ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ

Βλέπω τα μεγάλα δέντρα της νύχτας
να ανορθώνουν τον ουρανό των βουλεβάρτων,
τις άμαξες της Ρώμης να κουβαλούν το φεγγάρι
στους τάφους της αρχαίας Αππίας Οδού.

Μεγάλο μερτικό πήρε ο θάνατος απʼ όλους μας.

Κι όμως ήταν μεγάλη η ζωή το βραδάκι
γεμάτη βλέμματα σε κάθε σπίτι, και πιο μακριά
ώς τον ουρανό, στα φώτα που άναβαν, στα καμπαναριά,
στα γαλάζια ονόματα των επιγραφών,
δεν θʼ απαντήσει κανείς πια;

Αχ, διακλαδώσεις μουσκεμένες από σπίτια
κι ουρανό, ουρανός των βουλεβάρτων,
ουρανός γυμνός χελιδονιών!

Αχ νύχτα μας ένωσες
ανθρώπους κουρασμένους και καλούς,
με τη γλυκιά μας κουβέντα
σʼ έναν κόσμο δίχως φόβο.

Θα γυρίσει θα γυρίσει,
μʼ ένα τίναγμα η καρδιά
αν ξυπνήσει

θα βρει τις λέξεις;
Θα καλέσει τα πράγματα, τα φώτα, τους ζωντανούς;

Τους νεκρούς, τους ηττημένους,
ποιος θα τους ξυπνήσει;

*

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Αν γύριζες απόψε κοντά μου
στο δρόμο με τους κυανούς ίσκιους
λες κι ήταν πάλι άνοιξη,
θα σου ʼλεγα πόσο μαύρος
είναι ο κόσμος και πως φωτίζεται
απʼ τα όνειρά μας και τις ελπίδες μας
για ελευθερία για μας τους φτωχούληδες
των ουρανών, θα ξανάβρισκα
το παιδικό μου κλάμα
και δυο χαμογελαστά μάτια, μαύρα
μαύρα σαν γλαρόνια.

Θα μου αρκούσε να ήσουν ζωντανός,
θα ʼταν όνειρο ένας ζωντανός άντρας
με τη δική σου καρδιά. Τώρα σαν σκιά
πάνω στη γη η θύμηση της φωνής σου
που έλεγε σʼ εμάς τα παιδιά: «Πόσο όμορφη
είναι η νύχτα και που αγαπιόμαστε με τον αέρα
να τρυπώνει στον ύπνο μας». Εσύ έβλεπες
τον κόσμο να ξεπροβάλει νύχτα με πανσέληνο
τους ανθρώπους να παν να συναντήσουν την αυγή.

*

ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΝΑΠΟΛΕΤΑΝΑΣ ΜΑΝΑΣ

Δικός μου ο γιος, δεν ήταν του πολέμου,
των αφεντικών που μʼ άφησαν να κλαίω
πίσω από την πόρτα σαν σκύλα, δικός μου,
των δικών μου χεριών, του δικού μου κίτρινου
στήθους όπως το έχουν ξεραμένο οι μανάδες.

Δικός μου, και της θάλασσας που μας γλείφει
τα πόδια όλη μας τη ζωή, της μαύρης φορεσιάς
που με τυφλώνει από σκόνη αν σκούζω.
Δικός μου ο γιος, δεν ήταν του πολέμου,

δεν ήταν για το θάνατο κι ο οίκτος
που ζητάω είναι να ξυπνήσω με τʼ όνομά του
όλη τη νύχτα, να σταματήσω τα τρένα
για να μη φύγει, εκείνος που έφυγε ήδη
και δεν θα ξαναγυρίσει.

Δικός μου ο γιος κι ο θάνατός του δικός μου κι ο πόλεμος.
Τα άλογα ας ποδοπατήσουν τα στήθια μου,
τα τρένα τα ποτάμια που εκείνος είδε: η φωτιά
ας μου κάψει τα μαλλιά τη νύχτα
που μοναχική με συντροφεύει.

Ο άνεμος
ας παραμείνει του αλλόφρονα κόσμου μας, το άλας

της αβύσσου που αστράφτει, το σεντόνι
του κοινού μας πένθους…

*

ΧΙΟΝΙ ΕΠΙ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΚΑΙ ΝΕΚΡΩΝ

Οι νεκροί που αναπνέουν θαλπωρή
κάτω από το χιόνι, οι ζωντανοί που έχουν φωτιά
και συναθροίζονται στο αμυδρό φως
του μεγάλου χειμώνα, είτε παίζοντας χαρτιά

είτε νʼ αποκοιμίζονται στην αφήγηση
του μεγάλου χειμώνα: είδα σπίτια και τάφους
με την ίδια καλοσύνη σε σύγκριση
με την ύστερη σιωπή που τα περικυκλώνει.

Το άσπρο ήταν πιο άσπρο από το χιόνι,
η σιωπή, η αναμονή των ακατοίκητων
τοίχων, την απαλή ανάπτυξη της υγρασίας,
τα μάλλινα, στα ρυπαρά σάλια

που τρέχουν απʼ την κρούστα των ορυκτών.
Ήμουν μόνος σʼ αυτόν τον κόσμο, πιο κοντά
στους νεκρούς, αξιομνημόνευτος ανάμεσα
στους χαμένους, κι αμνήμων λόγου του οίνου.

Γιατί ο θάνατος σε βρίσκει εκεί που μένεις αρόδο
όπου το μέλι του βουνού γίνεται ρόδο.

*

ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ

Ένας άντρας σαν κι εσένα, κουρασμένος,
με την ίδια λαχτάρα να είναι ακόμη
πιο μόνος απʼ ό,τι είναι με τις σκέψεις του,
να τακτοποιεί προσεκτικά με τα χέρια του
το φλιτζάνι, το ποτήρι, το τεφτέρι με τα ποιήματα,
να λαμποκοπά στα γυαλιά του η γενναία τρυφερότητα
με την οποία εξεμέτρησε το βίο του:
ιδού, μέσα στο ψύχος του ντροπαλού
Οκτώβρη το λουλούδι που σου κομίζω.
Το γλυκό εμπόριο της πλήξης
είναι το κουφέτο της σκέψης που αναμασάς
με τη στυφή βραδύτητα του βλέμματος
να παρατηρείς, να σημειώνεις και να μην ολοκληρώνεις
όπως έλεγες, τη νωχελική σοφία του έρωτα.

*

ΠΡΩΙΝΟ ΣΤΟ ΚΑΦΕ ΓΚΡΕΚΟ

Οι μούμιες του καφέ παρέμειναν
να καθρεφτίζονται στα τζάμια, η μέρα περνάει
απʼ τα άλογα μιας άλλης εποχής, από τα αγνά
κοριτσόπουλα που ανεμίζουν τις κόμες τους
σε μαύρες βιτρίνες, σε αυτήν εδώ την ταμειακή
μηχανή που κουδουνίζει εκκωφαντικά χαιρετώντας
κάθε λογαριασμό, ένα ανακλαστικό
αντικατοπτρισμών κι όλα είναι ακίνητα,
απαρηγόρητα στη μοναξιά τους.
Η ανάμνηση και η λήθη, ένας άρρωστος ήλιος
και η έκλειψη που σκιάζει τα πλεξούδια ετοιμόρροπων
τάφων, και επισκιάζει τα ματαιόδοξα άσπρα
μαλλιά του Ντε Κίρικο και το βλοσυρό βλέμμα
που απευθύνει στους θαμώνες του Γκρέκο.
Θα επιθυμούσες συγκινητική στοργή
με το κεφάλι ακουμπισμένο ράθυμα στο μάρμαρο
αυτόν τον εφήμερο απόηχο της ζωής
και το χρυσάφι των κυπαρισσιών
που είναι ζωγραφισμένα στο καναβάτσο,
το ποτάμι, το πλήρωμα των στολισμένων
κωπηλατών, ίδιοι κι απαράλλακτοι,
το παγκάκι της γιαγιάς μας.
Το αχαλίνωτο γέλιο μιας γυναίκας
που τετερίζει ακόμα κι όταν εκείνη
χάνεται με την αστραφτερή της εσάρπα.

Κι ο Ντε Κίρικο χαϊδεύει το γιλέκο του,
σηκώνεται όρθιος, ξαναπερνάει το σοφό του
χέρι στα μαλλιά, μοιάζει λαίμαργος
με το άδειο του στόμα, κι απομακρύνεται.
Εικάζουμε τον ουρανό απʼ την τζαμαρία.

*

ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ ΜΕ ΠΛΗΣΙΑΣΕ

Πόσες φορές με πλησίασε, πόσες
ο Θάνατος για να με εκπλήξει, τη μέρα
εκείνη που βγαίνοντας απʼ την ομίχλη,
απʼ τα λουλούδια του κήπου μόνος
τον είδα να με περικυκλώνει
μια γαλάζια γραμμή στον ασημένιο
ουρανό, στο λαιμό μου το χέρι (σφιγμένο)
δίχως φωνή βρέθηκα με το πιγούνι στο χώμα.

Δεν θυμόμουν τον ύπνο, είχε περάσει
η νύχτα πάνω στο χαλίκι των δοντιών μου.

 

 

*********************

Το 10ο τεύχος του Περιοδικού ΠΟΙΗΤΙΚΗ, (διευθυντής: Χάρης Βλαβιανός) εκδ. Πατάκη, περιλαμβάνει:

ΠΟΙΗΣΗ: Ezra Pound, Θάνος Σταθόπουλος, Σάκης Σερέφας, Αλεξάντρ Πούσκιν, Τάκης Γραμμένος, Ευριπίδης Γαραντούδης, Bertolt Brecht, Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Alfonso Gatto, Marilyn Monroe, Νανά Παπαδάκη, Λάμπρος Γκοτσόπουλος, Wendy Cope, Μαρία Κοπανίτσα, Νίκος Κτιστόπουλος, Σύγχρονοι Βρετανοί Ποιητές στην Αθήνα

ΔΟΚΙΜΙΟ: Giorgio Agamben, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Γιώργος Βέλτσος, George Steiner

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ σε Νέους Ποιητές

ΚΡΙΤΙΚΗ