∆ΙΠΛΑΝΟΙ
Κι αυτός που δίπλα μου σωπαίνει,
συνωμοτώντας με συνήθειες κι εμμονές,
κι εκείνος που ωρύεται πιο πέρα,
διαβάλλοντας αρετές και μαρτυρίες,
ξέρουμε πως είμαστε διπλανοί στο ίδιο ψέμα,
ανύποπτοι σε ελεγχόμενα περιθώρια
και προγραμμένοι σε κατάστιχα ζηλωτές.
Κι αυτός με τους δογματισμούς του,
που βεβαιώνει ποιος είναι απέναντί μας,
κι εκείνος με τις αναγωγές του
που πρεσβεύει σε διαλεκτική συμμετοχή,
ξέρουμε πως είμαστε διπλανοί χωρίς ιστορία,
έρμαια στη μοναξιά και τη μονοχρωμία,
κι ασπόνδυλοι σε κάθε πείραμα και χρήση.
Χάνει η ζωή τα υπάρχοντά της
και μένει η φωνή χωρίς προσανατολισμό.
Κι αυτός που αποτελεί κατηγορία,
κι εκείνος που είναι αριθμός,
ξέρουμε πως είμαστε διπλανοί στην αλήθεια,
λόγος και πρόσωπο, αναφορά κι αξία,
το μέγεθος μη χάσουμε στο ύψος του ανθρώπου.
Απολογία και εξιλέωση οι καιροί,
σε κάθε τέλος και μια αισιόδοξη αρχή.
Κι αυτός που έχει παραιτηθεί,
κι εκείνος που επιμένει στην οργή,
προλαβαίνουμε να είμαστε διπλανοί στα όριά μας,
το αύριο στην ομορφιά να ορίσουμε
και η ζωή γητεύτρα
*
ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΙΚΕΣΙΕΣ
Φέραμε την αγρύπνια μας ως το ξημέρωμα.
Με συντριβή και χωρίς παραιτήσεις.
Άσκεπο το πρωί κι η μέρα αναποφάσιστη.
Χωρίς χρώμα και χειροκρότημα.
Κανένας έπαινος κι ασπασμός.
Ούτε καν μια βλαστήμια.
Έσκυβε πάλι η ζωή υπομονετικά σ’ επιταγές και νουθεσίες.
Μικρό φορτίο η συνήθεια, θρίαμβος η υπακοή
και μεγαλείο η συνέχεια και η ομοιομορφία.
Μα αυτή, βιασύνη αβόλευτη κι αστέγαστη φυγή,
δραπέτευσε από ανακωχές κι εκεχειρίες.
Την είδα να στέκεται ερώτημα και προτροπή
στην άκρη του αταξίδευτου ουρανού,
μπροστά από τα όνειρα και τους ανθρώπους,
βέβαιη για το μακρύ και ασχεδίαστο ταξίδι,
μύχια ευχή, χωρίς απαντοχές κι επιστροφή,
ίδια η άβυσσος, ο φόβος και η οργή.
Τους θεούς τους είχε σκοτώσει αποβραδίς.
Τους ειδήμονες και τους προστάτες
τους είχε αφήσει αδικαίωτους στην πρώτη σιωπή
και μένα, ένοχα κι επώδυνα να ισορροπώ
στους δισταγμούς και τις αντιφάσεις.
Μ’ ατίθαση ματιά γρίκαε το μερτικό της
πίσω από το μούχρωμα της ήσυχης ημέρας,
συνείδηση καθαρή και μνήμη από το μέλλον.
Ξημέρωνε μ’ ένα επινίκιο σάλπισμα
πάνω από τ’απροσανατόλιστα σταυροδρόμια,
στις κλειστές γωνιές και τους λαχανιασμένους δρόμους,
κόκκινη αντηλιά στον ίσκιο της
και ρωγμή βαθιά στη σιγουριά μου.
Την είδα σειρήνα του χαμού, του λυτρωμού γητεύτρα,
λεύτερη να μετρά με ουρανό τον κόσμο
κι εγώ αφτέρουγος από τη γη να ικετεύω
νωρίτερα από τ’ όνειρο στο γέρμα να μην φτάσει.
*
ΟΥΤΟΠΙΑ
Τ’ όνειρο που φτερούγισες στον άνεμο πουλί
και μάγεψες στις θάλασσες τραγούδι,
δεν έφτασε μακρύτερα απ’ τ’ ουρανού την άκρη
γιατί δεν είχαν πέρασμα σε ξέφωτα οι καιροί,
οι ορίζοντες χαμήλωναν σε φράχτες και σκιές,
κι εσύ πρώτη φορά κι αμάθητη στο σκίρτημα της ψυχής
θωρούσες με τα μάτια σου τις ομορφιές του κόσμου.
Καράβι πρωτοτάξιδο έσμπρωξα στα πέλαγα το δικό μου
με το νοτιά, με το βοριά, στου ήλιου τα γυροτόπια
μα δεν ανοίχτηκε απ’ την ανατολή πιο πέρα
γιατ’ είχανε σβηστεί τ’ Αυγερινού τα σημάδια ,
οι γοργόνες που τ’ απάντησαν το κράτησαν σε λιμάνια
κι εγώ πρώτη φορά ταξιδευτής στ’ αφρόσκεπο το κύμα
σε κοντινά κι απάνεμα ζύγιαζα τα πέρατα του κόσμου.
Φτάσαμε αργά στο φέγγισμα και στο βασίλεμα νωρίς.
Γδαρμένοι βράχοι η ψυχή κι ο νους φευγάτος γλάρος
γιατ’ είχε ο κόσμος σύνορα κι ένα θλιμμένο βλέμμα
ίδιο με του ζητιάνου έρωτα με του ηλιού τη χάση.
Βαθιά σιωπή ο σπαραγμός και η απόγνωση ηχώ ,
τι ήταν μικρός ο πηγαιμός και τ’ όνειρο ουτοπία
που στοίχειωσε το γυρισμό στο παλιό αραξοβόλι.
*
ΑΝΟΜΟΛΟΓΗΤΑ
Ξυπόλητα πρωινά, μέρες γυμνές και χρόνοι δικασμένοι,
ασπούδαστα χορικά και κομμοί μιας τραγωδίας ελέους
σε μια κρυφή χορεία ενοχών μ’ ανέστιες ευθύνες.
Κι εμείς αγύρτες των ηθών και των καιρών πραματευτές,
ξαρμάτωτοι στον πανικό κι αφρόντιστοι στη δίνη,
μονολογούμε βέβηλα και φωνασκούμε άδειοι,
μ’ αμήχανο βηματισμό και φλοιωμένα λόγια,
απαίδευτη γενιά κι αψίκορη, δειλή, παγιδευμένη,
να δούμε το θαύμα στο χαμό, τον τελειωμό στην πλάνη.
Φτιασίδωμα ψυχής των άλλων η οργή και υπακοή η βία.
Ξέπεσε σύνθημα ο στοχασμός και προγραφή η μαρτυρία,
συμβιβασμός οι πείσμονες αποστροφές και τα μεγάλα πάθη
καθώς επαιτούν κι αυτοί, μικρή κι ασήμαντη την εποχή τους
έτσι που στις ψευδαισθήσεις τους τ’ ανάστημά τους χάσαν
και δήλωσαν γενναιότητες κι αφόρητες συνέπειες στους δρόμους,
σ’ ανάγκες που δεν μπόρεσαν ποτέ ως όραμα να δημιουργήσουν
γιατί τους γήτεψε κι αυτούς η έκσταση κι η ηδονή της ευκαιρίας
και τους γονάτισε η ερημιά κι η τυραννία της αλήθειας.
Συνοδοιπόροι αμνήμονες, άπραγοι, και η αποδοχή συνήθεια,
οι ίδιοι σώφρονες ρυθμοί, συναλλαγή ανοιχτή και ρητορεία.
Βήμα πλατύ η συνείδηση υποταγής και τελετή θριάμβου,
χωρίς κενά η μύηση και η προσαρμογή λατρεία,
σπονδή η υπεροψία της άγνοιας και η οίηση μεγαλείο,
αναζητώντας πρόκριμα στην αναχώρηση και την απουσία.
Πτυχές ασκητισμού η ζωή και μνεία ιστορίας ,
μας ταίριαζε η ευπρέπεια της ταραχής και δοκιμασίας,
μα άσπονδοι φίλοι οι καιροί κι εμείς ανομολόγητα δικοί τους.
*
Ο Λάζαρος
Ο Λάζαρος, αυτός ο γνωστός και οικείος συνοδοιπόρος,
που οριοθετεί το ύψος μιας ετερόκλητης συντροφιάς
διεμβολίζοντας άλλοτε τον καθωσπρεπισμό και τη ματαιοδοξία
κι άλλοτε αυθαιρετώντας σε προβληματισμούς και σχολαστικότητες
μ’ έναν ανεπιτήδευτο και εξοργιστικό αυθορμητισμό,
είναι ο καλλιτέχνης μιας αισιόδοξης καθημερινότητας
καθώς αρνείται τη σπουδή των καιρών και των φόβων
και με άδολο κομπασμό ανατρέπει την τάξη του χρόνου.
Στη φρενίτιδα της βιασύνης και το στόμωμα του άγχους,
συλλαβίζει νότες υγρές και ζωγραφίζει φως και γέλιο.
Μελωδίας ανάκρουσμα κι αδρό μετείκασμα ζωής
με λόγους παλιούς κι ανήμερους, μ’ αναδρομές και ανακλήσεις,
σμπρώχνει τις μέρες στη γιορτή ‚τις προσμονές στην άκρη
κι ανάμεσα σε αμφίβολες σιωπές και ψυχές κομποδεμένες ,
ελευθερώνει τις φωνές και με θόρυβο ξετυλίγει
απομεινάρια όνειρα, κρυφές ευχές και αναμνήσεις.
Φερμένος μ’ ανερμήνευτα σημάδια από ανώνυμες εποχές,
από ανοχύρωτες πόλεις και εγκαταλειμμένους ναούς,
ο Λάζαρος, αυτός ο γνωστός και οικείος γυρολόγος,
χτυπώντας το τύμπανο του χρόνου και της ανάγκης
και κρατώντας το δισκοπότηρο μετάληψης της ζωής,
γίνεται ο καλλιτέχνης των πιο απλών διαδρομών
να βρίσκει πέρασμα και κατώφλι η ομήγυρη στη χαρά
πίνοντας ο καθένας με καημό απ’ τη δική του ιστορία.
*************
Διατηρεί τον ιστότοπο: http://www.alexandris23.net/











@Σπύρος Αραβανής: συμπληρωματικά, όπως αναφέρεται στον ιστό-τοπο (στην αρχική σελίδα: “Επιτρέπεται η αντιγραφή, η αναπαραγωγή, η οποιαδήποτε προβολή και χρήση χωρίς την άδειά μου με απλή αναφορά στο παρόν ιστολόγιο. Από αναγνώστες μέχρι και εκδότες. Επειδή η ποίηση ως τέχνη δεν μπορεί να αποτελεί ιδιοκτησία.”
Η άδεια χρήσης είναι .
Ευχαριστώ, Νίκος
@ Νίκος Αλεξανδρής
Δεν μου έγινε σαφές το μήνυμά σας, αν θέλετε γίνεται πιο επεξηγηματικός.
Ευχαριστώ.
@Σπύρος Αραβανής: προσπαθώ απλά να συμπράξω στη διάδοση της χρήσης “ανοιχτών” αδειών, όπως η Creative Commons, για αναγνώστες που πιθανόν δεν θα επισκεφτούν τον ιστό-τοπο και δεν είναι ενήμεροι για την ύπαρξή της/των.
Συνηθίζουμε, δυστυχώς, να μην δίνουμε σημασία στις άδειες γενικώς (ή ειδικά σε αυτές που αφορούν σε πνευματικά έργα). Είναι, όμως, τόσο σημαντική μια (ανοιχτή) άδεια χρήσης, όσο και το ίδιο το έργο. Είναι συστατικό στοιχείο της κουλτούρας του διαδικτύου και καταλύτης στην προσπάθεια να κάνουμε κοινό κτήμα τη γνώση — σε αντίθεση με τις κλειστές άδειες που εμποδίζουν την δημιουργικότητα και “διαιρούν”.
[ Λεπτομέρεια: κάποτε, στα φοιτητικά μου χρόνια, είχα άγνοια για το πόσο σημαντικό είναι το ζήτημα αυτό και πως σχετίζεται άμεσα με την πραγματικά ελεύθερη επικοινωνία και τη Δημοκρατία. Δυστυχώς, κανείς δεν με ενημέρωσε τότε και τα ανακάλυψα αργά. Θα ήθελα να ήταν διαφορετικά. ]
sidenote @Σπύρος Αραβανής: στο 1ο μου σχόλιο είχα παραθέσει και δυο συνδέσμους οι οποίοι δεν φαίνονται. Ίσως δεν έχει “εγκριθεί” ακόμη η δημοσίευσή τους;