικό τους όπλο. Όχι να τους οπλίσουμε ακόμα περισσότερο. Μόλις προχθές, κάποιοι ακτιβιστές της Αριστεράς έφτασαν στο σημείο να αποδοκιμάσουν ένα άλλο άνθρωπο του πνεύματος, την Κική Δημουλά, επειδή τόλμησε να πει το αυτονόητο: ότι υπάρχουν παρά πολλοί λαθρομετανάστες στην Ελλάδα και ιδιαίτερα σε ορισμένες γειτονιές της Αθήνας! Δυστυχώς, αυτή η ιδεολογική τρομοκρατία που επιβλήθηκε για χρόνια -να μη μιλάμε, δηλαδή, για το πρόβλημα και να απαξιώνουμε όσους τολμούν να το θέτουν- οδήγησε επίσης στο δυνάμωμα των νεοναζί! Αν θέλουμε πραγματικά να τους αφοπλίσουμε και να τους περιθωριοποιήσουμε, αυτό πρέπει να σταματήσει.
Τέτοια εφιαλτικά φαινόμενα, όπως οι νεοναζί, δεν τα αντιμετωπίζεις όταν τα εξορκίζεις ή όταν τα αγνοείς, αλλά μόνον όταν εξαλείφεις τα αίτιά τους.
Στόχος μας είναι να εξαλείψουμε τα αίτια που δυναμώνουν τους νεοναζί και να τους περιθωριοποιήσουμε πλήρως.
Όχι να τους μετατρέψουμε σε δήθεν «θύματα» και να τους δυναμώσουμε!
Η δημοκρατική μου συνείδηση, την οποία εμπιστεύεσαι, μου επιβάλλει να ενώσω τον ελληνικό λαό και να χτίσουμε όλοι μαζί μιαν Ελλάδα όπου δεν θα υπάρχει κανένα περιθώριο για νεοναζί.
Να εξαλείψουμε μια για πάντα τα αίτια που τους δημιουργούν και να περιθωριοποιήσουμε πλήρως και τους ίδιους. Και γι’ αυτό ακριβώς παλεύω…».
Πηγη: http://www.ksm.gr/%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AC-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7/
σαν έκθεση ιδεών η απάντηση του πρωθυπουργού μας
να τον χαιρόμαστε
Σιγά μην την έγραψε ο ίδιος… Ξόρκια για παλιές αστοχίες, επί Υπουργείας στο Εξωτερικών… λαθρομετανάστευση κλπ. Αλλά ο νεοναζισμός είναι παλιότερο φαινόμενο.
@7 Σε κομματικούς διαγωνισμούς εντυπώσεων και σε καιρούς εντυπωσιοκρατίας, τι άλλο περιμένατε παρά εντυπώσεις…
Προσωπικά τίποτα, αλλά μια στοιχειώδης γνώση της πρόσφατης ιστορίας του τόπου μας είναι πάντα χρήσιμη, ώστε να διακρίνονται οι εντυπώσεις από τις παραισθήσεις, εννοώ ότι ήδη από το 1980 κυκλοφορούν νεοναζιστικά έντυπα. Πόσοι το ξέρουν;
Η ουσία και η δύναμη της Δημοκρατίας είναι ότι ανέχεται/αντέχει και ιδέες που εναντιώνονται στην ίδια τη Δημοκρατία. Αυτό που δεν (πρέπει να) ανέχεται είναι βίαιες ενέργειες και “ακτιβισμούς” που στοχεύουν στην αποσταθεροποίηση και την ανατροπή της.
Αν η Δημοκρατία δεν ανεχόταν όλες τις ιδέες ως συζητήσιμες και υποκείμενες σε κριτική, αλλά απέκλειε εκ των προτέρων κάποιες ιδέες και τις ποινικοποιούσε, τότε δεν θα ήταν Δημοκρατία. Τότε θα εξισωνόταν με το αντίθετό της…
Έτσι δεν είναι;
Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε…
Ποια είναι η Δημοκρατία αναφοράς;
Της Βαϊμάρης, της Αττικής του 5ου…;
Κατ’ όνομα δημοκρατίες.
Η Πολιτεία υπόκειται σε μελέτη ακόμα…
Αβασάνιστα ερωτήματα και συμπεράσματα ξεφουρνίζεις.
Περί Αστικής Οχλοκρατίας πρόκειται.
Ποια είναι η Δημοκρατία αναφοράς;
Ξέρω γω…
Υποθέτω αυτή του Σόλωνα ή/και του Κλεισθένη.
“Περί Αστικής Οχλοκρατίας πρόκειται.”: Ωραία…, σύμφωνοι…
Αλλά προσέξτε μήπως σ’ αυτό θα μπορούσε να συμφωνήσει και κάποιος σαν τον Μιχαλολιάκο…:
Αστική: “Λαϊκός σύνδεσμος” η Χρυσή Αυγή… Παιδιά του λαού…
Οχλοκρατία: Στην Χρυσή Αυγή, υποθέτω, επικρατεί στρατιωτική υπακοή και πειθαρχία… Κανένας όχλος και καμιά ενόχληση… Απόλυτη τάξη…!
Δεν χρειάζεται να υποθέσεις, απλά να ξεκινήσεις με τα βασικά, Θουκυδίδη κλπ. Ο Παρθενώνας ξεκίνησε να χτίζεται με περσικά χρήματα, την ίδια στιγμή που οι Αθηναίοι θησαύριζαν με εισφορές των συμμάχων, για πόλεμο εναντίον των Περσών! Το ΄ξερες; Που να το ξέρεις; Τα άλλα που λες, αφορούν την άγνοια.
Δεν διαφωνώ με τις ιστορικές πληροφορίες που κομίζετε…
Αλλά δεν μου απαντάτε. Θα ταίριαζε η φράση “Αστική Οχλοκρατία” σαν σύνθημα της Χρυσής Αυγής; Κι αν όχι, γιατί;
«Ο πληθυντικός της ευγένειας στα ελληνικά είναι κατ’ ουσία άγνωστος. Οι ήρωες του ελληνικού θεάτρου μιλάνε μεταξύ τους στον ενικό από τον καιρό του Θέσπη (μέσα του 6ου αι. π.Χ.) μέχρι σχεδόν τα μέσα του 19ου αι….
Οι βασιλιάδες και γενικά τα διάφορα αξιοσέβαστα πρόσωπα από τη μια μεριά και από την άλλη οι απλοί πολίτες, στρατιώτες, οι δούλοι μιλάνε μεταξύ τους στον ενικό, σ’ όλη την ελληνική λογοτεχνία, από τον Όμηρο μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, όπως είπαμε για το θέατρο. Οι Έλληνες που μοιράζονταν μεταξύ τους τη διαχείριση της εξουσίας με την κλήρωση, δε γνώρισαν ποτέ Μοναρχία ανατολικού τύπου (22) και δεν ανάπτυξαν ποτέ τρόπο ομιλίας που να δηλώνει την ανισότητα των ομιλητών. Ο ακροατής των ομηρικών ραψωδιών, ο θεατής του θεάτρου στην Αθήνα ή αλλού θα θεωρούσε προφανώς τουλάχιστο ανήκουστο -ή ακόμα γελοίο- έναν άλλο τρόπο συζήτησης εκτός από το δεύτερο ενικό πρόσωπο. Οι τάχα εκφράσεις ευγένειας εμφανίστηκαν σε πολιτεύματα και εποχές μη δημοκρατικές κατά τις οποίες λίγοι μόνο άνθρωποι ή και ένας μόνο απολάμβαναν την εξουσία. Οι Έλληνες πολίτες δε θα μπορούσαν ποτέ να καταλήξουν, για να ανταλλάξουν τις απόψεις τους, σε εκφράσεις που έχουν δημιουργήσει και επιβάλει οι διάφορες εξουσίες σε πολλές χώρες, για να υποχρεώσουν τους υπηκόους τους να εκτελέσουν τις εντολές τους. Οι γλώσσες της Δυτικής Ευρώπης άρχισαν να αναπτύσσουν τις εκφράσεις ευγένειας, όταν απομακρύνθηκαν από την επίδραση των ελληνικών -επίδραση που είχαν υποστεί μέσω της λατινικής γλώσσας-, όταν το φεουδαρχικό σύστημα εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη. Παρ’ όλ’ αυτά, στον τομέα της επικοινωνίας με το θείο, οι ευρωπαϊκές γλώσσες διατήρησαν γενικά τον ενικό, μια και οι πρώτες τους προσευχές ήταν μεταφράσεις των ελληνικών προσευχών που είχαν μεταφρασθεί στα λατινικά. Στις ελληνικές προσευχές χριστιανικές ή προχριστιανικές ο πληθυντικός της ευγένειας ή ανωτερότητας ήταν βέβαια άγνωστος, όπως και σ’ όλη την ελληνική φιλολογία.
Η νεοελληνική άρχισε να αναπτύσσει τον πληθυντικό της ευγένειας το 19ο αιώνα μετά την Επανάσταση του 1821 κι όταν είπαμε πως πρέπει να εξευρωπαϊσθούμε και να εκσυγχρονισθούμε. Ο πληθυντικός της ευγένειας είναι η πρώτη προσπάθεια εκσυγχρονισμού του νεοελληνικού κράτους. Ο «εκσυγχρονισμός» έγινε με βάση τη γαλλική γλώσσα και τον εισήγαγαν οι Φαναριώτες που γύριζαν στις Ευρώπες και γνώριζαν και ξένες γλώσσες και κυρίως γαλλικά. Η Απόλυτη Μοναρχία, που επέβαλαν οι «Προστάτιδες» Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, στη χώρα μας, παρά τη θέληση του Ελληνικού Λαού, ενίσχυσε αυτό τον “εκσυγχρονισμό” που, στην ουσία, καλλιεργεί την κοινωνικο-πολιτική ανισότητα και την ψυχική ψυχρότητα ανάμεσα στους χρήστες μιας γλώσσας. Ήταν ίσως το λιγότερο οδυνηρό από τα κακά που επέφερε η Μοναρχία στο λαό μας και τη χώρα μας. Παρ’ όλ’ αυτά όλοι μας ξέρουμε πόσο εύκολα οι Έλληνες στις καθημερινές μας σχέσεις εγκαταλείπουμε τον ξενόφερτο πληθυντικό και χρησιμοποιούμε τον ενικό, όπως τον χρησιμοποιούσαν οι ομηρικοί ήρωες, τα πρόσωπα της τραγωδίας και της κωμωδίας, οι ρήτορες και όλοι τέλος πάντων οι Έλληνες όλων των αιώνων. Πάντως και οι άλλοι λαοί χρησιμοποιούν τον ενικό στο φιλικό τους περιβάλλον. Οι έννοιες ελίτ-ελιτισμός δεν υπήρξαν στην αρχαία ελληνική γι’ αυτό δεν προτάθηκε και αντίστοιχη λέξη. Η λέξη αριστοκρατία δε σημαίνει το ίδιο πράγμα και δε μπορεί να αποδώσει τον ελιτισμό. Πραγματικά φαίνεται πως η Δημοκρατία και η κλήρωση εμπόδισαν τη δημιουργία ενός τέτοιου όρου, αφού η δημιουργία της έννοιας αυτής ήτανε αδύνατη στο δημοκρατικό πολίτευμα και για τη δημοκρατική σκέψη. Κι έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούμε τους ξένους όρους, για να εκφράσουμε αυτές τις έννοιες.»
πηγή: http://www.dimokratia.org/html/politkes_paremvaseis_glossa.html
Νάνος Βαλαωρίτης στον Αντώνη Σαμαρά: «Συγγνώμη, δεν μπορώ να κάνω διάλογο με έναν πολιτικό»
«Να σας πω κάτι; Είμαι μαχητής. Όλη μου τη ζωή πολεμάω εναντίον των φασιστικών καθεστώτων. Δεν βλέπω ένα μέλλον καταστροφικό. Βλέπω πως αν πολεμήσουμε, θα κερδίσουμε. Αλλά πρέπει να πολεμήσουμε, δεν γίνεται διαφορετικά. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν όλοι οι Έλληνες, χρειαζόμαστε σθένος και μαχητικό πνεύμα. Να μην αφήνουμε κάτι τέτοια μορφώματα, όπως η Χρυσή Αυγή, να μας υπερκεράσουν».
http://entefktirio.gr/15-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%BF/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CE%BC%CE%B7-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%8E-%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF-%CE%BC%CE%B5/
Συνέντευξη Νάνου Βαλαωρίτη στη Φανή Πλατσατούρα 31.5.13
πηγή: http://newpost.gr
– Ο κ. Σαμαράς ανταπάντησε στην επιστολή σας και ξεκαθάρισε για μία ακόμη φορά τις θέσεις του κόμματός του απέναντι σε φαινόμενα ρατσισμού, τονίζοντας συγχρόνως ότι στηλίτευσε έντονα την παρουσία και τις θέσεις της Χρυσής Αυγής σε κάθε του δημόσια ομιλία. Νιώθετε ικανοποιημένος από την απάντησή του;
«Την περίμενα την απάντηση του κ. Σαμαρά. Ήταν λογικό να απαντήσει με αυτόν τον τρόπο. Συγγνώμη, αλλά δεν μπορώ να κάνω διάλογο με έναν πολιτικό. Καταλαβαίνω ότι ως πολιτικός είναι αναγκασμένος να αμυνθεί. Η απάντησή του ήταν μια άμυνα για τις θέσεις του κόμματός του. Ανταπάντησε με γενικεύσεις. Ο κ. Σαμαράς χρησιμοποιεί τη γλώσσα των πολιτικών. Εμένα μου είναι πολύ δύσκολο να αναπτύξω διάλογο με τη γλώσσα των πολιτικών. Δε μπορώ να το κάνω αυτό. Καταλαβαίνετε; Διαφέρουμε στον τρόπο με τον οποίον μιλάμε. Εγώ δεν έχω να υποστηρίξω θέσεις πολιτικές. Έχω μόνο γνώμη και εμπειρία και αυτά εκφράζω. Πάντως, θεωρώ ότι μου έκανε τιμή που απάντησε, διότι είναι πολύ σπάνιο πρωθυπουργός να απαντά δημόσια σε επιστολή. Δεν περίμενα βέβαια ότι θα μου απευθυνθεί σε τέτοιο φιλικό τόνο, ακριβώς επειδή δεν γνωριζόμαστε προσωπικά».
– Τι σας οδήγησε στο να στείλετε μια επιστολή αγανάκτησης προσωπικά στον πρωθυπουργό της χώρας;
«Μα δεν είναι η πρώτη επιστολή. Ξέρετε πόσα ανάλογα άρθρα έχω γράψει από το 2010; Τουλάχιστον 15 – 20 άρθρα τα οποία θα βγουν και σε βιβλίο προσεχώς. Σας ρωτάω όμως: Ποιος τα διαβάζει αυτά τα κείμενα; Γράψε λοιπόν ένα γράμμα στην κορυφή, στον άνθρωπο που κυβερνά αυτή τη στιγμή τη χώρα, για να ακουστείς. Η συγκεκριμένη επιστολή στάλθηκε στον πρωθυπουργό πριν τρεις εβδομάδες. Ναι, η αγανάκτησή μου έχει εκτοξευθεί γιατί διαπιστώνω ότι δεν ακούγεται τίποτα από αυτά που λέω. Οι εφημερίδες και τα ΜΜΕ έχουν τους υποτακτικούς τους, οι πολιτικοί βγαίνουν ολημερίς στα παράθυρα, κανείς δεν ακούει έναν άνθρωπο των Γραμμάτων σαν εμένα».
– Γιατί δεν μιλάνε συχνά σήμερα οι πνευματικοί άνθρωποι; Γιατί δεν ορθώνουν λόγο και ανάστημα;
«Γιατί όλοι οι δικοί μας καλλιτέχνες φοβούνται να μιλήσουν. Έξω, στην Ευρώπη οι καλλιτέχνες είναι πιο συνηθισμένοι στο να παίρνουν θέση απέναντι στα πολιτικά γεγονότα. Σας βεβαιώνω ότι οι ποιητές στο εξωτερικό έχουν σαφή θέση και άποψη και την εκφράζουν δημόσια. Με τον λόγο τους επηρεάζουν τις κυβερνήσεις. Ακόμη και στη Γερμανία, βλέπουμε Γερμανούς συγγραφείς να μιλάνε ελεύθερα. Εμείς γιατί δεν μιλάμε…;»
– Τι φοβούνται ακριβώς κ. Βαλαωρίτη;
«Κοιτάξτε… Θα σας απαντήσω με ένα παράδειγμα. Οι λατινοαμερικάνοι τρέφουν μεγάλο σεβασμό στους συγγραφείς τους και συχνά τους κάνουν πρέσβεις, ακόμη και πρωθυπουργούς. Εμείς δεν έχουμε σεβασμό στους συγγραφείς και στους καλλιτέχνες μας. Σήμερα θεωρούμε τους καλλιτέχνες μας λαπάδες. Ο μέσος Έλληνας δεν σέβεται τον διανοούμενο ή τον καλλιτέχνη ή τον συγγραφέα. Οι καλλιτέχνες της Λατινοαμερικής έχουν θάρρος και δημοσιεύουν ελεύθερα τις γνώμες τους. Οι δικοί μας καλλιτέχνες δεν έχουν. Νομίζω ότι περισσότερο απ΄ όλα είναι θέμα αυτοπεποίθησης. Είμαστε πολύ ανασφαλείς και ως άνθρωποι και ως καλλιτέχνες. Και δεν τολμάμε διότι φοβόμαστε πως ίσως γελοιοποιηθούμε. Καταλαβαίνετε, από τι πάσχει ο σύγχρονος Έλληνας; Φοβάται την γελοιοποίηση περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Φοβάται μην λοιδορηθεί, μην αρχίσουν να τον κοροϊδεύουν. Όλα αυτά ισχύουν και για τους Έλληνες καλλιτέχνες, γι΄ αυτό και δεν τολμάνε να πουν δημόσια κάποια λόγια».
– Πιστεύετε ότι η Νέα Δημοκρατία φλερτάρει όντως με την ακροδεξιά;
«Ναι υπάρχει ένα φλερτ μεταξύ τους αλλά είναι στα πλαίσια της μικροπολιτικής και μάλιστα της λανθασμένης. Διότι μην ξεχνάμε το χάσμα μνημονιακών και αντιμνημονιακών. Υπάρχει βαθύ χάσμα ανάμεσα σε αυτά τα δύο στρατόπεδα. Γιατί οι αντιμνημονιακοί αποκλείεται να επισέλθουν στους μνημονιακούς, δεν θα μεταφερθούν ψήφοι αντιμνημονιακών σε μνημονιακούς και αυτό η κυβέρνηση το ξέρει πολύ καλά».
– Αυτή τη στιγμή ως χώρα βαδίζουμε σε ένα σκοτεινό τούνελ. Θα δούμε φως; Υπάρχει τρόπος να σωθεί τελικά αυτός ο τόπος;
«Υπάρχει μόνο ένας τρόπος και αυτός είναι να αλλάξει η Ευρώπη. Να αλλάξει δηλαδή αυτή η πολιτική πορεία της λιτότητας, η οποία μας έχει καταστρέψει. Μας οδηγεί στην καταστροφή με μαθηματική ακρίβεια, πρέπει κάποια στιγμή να το συνειδητοποιήσουμε αυτό. Και όχι μόνον εμάς. Και την Ισπανία και την Πορτογαλία και την Ιταλία και όλες τις χώρες που μπορεί κανείς να φανταστεί αυτή τη στιγμή. Πρέπει λοιπόν πρώτα απ΄ όλα να αλλάξει η Ευρώπη και μετά να αλλάξουμε λίγο και εμείς. Για παράδειγμα να μην έχουμε πλέον αυτή την άθλια γραφειοκρατία, η οποία μας ταλαιπωρεί μέρα νύχτα».
– Τι διορθώσεις θεωρείτε πως επιδέχεται η Δημοκρατία μας, ως πολίτευμα;
«Η Δημοκρατία μπορεί πάντοτε να βελτιωθεί. Με καινούργιους νόμους αλλά και νέες πρακτικές. Αλλά να εφαρμόζονται αυτοί οι νόμοι τους οποίους νομοθετούν. Νομοθετούμε έναν νόμο για τον ρατσισμό; Να τον εφαρμόζουμε κιόλας στην πράξη, όχι μόνο στη θεωρία. Ο κ. Σαμαράς μίλησε για νόμους κατά του ναζισμού αλλά αυτοί οι νόμοι δεν έχουν ποτέ εφαρμοστεί στην πράξη. Αυτοί οι νόμοι υπάρχουν αλλά κινούνται στα ράφια, μέσα στα πρακτικά της Βουλής. Δεν είναι όμως Δημοκρατία αυτή. Τη Δημοκρατία μας πρέπει να τη βελτιώσουμε, όχι να την ανατρέψουμε. Αυτό είναι και το μεγάλο λάθος των Αριστερών. Θέλουν να ανατρέψουν τη Δημοκρατία, όχι να τη βελτιώσουν. Μόνο η Δημοκρατία επιτρέπει την απόλυτη ελευθερία, όλα τα άλλα πολιτεύματα είναι θεωρητικά».
– Πρόσφατα είδαμε να κατηγορούν μια άλλη μεγάλη εκπρόσωπο των Ελληνικών Γραμμάτων, την κα. Κική Δημουλά, για ρατσιστικό λόγο. Επρόκειτο θεωρείτε για μία στοχευμένη επίθεση – σημείο των καιρών μας;
«Θεώρησαν την Κική Δημουλά ρατσίστρια. Ε όχι… Είναι ηλίθιο να λέγονται δημόσια τέτοια πράγματα. Δεν μπορείς να κατηγορήσεις μια γυναίκα που παραπονέθηκε επειδή δεν υπάρχει ελεύθερο παγκάκι να καθίσει. Μόνο αυτό έχω να πω».
– Ως εκπρόσωπος της Τέχνης και των Γραμμάτων, άνθρωπος διορατικός, τι εικόνες βλέπετε από το μέλλον;
«Να σας πω κάτι; Είμαι μαχητής. Όλη μου τη ζωή πολεμάω εναντίον των φασιστικών καθεστώτων. Δεν βλέπω ένα μέλλον καταστροφικό. Βλέπω πως αν πολεμήσουμε, θα κερδίσουμε. Αλλά πρέπει να πολεμήσουμε, δεν γίνεται διαφορετικά. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν όλοι οι Έλληνες, χρειαζόμαστε σθένος και μαχητικό πνεύμα. Να μην αφήνουμε κάτι τέτοια μορφώματα, όπως η Χρυσή Αυγή, να μας υπερκεράσουν».
– Είναι ο εκφοβισμός το μεγάλο όπλο της Χρυσής Αυγής;
«Είναι τρομοκράτες. Λειτουργούν με ένα σύστημα τρομοκρατικό. Γιατί να ανεχθούμε αυτούς τους τρομοκράτες ανάμεσά μας; Εδώ δεν ανεχθήκαμε την 17η Νοέμβρη, αυτούς θα ανεχτούμε; Αυτή τη στιγμή, ακόμη και τα αριστερά κόμματα έχουν απαξιώσει την τρομοκρατία από το πρόγραμμά τους. Θεωρούν ότι ο αγώνας γίνεται συλλογικά και όχι με περίστροφα και βόμβες. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τη Χρυσή Αυγή, αλλά τι να συζητάμε; Ένα τρομοκρατικό μόρφωμα είναι, το οποίο πρέπει να ξεριζώσουμε ολοκληρωτικά από τη ζωή μας».
– Αν γράφατε ένα ποίημα για τη σημερινή Ελλάδα, για τις ανοιχτές πληγές της που αιμορραγούν, τι τίτλο θα βάζατε;
«»Το πικρό καρναβάλι». Ναι σήμερα η εποχή μας μόνο έτσι μπορεί να χαρακτηρισθεί, μονάχα ως ένα Πικρό Καρναβάλι. Η δημιουργικότητα που μας χαρακτηρίζει βλέπουμε ότι πικρίζει σιγά σιγά. Με τον συγκεκριμένο τίτλο εννοώ ότι η εποχή μας έχει γίνει τελείως χαώδης και παράλογη, αλλά δεν παύει να είναι ένα καρναβάλι. Να έχει μία αισθητική πλευρά δηλαδή, η οποία μπορεί να κυριαρχήσει. Τον Σεπτέμβριο μάλιστα θα κυκλοφορήσω ένα βιβλίο μου με ποιήματα από τις εκδόσεις Ψυχογιός, το οποίο θα φέρει τον συγκεκριμένο τίτλο».
Από τον political correct λογο του Νάνου επιτρέψτε μου να προτιμήσω το λόγο ενός γίγαντα… https://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=yKwsJ6hOE4c
«Οι διανοούμενοι και οι άλλοι»
«Τoν Σεπτέμβριο του 1966, έξι μήνες πριν από τη δικτατορία του ’67, ο Σεφέρης σε κείμενό του («Συνομιλία με τον Φαβρίκιο») αναφέρεται στην «κρίση του τελευταίου χρόνου» και απαντά στο συνηθισμένο ερώτημα κατά πόσο οφείλουν οι διανoούμενοι (ο όρος εσαεί αδιευκρίνιστος) να παίρνουν πρωτοβουλίες και να καταγγέλλουν πολιτικές ατασθαλίες και εκτροπές. Γράφει: «”Μα δεν πρέπει να βοηθήσουμε;” θα ρωτήσουν; Ασφαλώς πρέπει. Δεν είμαι αρμόδιος να κηρύξω κανόνες γενικής συμπεριφοράς. Ομως, προσωπικά, πιστεύω πως βοηθά κανείς καλύτερα κάνοντας τη δουλειά που του έδωσε ο Θεός να κάνει σ’ αυτή τη σύντομη ύπαρξή μας, όσο μπορεί πιο τίμια και πιο παστρικά. Οχι ρίχνοντας τροφή στον κομματικό σάλαγο. Τις προάλλες ένας μεσόκοπος λογοτέχνης μου έφερε να υπογράψω ένα μανιφέστο. Αρνήθηκα. “Θα αφήσουμε λοιπόν να γίνει η δικτατορία;” με ρώτησε. Του είπα: “Η δικτατορία θα είναι η χαριστική βολή για τον τόπο. Αλλά πιστεύω πως τις δικτατορίες δεν τις σταματούν μανιφέστα διανοούμενων”». Η ιστορία – φευ – απέδειξε πως ο πολιτικότατος ποιητής είχε δίκιο. Μίλησε ωστόσο όταν έπρεπε και κυρίως δεν μίλησε εκ του ασφαλούς. Συμπέρασμα πρώτο: αν είναι να διαμαρτύρονται οι διανοούμενοι ας το κάνουν τουλάχιστον με κάποιο κόστος.
Οταν λοιπόν, ας πούμε, ένας ποιητής στέλνει μια επιστολή στον Πρωθυπουργό για να του πει πως πρέπει να προσέξει τον υφέρποντα φασισμό (λες και ζει σε άλλη χώρα) ή διαμαρτύρεται για την άδικη φορολογία, τις περικοπές μισθών και συντάξεων, τις απολύσεις κλπ. – και αυτά προβλήματα της δημοκρατίας είναι και κρίση θεσμών δηλώνουν – και όταν ο Πρωθυπουργός, σαν καλός επιστολογράφος, σπεύδει να απαντήσει, δεν συμβαίνει δα και τίποτε το φοβερό: ένα είδος πολιτικού savoir vivre έχουμε, τίποτε περισσότερο. Μάλιστα, αυτός που κερδίζει τελικά είναι ο Πρωθυπουργός, καθώς, αθέλητα ίσως, του δίδεται μια βολική «πάσα» να πει τα δικά του. Εχουν περάσει οι εποχές (αν πράγματι υπήρξαν κάποτε) όπου στοχαστές, ποιητές, καλλιτέχνες κλπ. μπορούσαν να ανταλλάσσουν απόψεις με εχέφρονες, καλλιεργημένους, σοβαρούς πολιτικούς. Σήμερα δεν υπάρχουν όροι και προϋποθέσεις για μια στοιχειωδώς έστω σοβαρή ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα σε έναν ποιητή και σε έναν πολιτικό. Συμπέρασμα δεύτερο: ένας ποιητής άξιος του ονόματός του δεν καταδέχεται να αλληλογραφεί με έναν Πρωθυπουργό.
Αυτού του είδους οι καταγγελίες, αγωνίες και διαμαρτυρίες ας αφεθούν στους «άλλους» εκείνους διανοούμενους από τους οποίους η Ελλάδα – δόξα τω Θεώ – είναι γεμάτη. Είναι γνωστόν ότι σε κάθε επάγγελμα υπάρχουν και οι οικείοι διανοητές: δημοσιογράφοι διανοούμενοι, δικηγόροι, δικαστές, συνδικαλιστές, βιομήχανοι, πανεπιστημιακοί διανοούμενοι κλπ. Αυτές τις καταγγελίες να τις κάνουν επίσης οι διανοούμενοι της Βουλής, αφού κάθε πτέρυγά της έχει τους δικούς της διανοητές, ποιητές, πεζογράφους, ηθοποιούς κλπ. Μέσα στο θερμοκήπιο της Βουλής ανθίζουν όλα τα λούλουδα της διανόησης. Μηδέ της Χρυσής Αυγής εξαιρουμένης. Κυρίως όμως να βγουν έξω και να διαμαρτυρηθούν για όσα συμβαίνουν στην πολιτική, στην οικονομία, στην παιδεία, πρωτίστως, και στον πολιτισμό οι, κατά τεκμήριο, διανοητές του υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Με πρώτο τον διανοητή αναπληρωτή υπουργό.
Αυτής λοιπόν της τάξεως οι πολιτικοί διανοούμενοι οφείλουν να βγουν και να μας εξηγήσουν πώς και γιατί βρεθήκαμε μπροστά στην ξαφνική (;) άνοδο του ρατσισμού και του φασισμού. Και τότε θα φανεί ότι η εμφάνιση και η αύξηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα συνδέεται αμέσως και ευθέως με την ύβριν και την απαξίωση της δημοκρατίας και της πολιτικής εντός και εκτός Βουλής. Αυτά να βγουν και να μας πουν οι πολιτικοί μας. Αλλά δεν θα βγουν και πάλι θα αποδειχθεί πως όλοι τους τζάμπα σιτίζονται στο Πρυτανείο. Γι’ αυτό, όταν τους γράφουμε, όχι μόνο χάνουμε χαρτί και μελάνι, αλλά και τους εξυπηρετούμε κιόλας. Συμπέρασμα τελευταίο καβαφικό: αν έχουν να μας πουν ή να μας δείξουν κάτι οι διανοούμενοι (ο όρος παραμένει αδιευκρίνιστος), ας το κάνουν τουλάχιστον με κάποιο κόστος. Κυρίως όμως ας μην ευτελίζονται μέσα σε συνάφειες πολιτικές. Αρκεί και με το παραπάνω να κάνουν τίμια και παστρικά τη δουλειά τους.»
* Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.
Πηγή: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=518043#.Ub6tA80Bcjk.facebook