[author] Του Κώστα Ρεούση [/author]
Μία επίπλαστη ευμάρεια κονιορτοποιεί την ύπαρξη. Κοφτοί, χοντροκομμένοι άνθρωποι παζαρεύουν και παζαρεύονται. Εκπαιδευμένοι τη χρησιμοθηρική αμνησία της μνημοσύνης, χαιρετούν μόνο εάν έχεις συναλλάξει μαζί τους πληροφορίες, προϊόντα και νομίσματα. Το τάβλι στους καφενέδες είναι η πρόφαση της εκ γενετής ρουφιανιάς και η εγκαθίδρυση της ακίνητης/ανίκητης υποδούλωσης. Μύγα στο σπαθί του, κανείς! Αλλά ποιο σπαθί; Αυτό που δεν τραβήχτηκε ποτέ απʼ το θηκάρι, αυτό που κατʼ όνομα και κατʼ επίφαση περιφέρει ένα άξεστο αδελφοκτόνο αντριλίκι και μια χαμηλοβλεπούσα ιερόδουλη πρακτική ή αυτό που τοκίζει από καταβολής στο πλέον κατάπτυστο ανταλλακτήριο συνειδήσεων;
Απόσπασμα από το σε εξέλιξη δοκίμιο του Κώστα Ρεούση «Ο ποιητής ως πράκτορας της εποχής και του βίου του»














Ε όχι και χοντροκομμένοι κύριε Ρεούση μου! Μας προσβάλλετε!
Στης φαντασίας μας το πρώτο πρωί στην …κουρεμένη Λευκωσία ο Χαράλαμπος Άζηνος ανεστήθη, σήκωσε τα μανίκια κι έγραψε:
Έναν πρωίν επήα στον καφενέν του Μαλαχτού. Ήβρα τον τζι έστεκεν μες στην πόρταν του καφενέ τζι εκοκίταζεν τον δρόμον έξω. Μες στον καφενέν εν είδα μούγιαν [μύγα]! Λαλώ-του:
Είντα χαπάρκα, Υπουργέ, πώς πας με τούντην κρίσην;
Αν μεν δουλεύκ’ ο καφενές, γύρισ’ το στο γαμήσιν!
Καλά και κουρεμένα Κκούλουμα!
Καλή Σαρακοστήν να’χουμεν!