Από την Ενότητα «Δήμος»

Μυρίζει ουτοπία

 

Μυρίζει ουτοπία
του πραίτορα το σίδερο φοιτητικό που ‘χει αίμα
Μυρίζει ουτοπία
ο μαθητής που αντιμιλά και χάνει τη ζωή του
Μυρίζει ουτοπία
Του Κομαντάντε η αγωνία στα ελληνικά δοσμένη
Μυρίζει ουτοπία
η γουρλωμένη η ματιά του δήμαρχου Γκορντίγιο
Μυρίζουν ουτοπία
Της Κοτσαμπάμπα οι νεκροί, φιλήσυχοι πολίτες
Μυρίζει ουτοπία
στη Γένοβα ακίνητη πνοή παρατημένη
Μυρίζεις ουτοπία
γέρο-σακάτη αγωνιστή που ενίκησες τις ήττες
Μυρίζει ουτοπία
Του μετανάστη η προσμονή που αντίκρισμα γυρεύει
Μυρίζει ουτοπία
με πείσμα αυτός που καίγεται στη μέση της πλατείας
Μυρίζει ουτοπία
‘κείνος που δεν γονάτισε από ασήκωτες συνήθειες
Μυρίζει ουτοπία
την αλαφράδα του καιρού όποιος δεν υπομένει
Μυρίζει ουτοπία
σ’ αίμα και άσπρα χημικά ο δρόμος βουτηγμένος
Μυρίζει, βρωμάει, ζέχνει ο Χειμώνας τούτος ουτοπία
Μυρίζει ατόφια ουτοπία

 

*

Του νέο-γραικού

Η δυστυχία του έλληνα
βαρύ είναι φορτίο
λάβαρα ανέμους αγροικά
στου χρόνου το πορνείο

Σ’ όλη τη γη είναι γραικός
στη χώρα του είναι Ίων
βαλκάνιος γιδοβοσκός
και ονειρευτής του απείρου

Λεωνίδας θέλει να γενεί
μα είναι Εφιάλτης
της ίδιας φτωχής ζωής
προδότης και σακάτης

Αλαζονεία περισσή
με πήλινα ποδάρια
τρεκλίζει και ακολουθεί
του Τίμωνα τα χνάρια

Του Πλάτωνα θαρρεί είναι γιός
του Αριστοτέλη αδέρφι
στου Καραγκιόζη το τσαρδί
τα βράδια στήνει γλέντι

Με την πραγματικότητα
αρνείται να ‘χει σχέση
εκπλήσσεται και οδύρεται
απ’ τα σύννεφα σαν πέσει

Ορθοδοξία τρομακτική
με του σπαθιού την κόψη
στης ιστορίας το πέρασμα
χυδαία έχει όψη

Κι όταν σωτήρες έρχονται
από της γης την άκρη
του Διογένη απάντηση
βαριά στα χείλη να ‘ρθει

Ότι τον ήλιο μας στερεί
η κούφια αρματωσιά σας
η φτώχεια «φτώχεια» δεν γεννά
μα μόνο η ματιά σας

Κι όσο στην κυρά μάνα μας
‘σεις δίνεται βοήθεια
τόσο αυτή θα μας χτυπά
με μελανή συνήθεια

 

*
Κοινωνία

Την σκοτεινή σου ύπαρξη πες μου πώς να αντέξω
που έκανες κανόνα σου και αυτοσκοπό σπουδαίο
την απληστία, το μίσος σου, την ματαιοδοξία
και όργια διονυσιακά πνεύμα κι ουσία βαφτίζεις

Είσαι ένας βούρκος τρομερός, μια ονειροπαγίδα
σαν να ‘χαν κι άλληνε ζωή τα όνειρα παγιδεύεις
χαρές κι ελπίδες τις μισείς με πάθος, δεν προφταίνεις
την ομορφιά όλης της γης εμπόρευμα να κάνεις

Και τα δικά σου τα πολλά, πάντα τα βλέπεις λίγα
τους πιο απάνθρωπους θεσμούς τους λες δικαιοσύνη
τη δυστυχία που σκορπάς βαφτίζεις ατυχία
κι όποιος τολμά ν’ αντισταθεί σπεύδεις και τον συνθλίβεις

Είναι πολλοί αυτοί που λεν, πολλά είναι τα λίγα
μα η πονηράδα τούτη ‘δω αν ήτανε αλήθεια
θα ‘χανε οι πολλοί πολλά, και οι λίγοι θα ‘χαν λίγα
θα ‘χε χαθεί κι ο μετρημός από την ευτυχία

Μα οι μαύροι αιώνες ξέρουνε καλά ποια είν’ η αλήθεια
οι λίγοι έχουν τα πολλά και οι πολλοί τα λίγα
δεν έχουνε επιστροφή τα πρωινά του κόσμου
αβάσταχτο είναι κι η ζωή θλιμμένο καρναβάλι

Συμφέροντα έχεις άπειρα διχόνοια να σκορπίζεις
μόνο έτσι λεν μπορείς μαθές, εμάς να διαφεντεύεις
μα εμείς αιώνες παγερούς Θερμές κρατάμε Πύλες
της ανθρωπιάς, του δίκαιου και της αλληλεγγύης

Τα λόγια είναι πια φτωχά, η οργή μας δεν μετριέται
δεν θα υπάρξει ανακωχή χωρίς δικαιοσύνη
και θα ‘ρθει σύντομα θα δεις το πλήρωμα του χρόνου
σου υπόσχομαι αναμέτρηση σφοδρή κι αίμα ποτάμι

 

*

Ο τόπος μου
Στην Ευρυτανία
Στη γενιά του εμφυλίου
Στη γιαγιά Αγγέλω

Ο τόπος μου λόγους πολλούς έχει να ‘ναι στενάχωρος
έχει γριές κατάμαυρα ντυμένες, με μαγκούρες
μισός αιώνας πέρασε, μαύρη μαντίλα φέρουν
αλλιώς τα περιμένανε, κι αλλιώς μαθές τους ήρθαν
βαρύ εσύρανε σταυρό, χωρίς καμιά βοήθεια
καμπούρα έχουν στη πλάτη τους απ’ το βαρύ φορτίο
απ’ την αγριάδα του καιρού κι απ’ τις πολλές ζαλίγκες.

Οχτροί βουβοί γινήκανε σαν πέρασαν τα χρόνια
αδέρφια, ξαδέρφια, χωριανοί, γαμπροί, νύφες, αγγόνια
όπως το Βελούχι χαρακιές μύριες έχει στα πλευρά του
με βία χάραξε η ζωή θλίψες στα πρόσωπά τους
κι άγριο έγινε το μάτι τους, δύστροπη η λαλιά τους
τώρα γέλια σαν βλέπουνε άβολα νιώθουν φεύγουν
χαρές και λύπες βράζουνε στο ίδιο μαύρο τσουκάλι
κι έναν προς έναν θάβουνε πάντα στο ίδιο μέρος
εκείνους που απόκαμαν κι άλλο να ζουν δε θένε∙
εκείνους που ασήκωτες εδώσανε ορμήνιες
«νόημα αιώνιο υψηλό να έχουν τα βήματά σας
με μετρημό τα λόγια σας, κι οι πράξεις να ’ναι δίκαιες
κι αν ιστορίας μίλημα τα όνειρα συνθλίψει
βράχοι εσείς ακλόνητοι στων Τρικάλων την πλατεία».

Τέτοια διδάγματα πικρά, πώς να τα κάνουν βιώμα
τ’ αγγόνια που απ’ τη δείλια τους πήρανε άλλο δρόμο
κι αμίλητοι βαστούν βουβά το φέρετρο στους ώμους
φέρετρο κόσμου αλλοτινού, δήθεν παρωχημένου
δύσκολα ανηφορίζουνε σκέψεις πλημμυρισμένοι
ποθώντας μη ντροπιάσουνε πατημασιές πελώριες.

 

 

*****************

 ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
 

Ο Βασίλης Ζούμπος γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1978, μεγάλωσε όμως στη Λαμία. Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός και Πολιτική Οικονομία στην Αγγλία. Έχει ζήσει συνολικά 9 χρόνια στην Αγγλία. Έχει εργαστεί ως Πολιτικός Μηχανικός και ως Εκπαιδευτικός στην Ελλάδα και στην Αγγλία. Προς το παρόν ζει και εργάζεται στη Λαμία. Είναι ενεργός πολιτικά στο χώρο της Αριστεράς από τις αρχές τις δεκαετίας του ‘90 μέχρι κα σήμερα. Αρθρογραφεί στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ και στον ιστοχώρο πολιτικής ανάλυσης «αριστερό blog» από το 2012. Στον ελεύθερό του χρόνο διαβάζει κείμενα πολιτικής και οικονομικής ανάλυσης, ελληνική και ξένη λογοτεχνία, ακούει πολλή μουσική και γράφει ποιήματα, τα οποία μελοποιεί σε ροκ τραγούδια… Ξεχνάει συχνά το ένστικτο της μικροαστικής του αυτοσυντήρησης, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ανθρώπων γύρω του να του το υπενθυμίζουν συνεχώς…Προσπαθεί να είναι απαισιόδοξος αλλά συνεχώς εισβάλουν στο σύμπαν του ακτίνες αισιοδοξίας από τις χαραμάδες τις καθημερινής του ζωής…Αγωνίζεται χρόνια τώρα να ξεφορτωθεί την καλή του προαίρεση απέναντι στους ανθρώπους, μα δεν τα καταφέρνει… Έχει μια αίσθηση εγρήγορσης επειδή πιστεύει πως ο χρόνος περνάει πολύ πιο γρήγορα από ότι συμβατικά αντιλαμβανόμαστε… Τον συνεπαίρνουν ακόμα επικίνδυνα οι άνθρωποι εκείνοι που παλεύουν καθημερινά να φτιάξουν τούτο τον κόσμο πιο ζεστό, πιο ανθρώπινο…

 

Επικοινωνία

 

vzoumpos@hotmail.com

www.facebook.com/vassiliszoumpos

http://vasiliszoumpos.blogspot.gr/