Της Νύφης

Με τις δαντέλες και τα διαλεχτά, φανταχτερά αινίγματα. Αστράφτει από την χαραμάδα το σεντούκι, και στην μέση του οντά παραταγμένο το σόι τέσσερεις γενιές˙ στο χέρι ο καθένας ένα φλουρί ή ένα μπογαλάκι. Η μιλημένη χήρα ένα μπακίρι, της καίει την παλάμη˙ κάποια θεία πιο μακρυνή, αγχιστείας, ίσως ένα γράμμα με χρυσόβουλο.

Στην αυλή πάντα τα όργανα, από τον Πολυπόταμο, και τα κουστούμια τους υγρά, που διέσχισαν ξημέρωμα το δάσος. Βαράνε έξη ώρες τώρα τον ίδιο σκοπό, και κάθε τόσο χάσκει λίγο παραπάνω το σεντούκι.

Ανάμεσα στέκει, βουβός, ο γαμπρός˙ χωρίς έδνο, κι ορφανεμένος στα δεκατέσσερα. Τα μονοπάτια όλα καμένα, από ασκέρι της φατρίας, επήλυδες. Βρύα αργά προς την κοίτη του ποταμού κι ο παπάς ακολουθεί τη ροή με το ποδήλατο και κάθε τόσο σταματά για τσιγάρο ή για να κάνει τον σταυρό του.

Εμένα με στείλαν στην πόλη, στου δάσκαλου, κι αυτή είναι η παρακαταθήκη που μου παράγγειλαν, και τα γράφω όπως έγιναν, ασφαλής, στο πατάρι με την γκαζόλαμπα, δικτυωτή δαντέλα ζεσταίνει τα πόδια μου.

*

Δυναμίτες

Κάθε που πεθαίνω, ο σταλαγμίτης αόρατα μεγαλώνει στο βάθος του σπήλαιου, που κατεβαίνω με δροσερές καινούριες στάλες, να δείξω τους κρυστάλλους που λάμπεις χίλια πρόσωπα, Μικρέ Σκαντζόχοιρε, σαν σκοτεινή όραση εντόμου. Οι θάνατοί μου, έτσι που πάει τώρα τελευταία, έρχονται κάθε δυο-τρεις μήνες, σταθεροί σαν οδοντίατροι, και με διαπιστευτήρια πως θα επιστρέψουν, ευχαριστώντας για την φιλοξενία. Μα οι γεωλογικές ταχύτητες στις σπηλιές στάζουν χιλιάδες δάκρυα, τήκονται άλατα απʼ τους αιώνες.

Πόσο φτωχοί είστε, θάνατοί μου. Στις σχολικές εκδρομές χέρια σας κρύβουνε στην τσέπη για ενθύμιο, μένετε σταγόνες πίσω, απʼ την αρχή πεθαίνοντας ολοένα.

Πόσο φτωχοί είστε, πόσο λίγοι. Δεν ακούτε, στην άκρη του σπήλαιου με τα στάσιμα νερά, που σκάνε στους βυθούς υπόκωφα οι δυναμίτες, κι απʼ έξω η σειρήνα του σχολικού, με τραγούδια, με κασσέτες, με άει στο διάολο κωλόπαιδα, θα μας πάει φυλακή η σπηλαιολογική εταιρεία.

*

Το Ηλεκτρικό Κορίτσι στο Φεγγάρι

Τόσα σουʼ χω πει και τα μοιράστηκες με όλους
πήρες το φώς μου κι άναψες σαν ιδέα σε κόμικ
για τότε με το Νίκο, γυμνή στους ώμους

για το παιδί στην παραλία, τον Πολωνό,
κι ακόμη για το αρχινισμένο γιαπί, τον σπα-
σμένον αντίχειρα˙ το κατοικίδιο Σάββατο.

Τις ιστορίες μου κέντησα χωρίς πια
δεύτερη φορά να πιαστώ από σένα και
την προοπτική που πείθει τα αγόρια

πως θα ʽμαι απολαυστική κι ολόφωτη καιρό.
Γιʼ αυτό σου γράφω. Δε μου στάθηκες.
Εδώ δε στέκεις τʼ ουρανού: μισόλογα όλο

κι ημίφωτα, και μόνο για βραδιές τού
δίνεσαι ολόκληρο, και τότε ακόμη
ετερόφωτο, λαμπτήρας απʼ αυτούς

που καίγονται σαν παίξεις λίγο
με τους διακόπτες, ή όταν πέφτει
η ασφάλεια. Ψιθυρίζοντας: «θα φύγω».

*

Αγκίστρι

Στην Ελλάδα η στάθμη του αυτονόητου
Χαμηλώνει στο βάρος κάθε μέρας
(τι ωραίες οι θάλασσες)

Αυτόφωτος, σαν ψάρι της αβύσσου
Γυροφέρνει λέξεις βαρίδια
Μολύβι στο λαρύγγι του βάθους

Κάλυκας προσευχή ανεβαίνει
από τον αναπνευστήρα
Μήνυμα ας φτάσει στο βυθό
κι ας το βαστά αγκίστρι.