[author] Του Γιώργου Κ. Μύαρη [/author]

 

 

 

Για άλλη μια φορά η ποίηση υψώνει απέναντι στην οίηση το στιβαρό ανάστημά της κι αποκαλύπτει όσα τυφλοί ταγοί και παρακατιανοί αφήνουν να συμβαίνουν αδιαμαρτύρητα. Στη γλυκεία χώρα της Αθήνας ή/και της Κύπρου (και όχι μόνο!) ο καιροσκοπισμός και η οσφυοκαμψία των «από πάνω» συναγωνίζεται με τον καθωσπρεπισμό και την ιδιοτέλεια των «από κάτω», οδηγώντας στην υπονόμευση και την απώλεια της ελευθερίας. Κι αν η ειρωνεία δε μπορεί να αφανίσει τους κινδύνους, τουλάχιστον διαβρώνει την καλογυαλισμένη επιφάνεια της αλλοτρίωσης. Δυναμώνει την εγρήγορση του νου.
Λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του ο ποιητής και διανοούμενος Ανδρέας Παστελλάς (1932-2013) δημοσίευσε στο λευκωσιάτικο περιοδικό λογοτεχνίας και κριτικής Ακτή (τχ. 92, Φθινόπωρο 2012) το ποίημα «Θηραμένης διαπραγματευόμενος» (μαζί με το ποίημα «Πλάι στην άσπρη πέτρα»). Η πικρή γεύση από αρνητικές παρελθοντικές ιστορικές εμπειρίες διαχέεται σ’ αυτό, όπως και η βαθιά συναίσθηση της τραγικότητας στην σημερινή πορεία των ελληνικών πολιτισμικών εξελίξεων.

 

 

Θηραμένης διαπραγματευόμενος


                          «[…] προηγόρει δε αυτών Θηραμένης, λέγων ως χρη
                         πείθεσθαι Λακεδαιμονίοις και τα τείχη περιαιρείν[…]».
                         (Ξενοφώντος. Ελληνικά, Β΄, ΙΙ-ΙΙΙ, 22-24)

 

Στους ήχους γύφτικων ζορνέδων γκρεμίσαμε τα τείχη μας
με τις πέτρες τους κτίσαμε τα νέα μέγαρα
και τις επαύλεις μας
(ας είν’ καλά οι έξυπνοι developers με τα ελκυστικά «πακέττα» τους).
Κι’ οι αυλητρίδες, top models της χρονιάς,
με τους χορούς, τα pop και τα τσαλίμια τους,
ακούραστα στον υψηλό σκοπό δοσμένες,
κόψαν τα γόνατα εχθρών.
Ακόμα τις τριήρεις μας, όσες απόμειναν
μετά το μέγα κάζο στους Αιγός Ποταμούς,
στης Μουνιχίας το λιμάνι τις αράξαμε,
παραθαλάσσια καφέ των νέων μας,
όπου γυμνάζονται επαναστατικώς
στις ολονύκτιες συνάξεις τους.
Γιατί έρχεται τώρα και ρίχνει στο τραπέζι το σπαθί ο Λύσανδρος;
Τι άλλο να σοφίστηκε ο άθλιος να πάρει;
Ό,τι ήτανε να γίνει, έγινε.
Χωρίς εκβιασμούς και χρονοδιαγράμματα
(ξέρουμε δα και τέτοια)
όποτε θέλει ας κοπιάσει.
Ας βάλει, λοιπόν, τη σπάθα στο θηκάρι της.
Κι αν δώσαμε μισά, μισά –ας μην ξεχνά- στους Σπαρτιάτες επήλυδες
με τίτλους απλόχερης πολιτογράφησης,
μέτοικους και γνήσιους Αθηναίους χρίζοντάς τους,
στο κάτω-κάτω της γραφής ξένοι δεν είναι.
Της ίδιας μάνας γης παιδιά με μας
δεν είπαμε πως είναι;
(Το λένε οι Γραφές, αν το καλοσκεφτείς).
Να διαφεντέψουν συνεταιρικά τον δήμο
δίκαιο και πρέπον είναι.
Κι αν κάποιοι Λακεδαιμόνιοι φρουροί
στον βράχο της Ακρόπολης ψηλά ανεβασμένοι
βιγλάτορες του Ιερού άστεως των Αθηνών είναι,
ας μην ξεχνούν αξιοθέατο είν’ ο Παρθενώνας
κι ωραία από εκεί η θέα είναι.
Ευέλικτοι επί τέλους ας φανούμε
σε τέτοιες μάλιστα δύσκολες εποχές μεγάλης κρίσης
όπου δεινοπαθεί ο τουρισμός και ο λαός μας.

 

 

 

 

***************
Ο Γιώργος Κ. Μύαρης γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και παιδαγωγικά και εργάζεται στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου και στη Μέση Εκπαίδευση. Δημοσιοποιεί απόψεις με εισηγήσεις σε συνέδρια κι επιστημονικές συναντήσεις, μελέτες, άρθρα και σημειώματα σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά, γύρω από θέματα ιστορίας των ιδεών, της νεοελληνικής φιλοσοφίας και φιλολογίας, κοινωνικής και πολιτικής φιλοσοφίας.