Με μόνο της ζωής τη μαρτυρία

Με μόνο της ζωής τη μαρτυρία
βιώνω την πορεία προς τη λήθη
ατέλειωτη και άθλια τιμωρία
οι εξουσίες, τα κτίρια, τα πλήθη.

Κοιτάζοντας πίσω στην Ιστορία
φαντάζουνε στα μάτια μου σαν μύθοι
εκείνοι που τα βάλαν με “θηρία”…
θολή η συμβολή τους, δεν με πείθει.

Ανήκω σε εποχή ανυπαρξίας
υπάρχει μόνο ό,τι δεν θέλω να ‘μαι
υπάρχει όμως κι αυτός ο ταραξίας
που με ξυπνά για λίγο όταν κοιμάμαι

να πάρω τόσο όσο μου ανήκει,
όσο έχω αποδεχτεί από τη φρίκη…

Αιμορραγών

“Είμαι Έλληνας” τον άκουγαν να λέει
το έσχατο αποκούμπι, αυτό το ψέμα
κοιτώντας απ’ το στόμα του να ρέει
σε θρόμβους ασταμάτητα το αίμα.

“Είμαι Έλληνας… κι εγώ αυτού του τόπου
ένα κορμί, αξίζω μιαν ελπίδα
να, δείτε…”, όμως τα ίχνη του ανθρώπου
γι’ αυτούς τα ‘χει σκεπάσει μαύρη φλοίδα.

“Είμαι Έλληνας” και μέσα του η σκέψη
βλαστήμαγε “κατάρα αυτή η φύση!”
τον πρόδιδε και ποιός να τον πιστέψει;…
περίμεναν να δουν αν θα ψοφήσει.

“Είμαι Έλληνας… αίμα να με καλύψεις
κόκκινο ντύσε όλο μου το δέρμα,
να αλλάξει”, τον τρελάνανε οι τύψεις
που γέμισε κοιτάζοντας το τέρμα.

“Είμαι Έλληνας” τον άκουγαν οι άλλοι
κοιτώντας με αηδία τον αράπη
κι αυτός μέσα στο μαύρο του το χάλι
“είμαι Έλληνας”… καλούσε την αγάπη.

Ο Άγγελος της άνοιξης

Απόψε ο άγγελος της άνοιξης
μας πότισε με πλάνα λόγια
ήρθε, είπε, η ώρα της κατάνυξης
να πάψουν πια τα μοιρολόγια.

Πως καταργήθηκε, είπε, ο θάνατος
πως η ζωή πάλι θ’ ανθίσει
“έκλεισε ο κύκλος πια του δράματος”
ήταν η κατακλείδα ρήση.

Ήρθε κι εμφάνιζε τα ψέματα
χαράς να μοιάζουν ευαγγέλια
εμείς νεκροί, στεγνοί από αίματα
κι όμως, πεθάναμε στα γέλια.

Πτώσεις

Γόνιμα δάκρυα
γεμάτα χρώματα
πάνω στα χώματα
πέφτουν, τα πάτρια.

Ο ήλιος φώτισε
μέσα τα κύματα
και πυροδότησε
καρδιές και ποίματα

Ήτανε χάδι και
σαν χάδι πέρασε
ω χρόνε άδικε!
παιδί που γέρασε.

Όλα παρέρχονται…
κι αυτά που έρχονται.

Έλαιον

Λαφραίνουν τα ποιήματα τις νύχτες
ο ύπνος ο βαθύς όταν με παίρνει
του ρολογιού σαν σταματούν οι δείχτες
κι ο αέρας στο κρεβάτι μου τα φέρνει…

και μπαίνουν απ’ τους πόρους στ’ όνειρό μου
το βλέπουν, το αγγίζουν, σουλατσάρουν
και στέκονται στο τέλος κάθε δρόμου
απ’ τον καπνό του ονείρου να φουμάρουν.

Μα όταν έρθει η ώρα να χαράξει
κοπάδι, στα χαρτιά τους επιστρέφουν
αμίλητα, ακούνητα, σε τάξη
χωρίς να μου μιλούν ή να μου γνέφουν…

μια αίσθηση μου μένει, ένα χάδι
μια επάλειψη στο μέτωπο από λάδι.