[author]Του Κώστα Ρεούση [/author]
Ένα σαθρό οικοδόμημα αλυσιδωτά καταρρέει. Όταν η όποια ηθική αποκτά την έννοια του εγκλήματος και ο πλέον άσπιλος άνθρωπος κατηφορίζει το βούρκο. Φαίνεται πως είναι ο καιρός των υπονόμων. Αν διακυβεύεται κάτι στο νησί τούτο συνοψίζεται στο «πορνοσταριλίκι» που μας χαρακτηρίζει. Αποκομμένοι σταδιακά από ό,τι το πελασγικό ή ελληνικό, περιφέρουμε συνεύθυνα τις φιλανθρωποφαγικές αγαθοεργίες του κάθε Οργανισμού Ηνωμένων Ενοχών. Η Ευρώπη του εφιάλτη των κλιματιστικών, των χωρίς αντίκρισμα και νόημα συνεδρίων και συνευρέσεων, του πολιτικού ή πολιτειακού τουρισμού, των μαγγανοπήγαδων του catering και των αποφάσεων της πανάκριβης μοκέτας εισπράττει τον ιδρώτα του σερβιτόρου, την αγανάκτηση του χαμάλη και τη στιβαρότητα της καθαρίστριας. Βάρβαροι προσωπιδοφόροι δεξιώνονται έγγραφα, συζητήσεις, ψηφοφορίες, αποφάσεις, δανειοδοτήσεις, χρηματοδοτήσεις κι επιχορηγήσεις εκπορνεύοντας την εκτυφλωτικότατη διαφάνεια της θάλασσας και το ανέσπερο σκοτάδι του ήλιου. Ιθαγενή ανθρωπάρια υπεκφεύγουν της υπερπραγματικής ελεύθερης κι αιώνιας αποδεσμευμένης αλήθειας, κωφεύοντας ή κάνοντας γαργάρα τη λαμπρή συμμετοχή τους στην εκ νέου ανοικοδόμηση της πουτανιάς. Καμιά συλλογικότητα δεν οδηγεί κάπου, όπως άλλωστε ποτέ στην ιστορία. Το καθοδηγούμενο αγελαίο ξέσπασμα της μιας στιγμής ξεθυμαίνει όπως ένα ανθρακούχο αναψυκτικό που έμεινε ανοικτό μετά το τέλος του εισπρακτικού εορτασμού ή πένθους των κακόγουστων κοινωνικών προσποιητών εκδηλώσεων. Άραγε το παζάρι περιμένει τον έμπορο μεταπράτη που θα μας πουλάει εκ νέου αλυσοδεμένους σκλάβους ή το δήμιο δικαστή που θα μας κόβει το κλεμμένο χέρι; Ίσως να ʼναι αναγκαίο. Οι ταγοί, τα παραφερνάλια, οι σφουγγοκωλάριοι, οι ρουφιάνοι, οι πράκτορες, οι πάντα πρόθυμοι καλοθελητές της εσχάτης διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδιακής προδοσίας και οι διαβρωμένοι χρυσωμένοι αφελείς «πνευματικοί άνθρωποι» (λογοτέχνες, καλλιτέχνες εν γένει, άγιοι και μακαριότατοι δεσποτάδες) κυκλοφορούν στις φλέβες μας προκαλώντας μία μόνιμη, καλπάζουσα και μεταστατική σηψαιμία. Εκεί που το νεύρο θα ʼπρεπε να εκπαιδεύεται σιωπηλά μαινόμενο -σκοπεύοντας τη λυτρωτική υπερπραγματική απαγκίστρωση των έμβιων όντων απʼ τη χαμερπή παρασιτική δήθεν εκλέπτυνση των πολιτικώς ορθών συμπεριφοριστικών πρακτικών- εμείς παραμένουμε ωφελιμιστικά εγκλωβισμένοι στην επικερδή και λανθάνουσα λειτουργία ενός ξιπασμένου, εδώδιμα αποικιακού και τουρκεμένου τόπου.
Απόσπασμα από το σε εξέλιξη δοκίμιο του Κώστα Ρεούση «Ο ποιητής ως πράκτορας της εποχής και του βίου του».












Όταν η σταθερή και πρώτη αξία σε μια κοινωνία είναι το χρήμα…μύρια δεινά έπονται
Στον αποικιακό τουρκεμένο τόπο πληρώνουν τη νύφη οι σερβιτόροι, οι χαμάληδες, οι καθαρίστριες και θριαμβεύουν οι δεσποτάδες, οι χρυσωμένοι καλλιτέχνες, οι πορνοστάρ…όμορφο κείμενο όπου ο υπερρεαλισμός τα βάζει με τη μόνιμη σηψαιμία που διαρκώς καλπάζει, αφού θέρισε πολλές ζωές…και δε φοβάται χάρο, στο νησί με τις παλιές ιστορίες…
Οδυνηρά εύστοχο και ωραίο το κείμενο… Ας ελπίσουμε στον έναν (στον κάθε ένα αφού η συλλογικότητα δεν οδηγεί κάπου) που μέσα του πλέουνε “οι παλιές ιστορίες” και η μνήμη σταθερή πέτρα στο βυθό του αίματος.
Μπασκόζος Γιάννης Ν.
Κινδυνεύει να καταστραφεί ο τάφος του Ανδρέα Κάλβου στην Αγγλία
Η ελληνική πρεσβεία στη βρετανική πρωτεύουσα αδιαφορεί
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 24/05/2013 13:02
http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=514401
¨Ο τάφος του ποιητή Ανδρέα Κάλβου που βρίσκεται στο Λάουθ της Αγγλίας στον εξωτερικό χώρο της εκκλησίας της Αγίας Μαργαρίτας πέρασε στα χέρια ιδιώτη αγοραστή.
Σύμφωνα με καταγγελία του ερευνητή Σπύρου Παππά που βρέθηκε πρόσφατα εκεί και μετά από προσπάθεια να διερευνήσει τις προθέσεις του νέου ιδιοκτήτη διαφαίνεται ότι ο τελευταίος «σκοπεύει να μετατρέψει τον ναό, εν μέρει σε χώρο κατοικίας του και εν μέρει σε εργασιακό χώρο».
Το πρόβλημα είναι ότι ο τάφος του Κάλβου, από το 1988 οπότε και αναστηλώθηκε παρουσιάζει σήμερα μεγάλη φθορά και θα πρέπει κάποια στιγμή να αποκατασταθεί.
Επίσης ο ναός της Αγ. Μαργαρίτας (13ου – 15ου αιώνα) βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση – εσωτερικά και εξωτερικά – αν και γίνεται από τον ιδιοκτήτη κάποια πρώτη προσπάθεια συντήρησης που όμως βρίσκεται σε αρχικό στάδιο.
Επίσης από το εσωτερικό του ναού, έχει αφαιρεθεί η μαρμάρινη αναμνηστική πλάκα της οποίας τα αποκαλυπτήρια είχε κάνει ο Γ. Σεφέρης και σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο του Λάουθ. Εγείρεται έτσι το ζήτημα για το μέλλον του κενοταφίου και για τις πιθανές λύσεις με σκοπό να διατηρηθεί η μνήμη του Κάλβου……”
http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=514401
Κώστα μια χαρά τα λες, εύστοχα και βάζεις το μαχαίρι στο κόκαλο. Μπράβο!
Για το θέμα του Κάλβου τώρα. Αν και όσο ζει ο Κάλβος μέσα μας είναι άχρηστο το μνήμα του.
«Κι ο ουρανός καμάρωνε, κι η γη χειροκροτούσε/ (…) κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης», τραγουδά προς τους Ελεύθερους και Πολιορκησμένους ποιητές ο Διονύσιος Σ. Και πού ‘ναι τα λουλούδια αυτά; Ο αναγνώστης προβληματίζεται για τον αλληλοκαθορισμό της ανάμνησης και της πραγματικής ζωής στις ανήσυχες διαδρομές και δοκιμές του Κώστα Ρεούση, κάτι σαν το διττό χαρακτήρα της αίσθησης στον Πλάτωνα: «θάνατος» και «γένεση». Η τέχνη της γραφής, φάρμακο «της σοφίας και της μνήμης» (στον διάλογο «Φαίδρος»).
Ο Κάλβος δεν μας έχει ανάγκη, φίλοι μου. Εμείς τον έχουμε, ελλαδικοί και κυπριώτες!!! Για το θέμα που παρεισέφρησε μετά τη δημοσιογραφική δημοσιοποίηση: Δεν πρόκειται απλώς για το θέμα ενός κενοταφίου.
Νομίζω ότι υπάρχει μια βιασύνη στο να προσπεράσουμε το θέμα, ίσως επειδή ασκούν πίεση στις εύθραυστες συνειδήσεις όλων μας οι κρίσιμες κι αρνητικές οικονομικές /κοινωνικές εξελίξεις στο προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Με συγχωρείτε, αν μακρηγορώ.
Συγκρατώ από το δημοσίευμα του Γ. Μπασκόζου: «[..]καμία ως σήμερα ανταπόκριση δεν υπήρξε από την πλευρά της [ελληνικής] πρεσβείας. Και μάλλον με αρκετή αδιαφορία δέχτηκαν τα αλλεπάλληλα, επί μέρες, τηλεφωνήματα των δυο ερευνητών [των Λ. Ζαφειρίου και Σπ. Παππά] (…)». Η ηθική ρηχότητα και η [γραφειο]κρατική αδιαφορία θυματοποιεί ένα σύμβολο του νεότερου ελληνισμού, ανάμεσα στα τόσα άλλα. Κι εμείς θα είμαστε απόντες από την όλη προσπάθεια; «Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια διεθνής κινητοποίηση από τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Κύπρο για το θέμα».
Πτυχή της στάσης μας προς το πολιτισμικό παρελθόν και παρόν μας είναι τα όσα γίνονται [ή μάλλον δεν γίνονται!] για την ορθή προσέγγιση, κατανόηση και δημιουργική αφομοίωση του πολιτισμού μας, πέρα από κορώνες και ρητορείες, πέρα από κομματισμούς και διχασμούς. Το ίδιο ισχύει και για την «ανώφελη» για ορισμένους – όχι τους διαλεγόμενους εδώ στο ΠΟΙΕΙΝ- πλην όμως αναγκαία έρευνα γύρω από τον ποιητή και τον άνθρωπο Ανδρέα Κάλβο. Η ανεύρεση χαμένων έργων του Κάλβου, ο εμπλουτισμός των γνώσεων γύρω από τις συνθήκες ζωής και δράσης, ο περιορισμός φιλολογικών αυθαιρεσιών, ενισχύουν την αυτοσυνειδησία μας. Και δεν πρόκειται απλώς για την απεικόνιση της μορφής του Κάλβου!
Επιπλέον, κάποιοι ερευνητές –οπωσδήποτε και οι προαναφερθέντες- έχουν αφιερώσει πολλά χρόνια από τη ζωή τους με κόστος ψυχικό, οικογενειακό, οικονομικό, επαγγελματικό, και με μεγάλη αφοσίωση στη συγκρότηση των «Απάντων» του Α. Κάλβου (στο Μουσείο Μπενάκη). Γιατί κάποιος άλλος θα σπεύσει να ονειδίζει; Αλήθεια, θα διαχωριστεί ο εργάσιμος και ο «ελεύθερος» χρόνος και σ’ αυτή την περίπτωση;
Επίσης, ποιος «ειδικευμένος στην χειρουργική της ύπαρξης» θα αποκολλήσει τον εργάσιμο και τον μη εργάσιμο χρόνο από τη ζήση του ανθρώπου ερευνητή; Ποιος θα τον υποτιμήσει ως «μη ωφέλιμο» για τον πολύ κόσμο; Αλλά και ποιος θα του τον «επιστρέψει», για να τον ξαναζήσει για όσα εμείς οι άλλοι θεωρούμε καθημερινή ή και σπουδαία δραστηριότητα;
Καλό απόγευμα, κύριε Ρεούση! Στην υγεία της Λευτεριάς! Μέγας εί , Εγγονόπουλε, και Θαυμαστά τα έργα Σου.
Επιτρέψατέ μου να θυμίσω στο σημείο αυτό τον Νάνο Βαλαωρίτη: «Θυμάμαι, όταν ο Εγγονόπουλος διάβαζε στην κατοχή τον «Μπολιβάρ» στο σπίτι του Εμπειρίκου, μ’ έπιασε ένα ακατάσχετο γέλιο, όταν έφτασε ο ποιητής στην κατακλείδα του ποιήματος στο στίχο: «Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας». Το γέλιο αυτό δεν ήταν προσβολή εναντίον του ποιήματος αλλά κομπλιμέντο»
( Για μια θεωρία της γραφής, εκ.δ Εξάντας, 1990, 156-157).
“Ελπίζω τα σφάλματα της σελίδωσης να μην είναι τόσο χοντρά(…). Από “ταμπέλες” και “τεμπέλες” σκέψεις γιομίζει ο τόπος”. Αντιχαιρετώ! Κι αναμένω επί της ουσίας στον προβληματισμό που εξέθεσα.