Αύριο

 

Περίοπτα στην προθήκη τους
οκτώ λογιών στεφάνια

Δάφνη ανθισμένη
νικητές
να στέψει αυριανούς
Περίτεχνα πλεγμένη ελιά
και δυο κλαδιά του πεύκου
Δίπλα, της μέθης ο κισσός
και σέλινο του πένθους

Όποιος κρασί θέλει να πιει
ρόδα για τα μαλλιά του
Κι όποιος περνάει απέναντι
παίρνει λευκά λουλούδια
Μα η Αφροδίτη με μυρτιά
τον έρωτα κυκλώνει

Κι εμένα;
Ποιος ξέρει άραγε
τι στεφάνι θα μου ξημερώσει

Πώς;

Αλήθεια πώς να σου εξηγήσω
γιατί φιλούσαμε το ψωμί
που είχε πέσει στο πάτωμα;
Αλήθεια πώς να σου εξηγήσω
γιατί μαζεύαμε τα ομορφότερα λουλούδια
για τον επιτάφιο;
Αλήθεια πώς να σου εξηγήσω
γιατί, όταν κάποιος έφευγε ταξίδι,
ρίχναμε πίσω του νερό;
Αλήθεια πώς να σου εξηγήσω
γιατί στρώσαμε τα κρεβάτια μας
πριν φύγουμε κυνηγημένοι απ’ τ’ αλεξίπτωτα
που πέφταν στην αυλή μας;

Διαβήτης

Μόνη περιουσία μου ένα πόδι μεταλλικό, με αιχμηρή απόληξη. Καρφωμένο στο χώμα μού επιτρέπει καθημερινά μια πλήρη περιστροφή γύρω απ’ τον άξονά μου. Πόσο ευτυχής που δύναμαι κι εγώ να ιχνογραφήσω έναν κύκλο τόσο δα στο επίπεδο φάσμα του αιώνιου «τώρα», με προοπτική ανέλιξης χωρίς την αρωγή της τρίτης διάστασης. Ασφαλής εντός του ο κυκλοτερής θυμός, απρόσβλητος από εξωτερικές κατασταλτικές θωπείες των αρχόντων. Δευτέρα είναι της Καθαρής κι ο Αϊ-Γιώργης με το δόρυ του επισκέπτες απωθεί φιλόλογους, που το ’χουν κάνει τάμα να οσφραίνονται τις συλλαβές, προσφέροντας γενετικό υλικό για ταυτοποίηση των λειψάνων των νεκρών στίχων. Ουδείς αποδεικνύεται συγγενής. Κι οι λέξεις μετά θάνατον επ’ ανδραγαθία προάγονται σε πολυσύλλαβες κραυγές εις ώτα μη ακουόντων.

Ευμετάβλητο

Αν εκπέσουν οι υποσχέσεις μου
και το διπλά υποθηκευμένο σώμα
δεν μπορεί τις δόσεις να πληρώσει
θα εκτυπώσω χαρτονόμισμα ολοκαίνουργιο
χωρίς της όψης σου αντίκρισμα κανένα
Θα εξακολουθήσω κοιτάγματα χρυσού
ν’ αποταμιεύω δίχως σου
μέχρι ν’ αποδείξω πως είναι η γη επίπεδη
Αφού τα βλέπω τα μέλη τα πλεούμενα
να μου μακραίνουν στο χείλος του ορίζοντα
και να κατακρημνίζονται στο σκοτεινό αιδοίο του ουρανού

Μικρές απαγγελίες

Μονήρης και κατηφής Δεκέμβριος
ζητεί Αλκυονίδα μέρα
για φωτερό σκοπό

***

Ζητείται
αποχαιρετιστήριο βλέμμα
σε παραμεθόριο σκίρτημα
για επείγουσα
σιδηρόδρομη αναχώρηση

***

Σοβαρός κύριος
κυρίως μόνος
ζητεί
για μερική απασχόληση
ανεμοχαρή σκέψη

***
Διατίθεται σώμα
ανεπίσκεπτο
σε άριστη κατάσταση
λόγω αιφνίδιας αναχώρησης
της νιότης του

***

Κερδοφόρος μοναξιά
και πόθος ανεκπλήρωτος
έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου

***

Ραπτομηχανή ζητά επειγόντως
κλωστή μεταξωτή
για προσαρμογές
σε ρούχα που μεγάλωσαν
μακριά απ’ τα σώματά τους

***

Διατίθεται λόγος διφορούμενος
για χείλη πολυμήχανα
κι αμήχανα χαρτιά

***

Πωλείται πανσέληνος
υψηλής φωτεινότητας
χαμηλής κατανάλωσης
για μεγάλης διάρκειας
ώρες πυρακτώσεως

Τώρα είναι

Προκομμένα τα χέρια μου. Κάθε πρωί τα στέλνω στη ζωή, ανάγνωση να μάθουν και αφή. Όσο λείπω απ’ το σπίτι, όλες τις αιχμάλωτες φωτογραφίες τις βάζω στα παράθυρα, να βλέπουν προς τα έξω, μια βροχή μια ουρανό. Στο περβάζι αφήνω θυμιατό να καίει λιβάνι μη βασκαθούνε της αυλής τα κυπαρίσσια ορθόκλαδα. Καλημέρα! Φωνάζει φως ανατολής. Να σου ζήσει το νιογέννητο χαμόγελο. Μα να προσέχεις μη σου σβήσει. Σταυρώνω το στήθος και γελώ. Στρέφω το βλέμμα δυτικά, αποτάσσομαι τρις και φιλώ το στόμα το ασαράντιστο. Πίνω κρασί απ’ τη θηλή καινούργιας μέρας. Ρίχνω στο αύριο πετονιά, πάλι το χτες μου πιάνω. Απεκδύομαι το σώμα μου, παίρνω το αγκίστρι απ’ τον πιο αιχμηρό του λόγο και καταδύομαι στα νερά να τα μαλώσω. Μ’ ακούει και τρέμει σύγκορμος ο χρόνος ο αναρίθμητος. Στέκεται στα τέσσερα και μου βρυχάται. Τώρα είναι, θα περάσει, παρηγοριέμαι. Υπομονεύω. Μα του φόβου τα ηλιοτρόπια και στο μετά μ’ ακολουθούν. Τρέχω επί των υδάτων μέχρι που μου τελειώνει ο αέρας. Στη νέα φύση των πραγμάτων θα μάθω να ζω χωρίς αναπνοές.

Κέρμα ασφαλείας

Με τα παπούτσια μου τα πρώτα
σήμερα θα πάω βόλτα τους γονείς μου
Θα τους κρατάω απ’ το χεράκι
στράτα στρατούλα
Τώρα που μάθαν να ξεχνούν
να τους θυμίσω πώς με μάθανε
να περπατώ
στράτα στρατούλα
Θα τους κεράσω παγωτό
Μιαν αρμαθιά τραγούδια
Κι ένα κέρμα θα τους δώσω
για ώρα ανάγκης
να τους κρατήσει το παιχνίδι ως το τέρμα

 

 

 

BΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Πάμπος Κουζάλης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1964. Σπούδασε Αρχαιολογία – Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Απέκτησε Master in Classical Studies στο Open University UK. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: «ραπτός λόγος», εκδόσεις Παράκεντρο, Λεμεσός, 2003. «ένα», εκδόσεις Παράκεντρο, Λεμύθου, 2011.