[author] Του Γιώργου Πατιού [/author]

 

 

 

 

Μία από τις πλέον επαναλαμβανόμενες εκφράσεις στην τρέχουσα καθημερινότητα των Ελλήνων, χρησιμοποιούμενη βέβαια σε τόσο μεγάλη συχνότητα και σε τόσο μεγάλη κλίμακα καταστάσεων που καταντά εντελώς γραφική κι ανίσχυρη, είναι η έκφραση: ‘το Χ είναι παράλογο’.
Έτσι, το γεγονός της αύξησης π.χ. των τιμών των καταναλωτικών αγαθών σε συσχέτιση με την κατακόρυφη μείωση των μισθών ‘είναι παράλογο’. Η αύξηση των υπαρκτών κοινωνικών προβλημάτων που διαρκώς διογκώνονται σε συσχέτιση με τις αενάως υποσχούμενες από το κράτος πρακτικές ενίσχυσης του κοινωνικού ιστού, ‘είναι παράλογη’. Ο υπερφίαλος πολιτικός λόγος σε σχέση με την μηδενική πολιτική πράξη, ‘είναι παράλογος’. Η ανυπαρξία πραγματικής κοινωνικής έκφρασης της υπαρκτής κοινωνικής δυσαρέσκειας σε σχέση με την ζοφερή πραγματικότητα που όλο και περισσότερο μας πνίγει ‘είναι παράλογη’.
Τα παραδείγματα αυτά φυσικά αποτελούν μόνο μια μικρή ένδειξη της χρήσης της συγκεκριμένης έκφρασης στην καθημερινότητά μας. Αν θέλουμε να επεκταθούμε και πέραν των χρήσεων που αφορούν κοινωνικά γεγονότα μαζικής φύσης, μπορούμε ακόμη να προσθέσουμε πως ‘είναι παράλογο’ για κάποιον που απιστεί έναντι της συντρόφου του να απαιτεί πίστη από εκείνη, ‘είναι παράλογο’ να μην πράτουμε ο,τιδήποτε και μετά να κατηγορούμε όλους τους άλλους για το γεγονός πως τίποτε δεν μας συμβαίνει.
Κοινός τόπος σε όλες αυτές τις χρήσεις της συγκεκριμένης έκφρασης είναι πως απαραίτητη προϋπόθεση της είναι η γνώση του τι συνιστά ‘λογικό’ κάθε φορά. ‘Ετσι, εάν θέλουμε να συνεχίσουμε να ψάχνουμε το θεμέλιο του ‘παράλογου’, αυτό είναι μία απόλυτα σαφής και ευκρινής γνώση τόσο του ‘λογικού’ όσο και του τι συνιστά απαραίτητο τρόπο για να διαπιστώσει κανείς αυτό το λογικό.
Κι εδώ αρχίζει όχι το παράλογο αλλά το γελοίο…
Φοβάμαι πως με την δεδομένη υπερβολή που μας διακρίνει και με την υπαρκτή ανάγκη μας να υπεκφύγουμε κάθε ευθύνης, κάθε φορά που εκστομίζουμε χωρίς δεύτερη σκέψη: ‘είναι παράλογο’ γινόμαστε (όλο και πιο) γελοίοι. Για να γίνω σαφέστερος: το παράλογο υποδηλώνει ταυτόχρονα (και αναγκαστικά) δύο πράγματα: α) την αυταπόδεικτη αδυναμία μας να το υπερβούμε/ξεπεράσουμε/καταλύσουμε δια μέσου οπιασδήποτες έλλογης πρακτικής και β) την έλλειψη προσωπικής μας ευθύνης για αυτή μας την αδυναμία.
Εάν λοιπόν χαρακτηρίζουμε συλλήβδην κάθε πτυχή της κρίσης που διογκώνεται συνεχώς σε όλες τις εκφάνσεις του βίου μας ως ‘παράλογη’ ταυτόχρονα δηλώνουμε πως: α) δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για να την επιλύσουμε και β) δεν φταίμε εμείς βρε αδερφέ για το κακό που μας έχει βρει…
Το πρόβλημα που αναδεικνύεται μόλις συνειδητοποιούμε το βολικό, το ατελέσφορο και το ψευδές αυτής της τάσης μας να βαφτίζουμε τα πάντα ‘παράλογα’ δεν έχει να κάνει μόνο με την υπεκφυγή και την (ιδία) ψευδαίσθηση, έχει κυρίως να κάνει με το ουσιαστικότερο γνώρισμα της νεοελληνικής ύπαρξης, ήτοι, έχει να κάνει με το γελοίο.
Μόλις συνειδητοποιήσουμε την γελοιότητα μας και αφού βρούμε την απαραίτητη γενναιότητα να το παραδεχθούμε θα αναγκαστούμε επίσης να αναγνωρίσουμε τον πυρήνα της πραγματικής κρίσης μας, ο οποίος δεν είναι ούτε οικονομικός ούτε πολιτικός ούτε καν (απλά) κοινωνικός.
Γιατί ο πυρήνας της κρίσης μας είναι η αδυναμία μας να εκφέρουμε κρίση. Γιατί ο αληθινός χαρακτήρας της κρίσης μας είναι η γελοιότητα που μας διακρίνει σε όλες τις υπαρκτές και ενδυνάμει πρακτικές μας. Γιατί αυτή καθεαυτή η ‘κρίση’ που σήμερα όλοι μας βιώνουμε δεν είναι καν ηθική ή δικαιϊκή αλλά οντολογική.
Επειδή θέλω να αποφύγω την περαιτέρω χρήση όρων από την ‘φιλοσοφική διάλεκτο’ θα προσπαθήσω να γίνω όσο το δυνατόν πιο απλός και συνάμα συγκεκριμένος:
Η οικονομική κρίση που βιώνουμε δεν είναι παράλογη αλλά γελοία στον βαθμό που συνεχίζουμε να προσπαθούμε να την θεραπεύσουμε χρησιμοποιώντας εκείνες τις οικονομικές πρακτικές που την δημιούργησαν.
Η πολιτική κρίση που υπάρχει δεν είναι παράλογη αλλά γελοία στον βαθμό που εξακολουθούμε να θέλουμε να την επιλύσουμε χρησιμοποιώντας τους πολιτικούς εκείνους που προσωπικά την δημιούργησαν.
Η κοινωνική κρίση δεν είναι παράλογη αλλά γελοία στον βαθμό που αντί να επιλέξουμε διαφορετικές κοινωνικές πρακτικές (προσωπικής και υπεύθυνης συμμετοχής) επιλέγουμε να επιζητάμε πολιτικούς σωτήρες για να κάνουν την βρώμικη δουλειά αντί για εμάς.
Η ηθική/δικαιϊκή κρίση, που όντως αποτελεί το πλέον δυσκολοκατάβλητο χαρακτηριστικό της ‘κρίσης’ δεν είναι παράλογη αλλά γελοία στον βαθμό που αντί να μεταβάλλουμε τους αντίστοιχους θεσμούς και αντί να επιβάλλουμε δια της προσωπικής μας έμπρακτης διαμαρτυρίας τις όποιες θεσμικές αλλαγές, περιμένουμε από τους θεσμούς που την δημιούργησαν και τη συντηρούν να την θεραπεύσουν.
Ο πυρήνας όμως του γελοίου είναι ο καθρέφτης μας. Αντί να μας δείξει τα στραβά μας, εξακολουθεί να μας κανακεύει μεταθέτοντας αιώνια τις ευθύνες αλλού. Μόνο που αυτό το γελοίο δεν εξαντλείται σε μια απλή ψευδαίσθηση, αντιθέτως, εξαπλώνεται σε όλη μας την ύπαρξη (σαν καρκίνος που κάνει συνεχώς μεταστάσεις) καθιστώντας μας όχι παράλογους αλλά γελοίους και μηδαμινούς.

 

******************************

Ο Γιώργος Πατιός είναι Διδάκτορας Φιλοσοφίας