
Tintoretto (1518-1594), Εις Άδου κάθοδος
Ο ουρανός γκριζάριζε την πτήση των χελιδονιών
Ενώ ακίνητα αειθαλή τηρούσαν το πέρασμα άπιστων προσκυνητών
Η τεχνολογία έστελνε υβριστικά μηνύματα
Ακραιφνείς υπόκωφοι συριγμοί
Αναστάσιμων αγγελικών διαβολικών συμμαχικών ταγμάτων
Ύψωναν φόβου κατάρα τρόμου
Ελεώντας τη δωσίλογη υποχώρηση της ακόρεστης μοιχαλίδας
Η γραφή ερχόταν αφθόνια
Με οργισμένη την ωδή ορδή της
Καθώς μια δέσμη αχτίδων ηλιακού φωτός αφιέρωνε αναθηματικά
Το παρθένο βλέμμα
Στην τυμπανοκρουσία του ρόμβου
Συνοψίζοντας ήχους
Χάραζε στο αόρατο στερέωμα του θόλου
Το τσίριγμα της κορασίδας
Την άβουλη απορία του παιδός
Την πολυλογία της νεάνιδος
Την αμήχανη καύλα του νέου
Την αναίσχυντη δήθεν εκδίκηση της γυναίκας
Και
Το ανάθεμα του ανδρός
* Λευκωσία, πλατεία Φανερωμένης, καφενείο «Καλά Καθούμενα», Μεγάλο Σάββατο 14 Απριλίου 2012










Σε τρεις ώρες σκέφτηκε θα απολαμβάνουμε τον καφέ στα «Λακά Θουκάμενα», συντροχιστής ενός ταγμένου ταραγμένου γραφιά στη Λευκωσία την αμετάφραστη δίοδο, κοιτώντας τα κυκλάμινα της Ναρικατέ και δίπλα το σκάφανδρο να προσεύχεται στην υποβρύχια υπερπραγματικότητα, ενώ το αγόρι που διάβαζε ποιήματα θα συνεχίζει να γελά -να γελάς ώ ταραχοποιέ! να γελάμε αγνά και άσπιλα, ταραχοποιοί!!!
[μια ευχετήρια περιδιάβαση στους στίχους και στα νάματα της συλλογής «Ο κρατήρας του γέλιου μου» του Κώστα Ρεούση-Παπαθανασίου]
Καλή Ανάσταση!
Τάση
Αν
Επ
Ανάσταση
Επανάσταση!
λογιοτατισμος υπο το προσχημα του δηθεν σουρεαλισμου ….δεν πειραζει υπαρχουν και χειροτερα…ο αγαπολουλουδισμος….
Υπερρεαλισμός τύπου 1924, μόλις κυκλοφόρησε το περιώνυμο Μανιφέστο. Αυτόματη γραφή, εύκολη, χωρίς την ωριμότητα αυτού που ξέρει να επιλέγει και να συναισθάνεται, βηματίζοντας και χτίζοντας τον στίχο ενός ποιήματος. Παρόλ’ αυτά όμως υπάρχει μια ορμή για επιβεβαίωση και επιθυμία πως ο κ. Ρεούσης ψάχνει να βρει μια ποιητική έκφραση που θα του εξασφαλίσει και την προσωπική του φωνή. Είμαι βέβαιος πως κάποια στιγμή θα μας δώσει πολύ καλύτερα ποιήματα από αυτά. Προς το παρόν αναλίσκεται σε συνεχείς καταγραφές συνωστισμένες και δύσπεπτες που θυμίζουν την πρώτη προσπάθεια του Ανδρέα Εμπειρίκου στην Υψικάμινο (1945), όπου ανάμεσά στα ποιήματα της συλλογής παρατηρούνται και τα πρώτα σημάδια απομάκρυνσης από την αυτόματη, εύκολη, γραφή, με παράδειγμα το πεζό ποίημα “Κλωστήριον Νυχτερινής Ανάπαυλας”. Σκέφτομαι επίσης την τόσο καλή συλλογή του, την “Οκτάνα”, Ίκαρος, 1980, με φτασμένες πια απόπειρες, αρκετά ολοκληρωμένες, με τα θαυμάσια πια πεζά ποιήματα “Αι λέξεις” και το περίφημο “Όταν οι ευκάλυπτοι θροϊζουν στις αλέες” αφιερωμένο στον Κ. Καρυωτάκη.