[author] Του Βασίλη Λαλιώτη [/author]

Η επιστροφή του ισόμετρου στίχου, του λεγόμενου και παραδοσιακού, είναι το αποτέλεσμα της εμμονής ενός ανθρώπου, του Ηλία Λάγιου.
Η αλήθεια είναι πως έπιασε στον ύπνο αρκετούς νέους ποιητές που δεν είχα ρίξει ματιά στον ισόμετρο στίχο. (Προσωπικά η επαφή μου με την Ισπανική λογοτεχνία μου είχε κάνει σαφές πως κάτι δεν πήγαινε καλά με το στίχο στην Ελλάδα. Ποιητές υπερρεαλιστές έγραφαν με ρίμα και σονέτα στην ισπανική χωρίς καμιά τομή, απαλά και με συνέχεια.)
Ψάχνοντας βέβαια τα της Ελλάδος κατάλαβα ότι στην πραγματικότητα η ρήξη του ελεύθερου στίχου υπήρξε η μανιεριστική συρρίκνωση ενός πολιτικού προτάγματος, που λόγω αυταρχικών κυβερνήσεων στη χώρα κατέληξε στείρα μορφικό. Ακόμη ήταν σαφές ότι η «ρήξη» της επιστροφής του ισόμετρου στίχου στο παρόν ήταν κυρίως επικοινωνιακή διαφοροποίηση και εναλλακτική στην παρακμή του σεφερικού στίχου. Πετώντας στη θάλασσα όλο τον ισόμετρο στίχο που υφέρπει στην ποίηση μετά τον πόλεμο και προσβλέποντας στην ισόμετρη ποίηση που αναγνώριζε ο ελεύθερος στίχος, το πράγμα γινόταν λίγο τραγέλαφος. Από την άλλη τα επιτεύγματα της στιχουργικής τα οποία παρέβλεψε η προσπάθεια, έκαναν τους νέους ισομέτρως στιχουργούντες νήπια που μύριζαν μεσοπόλεμο. Οι αντιδράσεις παγίωσαν τη ρήξη. Το ριμάτο ποίημα με τους ένδεκα διασκελισμούς αποδώ, τα σαμσονέτα αποκεί για το παλιό μίσος με τον εισηγητή, ελληνικά δικά, μας, στα μέτρα της φιλολογικής δημοσιότητας του διπλού λόγου, αλλά κατʼ ιδίαν και τα αντίθετα δημοσίως, που καθιέρωσαν στα μέτρα τους οι διαχειριστές της τρέχουσας δημοσιότητας.
Η δυσκολία της ρίμας παρείχε ένα χώρο, όπου ο ποιητής έπρεπε να μη στιχουργεί απλώς πρόζα αλλά να έχει ικανότητες για ανάληψη μουσικών δυσκολιών, να το πούμε έτσι. Το φαινόμενο μοιάζει λίγο με τους Δημοτικιστές. Όσο οι Δημοτικιστές ήταν και αρχαιογνώστες
το κενό δεν φαινόταν. Όταν εμφανίστηκαν χρήστες της δημοτικής χωρίς την υποδόρια επαφή με την αρχαία άρχισε η γλωσσική κατάρρευση. Το ίδιο με τους ποιητές. Όσο οι ποιητές τρέφονταν με τον ισόμετρο στίχο αφανώς η ποίησή τους ερχόταν αρματωμένη, όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες γενιές που δεν είχαν ζωντανή επαφή με τον ισόμετρο στίχο η στιχουργία κατέρρευσε.
Η πρόβλεψή μου, καταγραμμένη στο χρόνο της, πέρα από την αντίσταση που περιείχε, στο πασιφανές διαφημιστικό του εγχειρήματος, ήταν ότι το πολύ πολύ η ελληνική ποίηση ακολουθώντας αυτά που συνέβαιναν στην Ισπανική, να άνοιγε για να χωρέσει ως αποδεκτό είδος το σονέτο. Κι αυτό για δύο λόγους. Ο ένας ήταν εξωτερικός. Ως εκεί έφταναν τα όρια της παγκόσμιας ανοχής από όπου πολιτισμικά εξαρτάται η χώρα. Ο δεύτερος εσωτερικός. Το σονέτο είχε, και ακόμα έχει, περισσότερα περιθώρια ως φόρμα για να δουλευτεί πάνω του η ελληνική. Στη συμπάγεια που έχει σε άλλες λογοτεχνίες η παρουσία του από τότε που εμφανίστηκε, στη δική μας λογοτεχνία μπορούμε να μιλάμε μόνο για νησίδες .
Η εξάσκηση και η άσκηση στη μορφή του σονέτου παράγει ποίηση που ταυτόχρονα είναι κλείσιμο στο όνομά αυτού που τη γράφει, αλλά και χειρονομία ανοίγματος και προς τους άλλους σονετογράφους με τους οποίους κάποιος μπορεί να νιώθει παιγνιωδώς αλληλέγγυος. Κατά περίεργο τρόπο το στιχούργημα αυτό δημιουργεί σχέσεις μεταξύ των δημιουργών του. Η αφιερωματική παρουσία του σονέτου στην παγκόσμια γραμματεία περιέχει αναγνώριση μεταξύ σονετογράφων και αβροφροσύνες άγνωστες σε άλλες μορφές.
Το σονέτο είναι φόρμα αδούλευτη στην Ελλάδα με μεγάλα περιθώρια εξέλιξης. Θα πρόσθετα επίσης πως η διάλυση του σονέτου στη συμφορά του που επιχειρήθηκε, αντί να βάλει τέλος στα σονέτα, μάλλον θα προσαρτήσει τον συφοριασμένο και δεν θα λειτουργήσει σαν επιστροφή στην στιχουργική τάξη του παρόντος. Το σονέτο επίσης προσφέρεται στο διαβλητό θεσμό της διδασκαλίας ποίησης επειδή είναι σχεδόν το μόνο βολικό για τη διδασκαλία στιχουργικής και από τον πλέον ατάλαντο στον πλέον άμουσο.
Τελειώνοντας θέλω να επισημάνω ότι τα όσα έγραψα εδώ αποτελούν μέρος της γενεαλογίας της επανεμφάνισης του σονέτου στην επιφάνεια της λογοτεχνίας μας. Δεν συμμερίζεται ούτε τις μαξιμαλιστικές θεωρητικές κατασκευές που εξηγούν την παρουσία του, ούτε τις μινιμαλιστικές που το θέλουν ένα είδος καλλιέργειας ορχιδέας από γραμματικούς. Η στοά του Σονέτου είναι γεμάτη ακόμη μετάλλευμα και ο καθένας θα εξορύξει κατά το ταλέντο που του έδωσε η φύση του.
Ο Μπόρχες έλεγε, άλλος φίλος των σονέτων αυτός, ότι κάθε ποίημα είναι προορισμένο να καταλήξει σε ελεγεία. Το σονέτο είναι ακριβώς αυτό. Μια φόρμα επιδεκτή στο να κερδίζει χρόνο προς την ελεγεία που καταλήγει κάθε ποίημα. Ο παγκόσμια μεγάλος σονετογραφος της ελληνικής δεν έχει ακόμα φανεί. Κι είναι τόσο ωραίο να τον περιμένει κανείς.