ΜΟΝΟΙ

Απόψε μιλούν

τα σώματά μας

τα πτερόεντα

που μας ξεντύθηκαν

και λιγοστέψαμε

σαν υπέργηρα βρέφη

τόσο μικροί

να παραδέρνουμε

για λίγο φως

που δεν ανέχεται

ούτε στα πόδια του

να κατοικήσουμε.

Ρυθμίζουμε ανέστιες ζωές

συφοριασμένες εκκρεμότητες

την μήνιν που αφήνει ο άνθρωπος

πάνω στο είδωλό του.

Σταγόνες που πλέκουμε

για μιαν απόδραση.

Να φεύγουμε

να οστρακιζόμαστε.

Αυτό δε θέλαμε;

Όστρακο εμείς

και εξορία.

Παρά τις δοκιμές

παρά τα χρόνια

αυτή η λεπτομέρεια

ανήκεστος πάντα.

Αγάπα με -έλεγες-

κι άλλο δεν είμαστε

από το όχημα

προς λίγη σάρκα.

 

 

 *

Η ΜΕΣΑ ΑΝΑΣΑ

Όταν των δέντρων οι ρίζες

στο χώμα σκάβουν γκρεμούς

εντός να πέφτουν

οι όμορφοι

αυτοκτονούντες

των αγρών

παίρνει ανάστημα ο κορμός

βάζει φθινόπωρο στα φύλλα

μην ξοδευτεί η μέσα ανάσα του.

Ακούω τις λέξεις των πουλιών

να παραλείπουν το κεφάλι μου

και να γλιστρούν στην άλλη όχθη

είμαι εδώ και δεν υπάρχω

με διατρέχω

απ’ άκρη σ’ άκρη

τι μούδιασμα!

να ονειρεύομαι

ότι αδειάζουν

τα μυαλά μου

στα μνήματα ύστερα

αν μετρώ ξερά λουλούδια

και πιο ξερά τα δάκρυα

δε βρίσκω τίποτα κακό

που να ‘ναι αλήθεια

όπως θα φαίνεται

βρίσκω μοναχά εισπνοές

των δέντρων την κρυφή μανία

να συγκεντρώνεται

μια παλινδρόμηση αμοιβαία

προς τις πλευρές μου

ζωή που καίει ζωή που υγραίνεται

όπως το ζώο στη σπηλιά μας.

 

 

 

 *

ΘΕΡΟΣ

Το φως κυλά

στην κατολίσθηση της πέτρας

και η κρυψώνα του φιδιού

λαθραία περνάει και βυθίζεται

κάτω απ’ την καμπάνα του ήλιου

μια ακτίνα σιωπής:

ποτέ δεν άκουσα ουρλιαχτά

τις χασμωδίες της αντανάκλασης

-τ’ αυτιά μου είχαν ματώσει

από το σάλεμα του τζίτζικα-

κι όπως του δέντρου ο μαρασμός

προσκύνησα το καλοκαίρι.

Είδα τα ρούχα μου καμμένα σαν χαρτί

τραύμα το στόμα μου χάρτης του κόσμου

πλήγματα έβαλα και δαγκωνιές

σε όσον ίσκιο μού περίσσευε

να γίνει τρόμος

μη μου τον κλέψουν

όσοι παλεύανε το ρίγος τους

μέσα σε καύματα

και σκύλου δόντια.

O πυρετός κι αν μας νικά

τα χέρια δυναμώνει

με μιαν ανάκρουση

παλμών κι ερώτων:

εκεί που ούτε χορτάρι

δε βλασταίνει

σμίγει κι αφήνεται

κάμπος ονείρων

και δράκος τρυφερός.

Δίψα δεν έσβησε κανείς

όσο το ποίημα που γιατρεύτηκε

απ’ την κακή του σκέψη.

 

 

 

 

 *

ΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΝΑ ΜΗ ΛΥΠΑΣΤΕ

Προσέχτε τα βήματά σας

κάτω απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων κρύβεται

το σώμα σας ντυμένο τα φτερά της νυχτερίδας

και τα τυφλά της μάτια

αν σκοντάψετε ξεγλιστρά πάνω σας

κρέμεται ανάποδα απ’ το σαγόνι σας

όπως απ’ της σπηλιάς τα εξογκώματα

και τα νύχια που χρόνια μεγάλωναν

κι ελίσσονταν στα κλαδιά

βρίσκουν επιτέλους μια θέση στο μυαλό σας

προσέχτε τη μήτρα σας αν είστε γυναίκες

το καρύδι που μεγαλώνει το λαιμό σας αν είστε άντρες

και παιδιά αν μείνατε βρείτε επιτέλους έναν τρόπο

να πεθάνετε ανώδυνα χωρίς να χρειαστεί ούτε άντρες

ούτε γυναίκες να φανείτε

προσέχτε τον κίνδυνο που ανατέλλει κάθε πρωί απ’ το βουνό

σταθείτε μακριά και δώστε του ονόματα να τον ξορκίσετε

κόψη ξυράφι

φλοιό ανθρώπου λιωμένη ύλη

μες στα χέρια

κάποτε σύσπαση σιωπή

νύχτα πουλιά που τρόμαξαν

των κυνηγών το βόρβορο

και τις βαριές πατημασιές τους

ταίρι

προπάντων ταίρι

που οσφραίνεται το αίμα μας.

 

 

 

 

*

ΟΙΩΝΟΙ

Διαβάζω τα σπλάχνα των ζώων

κρατώ το κόκαλο ψηλά

κάτω απ’ τον ήλιο

και δε μαντεύω τίποτα

έξω απ’ τα κομμένα μου πόδια

κι απ’ το ψωμί που πέτρωσε

οι μοίρες

στο στήθος μου

σφίγγονται

κι αστράφτουν

διαβάζω τα σπλάχνα των ζώων

ούτε να φάω πια

ούτε να περπατήσω

κι όπως πατώ

κουτσά και ζόρικα

με δυο πληγές

πάνω στης πέτρας τη διάταξη

κι όπως χαλώ

νερού σκασίματα

και μυρμηγκιών φορτία

στο φρέσκο χώμα

έχω του κύκλου τη φορά

και στην ανάσα μου εφάπτομαι

δεν είμαι τόξου παραβίαση

βέλος που σκίζει τ’ οξυγόνο

μα παλιννόστηση

πνιγμός

στο φυλλοβόλο δέρμα μου.

 

 

 

 

 *

ΤΡΙΑ ΒΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

1

Απόψε θα σβήσουμε

μαζί με τη νύχτα

διψασμένα ζαρκάδια

κολυμπούν

κάτω απ’ τη στάθμη μου:

είμαι ο κλέφτης του νερού

ο ιχνευτής της σταγόνας

αντλώ κι αντλώ

μέσα στα ποιήματα

βροχή τα πρόσωπά μας

– τα μάτια μόνο αντιστέκονται

αντίστιξη σιωπών

όταν πια δε θα μιλάμε –

απόψε θα σβήσουμε

μαζί με τη νύχτα.

2

Κρύο το τζάμι

το βαρέθηκα

την άχνα μου

πάνω στη βρωμιά

παλιό παιχνίδι

καταδίωξης

που στήνουν τα δάχτυλα

στα μάτια

λίγες γραμμές

το όνομα μισό

σαν άδειο

κι ένα κλαδάκι να χτυπά

όλη την άγνοια του κήπου

για όσα εντός

τον παρακάμψανε

και γίνανε καημοί

εντοιχισμένοι

στήνω φυγή

και τρέχω αδέξια

ξέροντας μόνο

πως ο άνεμος

μας προφυλάσσει

απ’ το δωμάτιο.

3

Τα μέσα μου

μιαν έρημο καταποντίζουν

και των βράχων τη σύρραξη

πάνω νερό

κάτω νερό

νερό δε νιώθω

το δέρμα

ατύλιχτο πανί

δε μ’ ακουμπά

δε σ’ ακουμπά

χάδι ανέπαφο

και ζεστασιά

σαν αλυκής

το ρουφηχτό

αεράκι

η σάρκα

στη μεμβράνη μου

το κύμβαλο

στο αυτί μου:

τον ήχο μου πλέον

τον φαντάζομαι

αυτήκοο τίποτα δεν έχω

παρά μονάχα

στο μυαλό

τη μνήμη

των φωνών μου

η ύλη του ανθρώπου αντέχεται

μόνο στη φάρσα του θανάτου.

(Διευκρινίσεις για να μη χάσω το δρόμο:

κάθε σταθμός γλυκαίνει τη νύστα

κούνια ρετάλι και ματωμένο το κλαδί μου

όταν ξυπνώ ίδιος χαμός στη φυλακή της αναχώρησης

και να θυμάμαι πάντοτε:

το κάστρο μου μέσα στα σπλάχνα

και η ανατολή σκλάβα στα εργαλεία του δραπέτη)

 

 

 

 

 

*

ΒΥΘΟΣ

1

Για το στόμα που πεινά ο πυθμένας δε φτάνει

η άλμη στοιβάζεται στις πλάτες με τον τρόπο του σιδήρου

και συμπιέζει ο θρήνος του δελφινιού τη λιγοστή αναπνοή

δε νοσταλγώ τη δύναμη της πλεύσης

το πρόσωπο κόντρα στον άνεμο

τα δολώματα και τα παιχνίδια πάνω σε φουσκωτά βαρκάκια

απ’ το βυθό μπαίνει κανείς στα χαρακώματα του ύπνου

βλέπει μονάχα δεν ακουμπά

το πόδι της νύχτας στο φλοιό της θάλασσας.

2

Ίσως η μέρα να ορίζεται αλλιώς

όταν τ’ αγκάθια σπέρνουν τρικυμίες

κι αγκομαχούν οι σμέρνες πάνω στα βράχια

άμμος και λίγη νύχτα αναμειγνύουν τον πνιγμό μου

και είναι αυτό που πιο πολύ φοβάμαι

και δίχως να το σκέφτομαι ακόμη.

3

Δε λυπάμαι φωνές ψαριών και καταιγίδες

θα ξεχαστούν τη δύσκολη ώρα

όταν κοιμάται στην αγκαλιά της μάνας του ο καθένας

χωρίς να θέλει

μα το κατάρτι πια βαρέθηκα

να σκαρφαλώνει

μακριά απ’ το νερό να βαστά

πληγές τάχα μην ανοίξουν.

4

Γεννώ το δέντρο και θλίβεται γυμνό

χιονοστοιβάζεται σ’ ένα κουτί

κρύα η φλούδα στην καρδιά του

βουλιάζει με το σακάκι

στο χρώμα της σαύρας

να μην αναγνωρίζεται κάτω απ’ τον ήλιο

κι όταν η γλώσσα τραγουδά

με μια διχάλα σαν σφεντόνα

στον ίσκιο να μην κρύβεται

ο άνθρωπος από τις ρίζες.

5

Από μακριά αποκαλύπτεται

μικρό στους τένοντες περβόλι

καρποφορούν και φλέγονται

φύκια και όστρακα στο γόνατο

που είναι ωραίο και φουσκώνει

και το δαγκώνει η θαλπωρή.

6

Μπορεί το κολύμπι να είναι μια έκταση ερήμου

φοίνικες πλήττουν τη γαλήνη της

και δεν αφήνουν τη ζωή να κυλήσει

όπως ο καβαλάρης στην πλάτη του σκύλου

που έλεγε μη με συγκρίνεις με ιππότη

γιατί δεν έχω στη ζώνη μου φλουριά και ξίφος

και μέχρι τότε δεν το είχα φανταστεί έτσι

αυτό που του έλειπε.

7

Καμιά φορά το φως εισδύει πλαγίως

στις κόγχες τυλίγονται γύρω φλόγες

κι η όραση αποκτά φυλακή

που είναι δύσκολο να εξηγηθεί

αν δεν κοιτάς τις φυσαλίδες

με τον τρόπο που μαθαίνει

η αφή τα σώματα.

8

Δεν ξεχωρίζει δάκρυ

στο νερό

ούτε διαχέεται

στα πρόσωπα

κι αν ίσως έρθει

ξαφνική η λύπη

κανείς δεν την πιστεύει.

9

Το δέρμα

συρρικνώνεται

και κρυώνουν

τα σπλάχνα

λέπια πόσο

μου λείπουν

ή έστω το σκληρό

περίβλημα του

γαστερόποδου

ψάχνω την κίνηση

και δε τη βρίσκω

όπως το ζώο

με τη γούνα

γδαρμένη στο χιόνι. 

 

 

**************************************

Η Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Είναι φιλόλογος και πολλά ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (Διαβάζω, Τα Ποιητικά, Ένεκεν, Κουκούτσι, Σοδειά, Μανδραγόρας, Bookmarks). Επιπλέον, έχει δημοσιεύσει μεταφράσεις ποιημάτων από τα ιταλικά, καθώς και κείμενα σχετικά με Έλληνες λογοτέχνες. Επίσης, έχει εκδώσει την πρώτη της ποιητική συλλογή Η φωνή του σκοτωμένου (Εκδόσεις Χαραμάδα, Πάτρα 2010), ενώ μέσα στο 2012 κυκλοφόρησε η δεύτερη με τίτλο Οι μέρες που ήμασταν άγριοι (εκδ. Γαβριηλίδης)