TO BOTANI
< πειραιώτικο >
Mου το είπε ο καρδιολόγος
ο νταλγκάς είναι ο λόγος
που πονάει η καρδιά σου
κι έχασες τα λογικά σου
γράφω χάπια κι εξετάσεις
όμως αν δεν την ξεχάσεις
μoναχά με το βοτάνι
η καρδιά σου θα σου γιάνει
το βοτάνι της αγάπης
που είναι μες στην αγκαλιά της
μα αυτή σε βασανίζει
και διαρκώς σε φοβερίζει
-Καρδιολόγε πόσο κάνει
της αγάπης το βοτάνι ;
Πάρτα όλα τα λεφτά μου
θέλω ναʼ χω την υγειά μου
ακριβά θα το πληρώσω
τον νταλγκά να μαλακώσω
τη μικρή να ημερώσω
κι απʼ τον πόνο να γλιτώσω
Tης αγάπης το βοτάνι
καρδιολόγε πόσο κάνει ;








Δεν πουλιέται στην αγορά
κι ουτε χρειάζεσαι ευρά
Ο γιατρός δεν εχει ιδέα
και ας είναι απ΄τον Περαια
Τράβα πανω στο Βορρά
για ομορφιά θεσσαλονικιά
Αν τις δεις θα την ξεχάσεις
και την συνταγή θα κάψεις
Της αγάπης το βοτάνι
όποιος τόπιε έχει πεθάνει·
γιατί χρόνια δε φυτρώνει.
Μ’ άλλα ο κόσμος μαστουρώνει.
Κι αν στο σουπερμάρκετ βρήκες,
τόπιες και στο νόημα μπήκες:
ήτανε μεταλλαγμένο
το βοτάνι το καημένο.
Δροσίνης, Γεώργιος- “Το βοτάνι της αγάπης” (απόσπασμα)
ΣΤ΄ ΧΕΙΡΟΜΑΝΤΕΙΑ
Μετ’ ὀλίγον ἐφάνησαν ἐρχόμενοι πρὸς τὸ καφενεῖον τρεῖς προσωπικότητες τοῦ τόπου: ὁ κύριος ἔπαρχος, ὁ κύριος ταμίας καὶ ὁ κύριος ἀνθυπομοίραρχος.
Καὶ ὁ μὲν ἔπαρχος ἐφόρει ψιάθινον πῖλον καστανόχρουν καὶ ἐπενδύτην στακτοποίκιλτον καὶ λευκὸν λαιμοδέτην μετ’ ὀρθῶν περιλαιμίων καὶ πλατυτάτην ρεβινθόχρουν περισκελίδα, ὁ δὲ ταμίας καστόρινον καστανὸν πῖλον καὶ λινὰ νεανικὰ ἐνδύματα. Ἦσαν οἱ δύο μέσης ἡλικίας· ὁ ταμίας εἶχε τὸν πώγωνα ξυρισμένον καὶ μόνος ὁ μύσταξ μαῦρος, παχύς, στιλπνὸς ἐκάλυπτε τὰ χείλη καὶ μέρος τῆς σιαγόνος προσκλίνων ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Οἱ ὀφθαλμοί του ἦσαν μεγάλοι, πλήρεις σοβαρᾶς ἀγαθότητος καὶ αἱ ὀφρῦς τοξοειδεῖς συνηνοῦντο ἐπάνω ἀπὸ τὴν μύτην. Ὁ ἔπαρχος ἐκάλυπτε τοὺς ἀλληθώρους ὀφθαλμοὺς διὰ μεγάλων πρασίνων διόπτρων καὶ διετήρει πώγωνα ψαρρὸν βαθέως ψαλιδισμένον. Ἐθεωρεῖτο μικρορραδιοῦργος καὶ κουτοπόνηρος, ἐνῷ ὁ ταμίας εἶχε φήμην ὑπαλλήλου αὐστηροῦ εἰς τὸ καθῆκον καὶ ἐν γένει ἐντίμου καὶ ἀγαθοῦ ἀνθρώπου.
Μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὑπαλλήλων ἐβάδιζεν ὡς κοῦρκος προβάλλων εὐρεῖαν γαστέρα ὁ ἀνθυπομοίραρχος. Ἡ στολή του ἦτο ἀνοικτὴ ἀπὸ τὸν λαιμὸν ἕως τὴν μέσην καὶ ἐφαίνετο ἀκόσμως τὸ στέρνον τοῦ ὑποκαμίσου καὶ τὰ κομβία τοῦ ὑπενδύτου. Ἡ λευκὴ περισκελὶς εἶχεν ὀλισθήσῃ κάτω τῆς ζώνης καὶ ἀπέληγε πλατεῖα ἐπὶ τῶν χονδρῶν σκονισμένων ὑποδημάτων καὶ τῶν πτερνιστήρων. Ἡ σπάθη ἐπὶ τῶν ἀσπρορρούχων ζωσμένη ἐσύρετο κατὰ γῆς. Τὸ πηλίκιον ἔκλινεν ὀλίγον δεξιὰ ἐπὶ τῆς κουρευμένης σφαιροειδοῦς κεφαλῆς· εἰς τὴν χεῖρα ἐκράτει βούνευρον. Ὀφθαλμοὶ δυσαναλόγως μικροί, κίτρινοι, χωρὶς βλεφαρίδας, ὡς οἱ τοῦ χοίρου, μύσταξ πυρρὸς ἀπὸ τὸ πότισμα τοῦ οἴνου, ὑπερηφάνως ἀνωρθούμενος, μύτη σιμή, παρειαὶ πλαδαραί, μέτωπον ρυτιδωμένον, ὀφρῦς ἀραιαὶ συνεπλήρουν τὸ ἄχαρι ἐξωτερικὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Δὲν ἦτο καθόλου ἀγαπητὸς εἰς τὸν τόπον· ἐλέγετο βίαιος, σκληρός, ἄδικος, πολλῶν δ’ ἐντίμων πολιτῶν αἱ ράχεις εἶχαν δοκιμάσῃ χωρὶς αἰτίαν τὸ βαρύ βούνευρόν του. Ἀλλὰ διετηρεῖτο μεθ’ ὅλα ταῦτα εἰς τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν τῆς φιλησυχωτάτης τῶν ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, χάρις εἰς τὴν προστασίαν τοῦ κυβερνητικοῦ βουλευτοῦ, ὀφείλοντος τὴν ἐπιτυχίαν του εἰς πιέσεις καὶ καλπονοθεύσεις, τῶν ὁποίων πρωτουργὸς ὑπῆρξεν αὐτὸς ὁ τῆς τάξεως καὶ τοῦ νόμου φρουρός.
Ἐπὶ τῇ προσελεύσει τῶν ἀρχῶν τοῦ τόπου οἱ μὲν ἱστάμενοι παρεμέρισαν, οἱ δὲ καθήμενοι ἠγέρθησαν καὶ ἐχαιρέτισαν· καὶ ὁ ὑπηρετῶν παῖς ἔσπευσε νὰ καθαρίσῃ διὰ τῆς ῥυπαρᾶς ποδιᾶς τὴν τράπεζαν, τὴν ὁποίαν ἐγκατέλειψαν ἐκ σεβασμοῦ οἱ καθήμενοι χωρικοί.
− Τρεῖς καφέδες βαρεῖς, δύο γλυκεῖς, ἕνας μέτριος, καὶ ἕνα ναργιλὲ γιαβάσικον, εἶπεν ὁ ταμίας συμβουλευθεὶς τοὺς συντρόφους του.
Ἀπὸ τῆς θέσεως ὅπου ἐκάθητο ἐφαίνοντο οἱ ἐν τῇ πλατείᾳ περιφερόμενοι, διέβαιναν δὲ πρὸ αὐτῶν καὶ οἱ μεταβαίνοντες πρὸς τὰ ἐκεῖ, καὶ δὲν ἦσαν σπάνιαι μεταξὺ τῶν διαβατῶν αἱ νέαι χωρικαί.
Ὁ κύριος ἀνθυπομοίραρχος, ὁ ὁποῖος ἔτρεφε στοργὴν ἀληθοῦς ἱππότου πρὸς τὸ ὡραῖον φῦλον, κατεμέτρει διὰ θρασυτάτου βλέμματος τὰς εὐμελεῖς ἀγρότιδας καὶ ἀνεκοίνου ἑκάστοτε πρὸς τὸν παρακαθήμενον ἔπαρχον χαμηλοφώνως τὰς κρίσεις του. Καὶ ὁ ἔπαρχος ἕδακνε τὸν μύστακα καὶ ἔστρεφε τὴν διοπτροφόρον μύτην δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ὡς νὰ ὠσφραίνετο ὀρεκτικὸν φαγητόν.
Δὶς δὲ ἢ τρίς, κατὰ τὴν διάβασιν εὐσταλοῦς χωρικῆς ἐκ τοῦ ἐπὶ καλλονῇ ὀνομαστοῦ χωρίου Γαλιτσάδες, ὁ ἀξιωματικὸς ἐξήγγειλε μεγαλοφώνως ἀκόσμους ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας ἐπεκρότησαν δι’ ἠχηρῶν καγχασμῶν οἱ παριστάμενοι ἀγρόται.
Ὁ ταμίας ἀνεγίνωσκεν ἐφημερίδα ἀθηναϊκὴν καὶ ἐρρόφα τὸν ναργιλέν του. Κατὰ τὸ φαινόμενον δὲν ἔδιδε προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀνθυπομοιράρχου, ἀλλ’ ἐμόρφαζε συνεχῶς μετὰ προφανοῦς δυσαρεσκείας.
− Τοῦ διαβόλου τὴν Κατσιβέλλα, εἶπεν ὁ ἀνθυπομοίραρχος κλίνων δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ τὴν κεφαλήν, διὰ νὰ διακρίνῃ πέραν μεταξὺ τοῦ πλήθους, πάλι μοῦ κουβαλήθηκε σήμερα μὲ τὰ κόσκινά της.
− Μήπως εἶναι μιὰ μόνον! ἐγὼ βλέπω κάθε Κυριακὴ πέντ’ ἕξη ποὺ φέρνουν γύρες, εἶπεν ὁ ἔπαρχος.
− Μὰ μιὰ εἶναι ποὺ ἀξίζει· οἱ ἄλλες ὅλες εἶναι κουροῦνες. Σοὔχει κάτι μάτια ποὺ τρυποῦν τὴν πέτρα. Πρώτη Τσιγγάνα ποὺ ἔχω ἰδῇ γαλανομμάτα…
Ὁ Γιαννιὸς δὲν ἐκάθητο μακρὰν καὶ ἀνεσκίρτησεν ἅμα ἤκουσε τοὺς λόγους τοῦ στρατιωτικοῦ.
− Μελαχρινὴ καὶ γαλανομμάτα, σὰν διάβολος θὲ νᾆναι! εἶπεν ὁ ἔπαρχος.
− Τώρα βλέπεις τί εἶναι· Γιάννη, κράξε μου ἕνα χωροφύλακα!
Ὁ παῖς ἐξετέλεσε τὴν παραγγελίαν· ὁ χωροφύλαξ προσῆλθε καὶ ἐστάθη εἰς προσοχήν.
−Χαλμοῦκο, σύρε, φέρε μου τὴ Τσιγγάνα μὲ τὰ κόσκινα· ἐδ’ ἐκεῖ κοντά στὸ πηγάδι.
− Ἡ Διαβολόσπιθα, ἡ τσοῦπα τοῦ Γυφτοκάβουρα! εἶπεν εἶς ἐκ τῶν χωρικῶν ἀναγνωρίσας τὴν Ἀθιγγανίδα, ἡ ὁποία ἤρχετο διστάζουσα, φοβισμένη ἀπό τὴν πρόσκλησιν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου.
Ἡ καρδία τοῦ Γιαννιοῦ ἐκτύπα γοργὴ ὅπως τοῦ λαγωοῦ, κρύος ἱδρὼς περιέρρεε τὴν ῥάχιν του. Τρία βήματα μακράν του ἵστατο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐλησμόνησε τοὺς ὄφεις εἰς τὴν καλύβην, ἐκείνη, ἡ ὁποία τὸν ἐβάσκανεν εἰς τὴν πανήγυριν!
Ἦτο πολὺ κοσμιώτερον ἐνδυμένη τώρα παρὰ τὴν πρώτην νύκτα. Ἐφόρει ἐσθῆτα ἐκ πανίου πρασινοστίκτου καὶ περιστήθιον κεραμόχρουν κακῶς ἡρμοσμένα ἐπὶ τοῦ λυγηροῦ σώματος, προδήλως ξένα. Καὶ πράγματι, εἶχε λάβῃ ταῦτα μεταχειρισμένα παρά τινος ὑπηρετρίας εἰς τὸ Ξηροχώριον ἐπ’ ἀνταλλαγῇ τριῶν κοσκίνων. Τὴν μαύρην κόμην εἶχε δεμένην διὰ καινουργοῦς κιτρίνου μαντιλίου, περὶ τοὺς βραχίονας ἔφερε βραχιόλια ἀπὸ πολυχρώμους χάνδρας, ἐβάδιζεν ἀνυπόδητος.
− Ἔλα δά, μωρὴ Τσιγγάνα, καὶ δὲ θὰ σὲ κρεμάσωμε! εἶπεν ὁ ἀνθυπομοίραρχος μειλιχίως, διὰ νὰ ἐνθαρρύνῃ τὴν κόρην. Μετὰ μικρὸν δὲ ἐπρόσθεσε μειδιῶν: − Κάτι πολὺ συμμαζωμένη μοῦ εἶσαι; μὴν ἔχῃς κάνῃ τίποτε βρωμοδουλειές, τίποτε μαγικὰ ξελογιάσματα; … Μὴ χώρισες κανένα ἀντρόγυνο μὲ τὶς διαβολιές σου;
Ἡ Ἀθιγγανίς, ἐκ τοῦ τρόπου τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀναλαβοῦσα θάρρος, ἀνήγειρε τὸ βλέμμα καὶ ἔστρεψε πέριξ· εἶδε τὸν Γιαννιὸν καὶ ἐφάνη ὅτι τὸν ἀνεγνώρισε.
− Δὲν ξέρω τίποτε διαβολιές, κὺρ μοίραρχε, εἶπε μὲ φωνήν, ἡ ὁποία ἤχει παραδόξως ὀξεῖα, ἐνοχλητικὴ εἰς τὰ ὦτα.
− Καὶ τί κάνεις ποὺ γυρίζεις ἐδὼ κάθε Κυριακή; ἠρώτησεν ὁ ἔπαρχος ξύων τὸ γένειον.
− Κόσκινα πουλῶ, ἀφεντικό.
− Ξέρεις νὰ πῇς τὴ μοῖρα;
Ἡ Ἀθιγγανὶς ἐδίστασεν.
− Ἔλα καὶ μὴ δειλιάζῃς· πὲς τοῦ κυρίου ἐπάρχου ποὺ ρωτᾷ, εἶπεν ὁ ἀξιωματικός.
− Σάν πως ξέρω κάτι…
Ὁ ἔπαρχος ἔδωκε μίαν δεκάραν εἰς τὴν μάντιδα. Ἔλαβεν αὐτὴ τὸ χαλκονόμισμα καὶ τὸ ἔρριψεν εἰς τὸν κόλπον της. Ἀπέθεσε τὰ κόσκινα κατὰ γῆς καὶ ἦλθεν ἐγγύτατα τοῦ ἐπάρχου διὰ νὰ ἐρευνήσῃ τὰς γραμμὰς τῆς παλάμης, τὴν ὁποίαν ἥπλωσεν ἐκεῖνος ἀνοικτήν. Ὁ ταμίας ἀφῆκε τὴν ἐφημερίδα μειδιῶν, οἱ παρεστῶτες ἔτειναν περιέργως τὰς κεφαλάς. Ὁ δὲ ἔπαρχος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπίστευεν εἰς τὰς μαντείας τῶν Ἀθιγγανίδων, ἐπροσποιεῖτο δὲ τὸν εὔπιστον διὰ νὰ περιεργάζεται ἐν ἀνέσει τὴν πρὸς αὐτὸν κεκλιμένην μορφὴν τῆς εὐμόρφου χειρομάντιδος, ἐψιθύρισεν εἰς τὸν ἀνθυπομοίραρχον.
− Τί μάτια καὶ τί δόντια! ἀλήθεια δὲν εἶδα ὀμορφότερη Τσιγγάνα.
Καὶ ἐκείνη ἤκουε ταῦτα βεβαίως καὶ διέστελλε μειδιῶσα τὰ βυσσινόχροα στενὰ χείλη.
− Λοιπόν; ἠρώτησεν ἀνυπομονῶν ὁ ἀνθυπομοίραρχος.
− Καλὴ καὶ ἄξια μοῖρα, εἶπεν αὐτὴ μὴ ἀποσπῶσα τὸ βλέμμα ἀπὸ τῆς παλάμης.
− Ἄλλο;
− Γλήγορα θὰ λάβῃ καλὸ μήνυμα.
− Θὰ πάρῃ θέση μεγαλήτερη;
− Ὄχι θ’ ἀρραβωνιαστῇ…
Ὅλοι ἐκάγχασαν· ὁ ἔπαρχος δυσηρεστήθη καὶ κατεβίβασε τὴν χεῖρα.
− Δὲ μοῦ χρειάζεται πλιά, εἶπεν ἡ Ἀθιγγανὶς πονηρῶς μειδιῶσα, ὅ τι εἶχα νὰ ἰδῶ τὸ εἶδα.
− Καὶ τί εἶδες, μωρή; ἠρώτησεν ὀργίλως.
− Ἡ νύφη εἶναι ὄμορφη σὰν τὸ κρύο νερὸ καὶ ξανθὴ σὰν τὸ καλαμπόκι.
− Ἔχει προῖκα; ἠρώτησεν ὁ ταμίας, τὸν ὁποῖον διεσκέδαζεν ἡ ὀργὴ τοῦ διοικητικοῦ ὑπαλλήλου.
− Κάτι χτηματάκια καὶ λίγα μετρητά.
− Καὶ πότε θὰ γίνουν οἱ γάμοι;
− Δὲν θὰ γίνουν ποτές.
− Τί λές;
− Θὰ χαλάσῃ ὁ ἀρραβῶνας!
Ἡ ὀργὴ τοῦ ἐπάρχου δὲ εἶχεν ὅρια πλέον· ἀπεδίωξε μὲ ὕβρεις τὴν Ἀθιγγανίδα καὶ ἔστρεψε τὰ πράσινα δίοπτρα κύκλῳ μετὰ νευρικῆς ταραχῆς.
Ὁ ἀνθυπομοίραρχος ἐγέλα κρατῶν τὴν τρέμουσαν κοιλίαν του· ὁ ταμίας ἔλεγε χαιρεκακῶν.
− Ἤθελές τα κ’ ἔπαθές τα.
Οἱ χωρικοὶ ἐψιθύριζαν μεταξύ των:
− Τὴ Διαβολόσπιθα! ὄνομα καὶ πρᾶμα. Καλὴ τὴν ἔφκιασε τοῦ κὺρ ἔπαρχου.
Μόνος ὁ Γιαννιὸς σιωπηλὸς καὶ σκεπτικὸς ἔφερε κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸ στόμα τὸν κρύον καφὲν λησμονηθέντα ἐπὶ τῆς τραπέζης ὅσην ὥραν ἡ Ἀθιγγανὶς ἦτο ἐκεῖ.
Γ. Δροσίνης, Το βοτάνι της αγάπης, Αθήνα, Σιδέρης, 1922, 2η έκδοση, σ.σ. 56−63.
http://www.greek-language.gr/greekLang/literature/anthologies/new/show.html?id=240
γνήσιος νταλγκάς
κι όπως κάθε τέτοιος
από λίγο λίγο, γίνεται πολύ…
http://youtu.be/NFB3pToGBQU
Ριτσώνη γράφε να την πληρώνουμε εμείς
MOY ΘΥΜΙΖΕΙ
Αχ μου θυμίζει η θάλασσα
τα μάτια τα γαλάζια
που με κοιτάζουν πονηρά
κι όλο μου κάνουν νάζια
γιʼ αυτό και θʼ αρματώσω εγώ
ένα μικρό βαρκάκι
θα ψάξω μες στα κύματα
για να σε βρω κουκλάκι
κι όταν στη βάρκα ανεβείς
ξανθούλα μου τσαχπίνα
θα με χορτάσεις έρωτα
και θα περνάμε φίνα
ένα ταξίδι όμορφο
θα πάμε στο Αιγαίο
θαʼ χουμε πρίμα τον καιρό
και άνεμο σπουδαίο
………………………………………
τι ωραίο που είναι να τραγουδάμε…να διασκεδάζουμε…να αναπολούμε
Γειά σου Κώστα με τα ωραία, τα φίνα τα ποιητικά σου που μας γεμίζουν θέρμη κι ανθρωπιά!
Λακριντί με τον Χάρο
Στον Κώστα Ριτσώνη
Αθήνα 15/8/10
Μʼ ένα καφέ , πολλά βαρύ
και δυό τζουργιές τσιγάρο
το λακριντί ξεκίνησα
αλάνια με τον χάρο .
Τον κάλεσα τον άχρηστο
για μια παρτίδα τάβλι
και στο τζου-μποξ του έβαλα
του Πάνα το σουραύλι .
Να ψάξω τις ορέξεις του
μπας και τον ευνουχίσω
κι όπως θα ψάχνει κάκαλα
ανέμελος να ζήσω .
Να μάθω τα τερτίπια του
να τον τρικλοποδίσω
μπας καταφέρω ο άμοιρος
δυό , τρεις , ζωές να ζήσω .
Πε μου ρε χάρε πίτουρα
που τις ψυχές θερίζεις
νομίζεις πως θα φοβηθώ
τʼ ότι με τριγυρίζεις .
Κοντολογίς ψευτόμαγκα
αν και δεν έχεις μπέσα
τι θα ʼλεγες να παίζαμε
μία ζαριά τη λέζα .
Και αν σε κερδίσω να δεχθείς
παράταση να δώσεις
στην έρμη κι άχαρη ζωή
που κάποτε θα κόψεις .
Μα αν με κερδίσεις τελικά
σʼ τσʼ αδένες μου σε γράφω
αφού γνωρίζω ενδελεχώς .
Γεννήθηκα να χάσω !!!
….Σα μου πεις, πως δε με θέλεις, πως δε μ’ αγαπάς
μαχαιράκια είναι τα λόγια, κούκλα που πετάς…
http://youtu.be/NT-Hy6zReXo
Ti τράβηξαν οι ερωτιάρηδες απ’ τα μαχαίρια . Εύχομαι οι μαχαιριές να είναι πάντα ξώφαλτσες
……………………………………………………………..
ΣΤΑ ΣΙΔΕΡΑ
Την έχω ζήσει τη ζωή
και έχω αγαπήσει
κι απʼ τον πολύ τον έρωτα
έχω κι εγκληματίσει
γιατί πολύ σʼ αγάπησα
τράβηξα και μαχαίρι
και μʼ έστειλε το πάθος μου
στης φυλακής τα μέρη
Όμως μέσα στα σίδερα
έχω αλλάξει γνώμη
απʼ το δικό σου εραστή
τώρα ζητώ συγνώμη
Να σʼ έχει να σε χαίρεται
και ναʼ ναι ευτυχισμένος
κι αν τουʼ δωσα δυο μαχαιριές
τι έφταιγε ο καημένος ;
αν δεν ψοφήσουμε από έρωτα, ποια θα ήταν η ουσία;
και από της στάχτες μας ξανά, πάλι σε έρωτα μπροστά, θα γονατίσουμε
η Ευτυχία Παπαγιανοπούλου καθώς και ο Άκης Πάνου, ώρα τους καλή, τα ΄πανε ακριβώς…
http://youtu.be/SYlOYujwafk
Γειά σου βρε Κώστα με τα ωραία σου!
Να΄σαι πάντα καλά, να φτιάχνεις την ψυχή μας!
μερακλώσατε…σε λίγο αποκριές…μπλέξατε τα ποιήματα με τα τραγούδια
… λέω να αφήσω, ακόμη ένα βοτάνι
καλημέρα
http://youtu.be/ydENYXk29AM
ΤΑΧΥΚΑΡΔΙΕΣ
ΤΑΚ ΤΑΚ χτυπά οι καρδιά μου
ταχυκαρδίες έχω πάθει
απ’ τα μεγάλα μου τα πάθη
τακ τακ…
Θέλω να ρθω κάποια βραδιά
στην πόρτα σου Σαλονικιά
και θα σου παίξω μπουζουκάκι
θα σου πω και τραγουδάκι
Αχ να πάμε λάου λάου
εκεί κοντά στη Χαριλάου
στο σπουδαίο καρδιολόγο
να μου στρώσει την καρδιά
Θεσσαλονικιά τσαχπίνα
τώρα φεύγω απ’ την Αθήνα
………………………………………………………..
Γλεντζέδικο άσμα…τέτοια χρειαζόμαστε αυτό το δύσκολο καιρό…
…αυτοί οι δρόμοι κ. Ρεούση, μας έφτασαν να ακουμπάμε με την μύτη του μολυβιού μας την άβυσσο
http://youtu.be/4NlYdGpjhBg
… και επανέρχομαι στο θέμα
http://youtu.be/-7PeICE9N1U
το σώσε
κάποιοι τα βράδια
πάνε να χωρέσουν
τα φυσικά φαινόμενα
κάποιοι
σε αντίστροφη μέτρηση
με την καθημερινή χυλόπιτα
κολλάνε στο κοντέρ τους
χιλιόμετρα αδάμαστης πτήσης
στην υπηρεσία της ανόθευτης ακριβής
του αγγίγματος ανάφλεξη
http://youtu.be/_XdAmIk-TQo
Σπουδαίο άσμα φίλε Ρεούση που συμμετέχουν 2 γίγαντες βάρδοι ο Τσιτσάνης και ο Καζαντζίδης και το κάνουν δώρο στους ξενύχτηδες και στους γλεντζέδες…υγεία εύχομαι και καλό αποκριάτικο νυχτοκάματο
ΚΕΦΙΑ
Το κορίτσι μου έχει κέφια
μου παράγγειλε χορό
τα μπουζούκια και τα ντέφια
τα πληρώνω τώρα εγώ
Ανεβαίνει στο τραπέζι
η γλυκιά μελαχρινή
και για μένανε χορεύει
αχ τι ζάλη είναι αυτή
Όπου ναʼναι πια τελειώνει
η ωραία η βραδιά
και μέσα στην αϋπνία
πώς θα πάμε στη δουλειά ;
Δύσκολα τραβούν τα πόδια
είναι και τʼ αφεντικά
ίσως να με συγχωρήσουν
για ακόμη μια φορά
καλησπέρα…
καληνύχτα
το θέμα ανεξάντλητο
ΚΑΙΓΕΤΑΙ
το πετσί σου, καίγεται
περνάς και μυρίζει το καμένο πάνω σου
περνάς και αρπάζει ο κόσμος το κάψιμο
αυτό που σου συμβαίνει, μεταδίδεται ως λαίλαπα
αιφνίδια μεταφέρετε
πέφτει μπαταριά
τους παφλασμούς φοράς, ευλογημένη
το ζήτω όλων των κυττάρων
το διαρκώς εμπύρετο
είσαι
υποταγή κι υπόκλιση στο ιερό του χάους
ο σφόδρα ανατέλλων ήλιος
και χάνομαι
στη γουλιά που πίνω
στη φορά που ζυγώνω και γίνομαι ο απελπισμένος
τα μου μιλούν και με πνίγουν
τα μου ζητούν και δίνομαι
δεν θα φτάσω ποτέ απέναντι
αυτή η βαθιά θάλασσα, γίνεται διαρκώς η μοιραία νύχτα
παρακαλώ να υποφέρω
σέρνομαι να υπομένω
εννοώ πως το κάθε τώρα είναι αυτό
και το κάθε μετά πάλι αυτό θα είναι, το εννοώ, πετσί μου
καίγεσαι
οσμίζομαι το τέλος μου
είμαι πλέον στο σημείο, που το σάλιο μου δεν υπακούει, χαρίζεται
στάζεις
αλήθεια μου, γιομάτη δίψα/οδύνη
πηγάδι μου, αμείλικτο
με καταπίνεις ξέπνοο
με πεινάς γλύκα
δεν έχεις θεό
δεν έχεις
είσαι η φρίκη αμετάκλητη
γίνομαι
ο αέρας σου
γίνομαι, από σένα
κι εσύ, νότισμα στο μέτωπο μου
τέντωμα στο νήμα της ζωής μου
παίρνω μαζί μου
όλο σου το κοίταγμα
το μεταξωτό χειλάκι
γέρνω μέσα
μέσα μου
στο τέλος μου το ολόκληρο
το φως που δεν μπόρεσα, με λούζει
φευγάλα μου, αχώρετη
το όνομά σου
με πιάνει και ψελλίζω
στο άγγιγμα
δικό σου, αξημέρωτος
πόθου – χαλασμού γωνία
http://youtu.be/eIMQlYMLrrA