Λουις Μπουνιουέλ
Όταν έκοβε το μάτι
-σπονδή παράτολμη σε ρηξικέλευθους θεούς
θυμόταν
οικογενειακά γεύματα τις Κυριακές
μ’ ένα καιρό θλιμμένου φθινοπώρου
Τα νιάτα πέρασαν σαν πυροτέχνημα
Ένα κανόνι να βροντά
στους άδειους δρόμους του Τολέδο
Στα γεράματα καθόταν ακίνητος
σ’ ένα ψηλό κρεβάτι με το σκύλο του
Δίπλα τo παλιό γραμμόφωνο
γυρνούσε τη σκόνη της σιωπής
Λίγο πριν το τέλος
του’ ρθε στο μυαλό ο Βέρμεερ
Ο ίδιος μικρός χώρος στη γωνία
με ένα ψεύτικο φως
να πέφτει στα πρόσωπα
Έξω απ’ το παράθυρο
ο άντρας κι η γυναίκα να κοιτάνε
τα χέρια που έπλεκαν αόρατα
τα αιώνια νήματα
Κι έξαφνα όλα
να τινάζονται στον αέρα
Λουίς Μπουνιουέλ
Το σύμπαν θα ξαναγεννηθεί;
Φυγή
Θα έρθουν αρρώστιες κι ανάγκες
Που πείθουν τους θεούς
Ανεμοστρόβιλοι στα μαλλιά του έρωτα
Στους εξώστες που στέκουν οι επιθυμίες
Tον κύκλο αυτόν που άφησες
Κανείς δε θα στο συγχωρέσει
Στους δρόμους που θα τριγυρνάς
Θα σκέφτεσαι το θάνατο
Πως τίποτα δεν στέκει σίγουρο
Στον μακρινό ορίζοντα
Τη δική σου θέληση κουμπώνεις
Κάτω απ’ τα σύννεφα τα σκοτεινά
Τα χέρια που ψαχουλεύουν τη φωτιά
Σφίγγουν αυτό που έμεινε δικό τους
Μην αρπάξουν κι εσένα
Αφηνιασμένες ανάσες
Ο αέρας της μνήμης
Που ξεριζώνει ανελέητα
Πρέπει να μείνεις μόνος
Τις δύσκολες ώρες
Σιωπηλός να αποφασίσεις
Για τις συνέπειες του χαμού
Στην πόλη που σώθηκε μέσα σου
Να κτίσεις στα ερείπια
Δίχως να μαρτυρήσεις
Τη δόξα που χάθηκε
Τον πεθαμένο βασιλιά
Που ‘χε το βλέμμα σου
Duende
Πίσω απ’ τα μάτια κρύβονται
Μισές αλήθειες τρεμοφέγγουν
Καμιά αγάπη δεν μας σώζει
Καμία γνώση
Αυτά τα ίχνη οδηγούν στο πουθενά
Ο άνθρωπος που έγινε
Πάνω σε κόκαλα που τρίζουν
Αναζητεί το νέο παραμύθι
Δεν του αρκεί να ακονίζει
Στο αμόνι
Χωρίς τις σκέψεις και τον θάνατο
Να δυναστεύουν την ψυχή
Δεν του αρκεί ν’ απελπίζεται
Στον έρωτα
Χωρίς τις σπίθες του ατσαλιού
Καυτή βροχή στο πρόσωπο
Τίποτα δεν του αρκεί
Που να μην ψάχνει
Μόνος του να βρει
Ν’ αφήνει και να χάνεται
Σε μιαν ατέλειωτη πλεκτάνη
Να βρίσκει για λίγο
Εκείνη τη λάμψη
Που καθρεφτίζεται στις κόρες των ματιών
Και τον καλεί παράφορα
Ν’ αφήσει το σκοτάδι
ΤροφώνιοΆντρο
Να διαβείς τον βωμό
με χνάρια ματωμένα
έτοιμος και νηστικός
να μάθεις την αλήθεια
Είσαι άρρωστος πολύ
-καιρό το ξέρεις
στο απολιθωμένο σώμα
φύτρωσαν όγκοι ζωντανοί
Ποιός θα μας λυτρώσει;
αναρωτήθηκαν οι ιερείς
Κι εσένα ποιός θα σώσει
από τους οιωνούς;
Δυο μικρά παιδιά
θα σ’ οδηγήσουν
στο νερό της Λησμονιάς
και της Θύμησης
Ξέρεις πως όλα
υπάρχουν στο κεφάλι σου
όλα γυρεύουν κάτι από σένα
Όταν σε ρουφήξει
το στόμα της σπηλιάς
μη φοβηθείς
Κανείς δεν πέθανε εκεί κάτω
-μονάχα αυτός που γύρευε χρυσάφι
Μες τη σκοτεινή μήτρα
προσευχήσου
Προσευχήσου να γεννηθείς ξανά
Να θυμηθείς τα σκοτεινά
μυστικά της μητέρας
Τον σκληρό διαχωρισμό
και την αέναη επιθυμία
Τις τρομαχτικές μάσκες
και το θόρυβο της πανοπλίας
Ω! Πόσα έχεις να θυμηθείς
Όταν ξυπνήσεις στο θρόνο της Μνήμης
μη νομίσεις πως ονειρεύτηκες
Οι ιερείς θα σ’ απειλήσουν
τίποτα μην φανερώσεις
Μα να το ξέρεις
Εκείνο το παιδί
που χαμογέλασε μπροστά
στον καθρέφτη
ήσουν εσύ
Φυγή
Θα έρθουν αρρώστιες κι ανάγκες
Που πείθουν τους θεούς
Ανεμοστρόβιλοι στα μαλλιά του έρωτα
Στους εξώστες που στέκουν οι επιθυμίες
Tον κύκλο αυτόν που άφησες
Κανείς δε θα στο συγχωρέσει
Στους δρόμους που θα τριγυρνάς
Θα σκέφτεσαι το θάνατο
Πως τίποτα δεν στέκει σίγουρο
Στον μακρινό ορίζοντα
Τη δική σου θέληση κουμπώνεις
Κάτω απʼ τα σύννεφα τα σκοτεινά
Τα χέρια που ψαχουλεύουν τη φωτιά
Σφίγγουν αυτό που έμεινε δικό τους
Μην αρπάξουν κι εσένα
Αφηνιασμένες ανάσες
Ο αέρας της μνήμης
Που ξεριζώνει ανελέητα
Πρέπει να μείνεις μόνος
Τις δύσκολες ώρες
Σιωπηλός να αποφασίσεις
Για τις συνέπειες του χαμού
Στην πόλη που σώθηκε μέσα σου
Να κτίσεις στα ερείπια
Δίχως να μαρτυρήσεις
Τη δόξα που χάθηκε
Τον πεθαμένο βασιλιά
Που ʽχε το βλέμμα σου
Duende
Πίσω απʼ τα μάτια κρύβονται
Μισές αλήθειες τρεμοφέγγουν
Καμιά αγάπη δεν μας σώζει
Καμία γνώση
Αυτά τα ίχνη οδηγούν στο πουθενά
Ο άνθρωπος που έγινε
Πάνω σε κόκαλα που τρίζουν
Αναζητεί το νέο παραμύθι
Δεν του αρκεί να ακονίζει
Στο αμόνι
Χωρίς τις σκέψεις και τον θάνατο
Να δυναστεύουν την ψυχή
Δεν του αρκεί νʼ απελπίζεται
Στον έρωτα
Χωρίς τις σπίθες του ατσαλιού
Καυτή βροχή στο πρόσωπο
Τίποτα δεν του αρκεί
Που να μην ψάχνει
Μόνος του να βρει
Νʼ αφήνει και να χάνεται
Σε μιαν ατέλειωτη πλεκτάνη
Να βρίσκει για λίγο
Εκείνη τη λάμψη
Που καθρεφτίζεται στις κόρες των ματιών
Και τον καλεί παράφορα
Νʼ αφήσει το σκοτάδι
ΤροφώνιοΆντρο
Να διαβείς τον βωμό
με χνάρια ματωμένα
έτοιμος και νηστικός
να μάθεις την αλήθεια
Είσαι άρρωστος πολύ
-καιρό το ξέρεις
στο απολιθωμένο σώμα
φύτρωσαν όγκοι ζωντανοί
Ποιός θα μας λυτρώσει;
αναρωτήθηκαν οι ιερείς
Κι εσένα ποιός θα σώσει
από τους οιωνούς;
Δυο μικρά παιδιά
θα σʼ οδηγήσουν
στο νερό της Λησμονιάς
και της Θύμησης
Ξέρεις πως όλα
υπάρχουν στο κεφάλι σου
όλα γυρεύουν κάτι από σένα
Όταν σε ρουφήξει
το στόμα της σπηλιάς
μη φοβηθείς
Κανείς δεν πέθανε εκεί κάτω
-μονάχα αυτός που γύρευε χρυσάφι
Μες τη σκοτεινή μήτρα
προσευχήσου
Προσευχήσου να γεννηθείς ξανά
Να θυμηθείς τα σκοτεινά
μυστικά της μητέρας
Τον σκληρό διαχωρισμό
και την αέναη επιθυμία
Τις τρομαχτικές μάσκες
και το θόρυβο της πανοπλίας
Ω! Πόσα έχεις να θυμηθείς
Όταν ξυπνήσεις στο θρόνο της Μνήμης
μη νομίσεις πως ονειρεύτηκες
Οι ιερείς θα σʼ απειλήσουν
τίποτα μην φανερώσεις
Μα να το ξέρεις
Εκείνο το παιδί
που χαμογέλασε μπροστά
στον καθρέφτη
ήσουν εσύ
<><>< -->











Υπάρχει ένα διαρκώς υπονοούμενο δίλλημα και στοίχημα στην τέχνη: δημιουργεί καινούργιο κόσμο ή επανατοποθετεί την οπτική μας σε έναν κόσμο ήδη προσδιορισμένο;
Προσωπικά αποζητώ συνεχώς και απελπισμένα καινούργια σύμπαντα, οπότε θα ήθελα να ρωτήσω αν θα γεννηθούν καινούργια σύμπαντα και όχι αν θα ξαναγεννηθεί αυτό το σύμπαν.
Ο Κώστας Παπαθανασίου πάντως, ειδικά στο ‘Μπουνιουέλ’ και στο ‘ΤροφώνιοΆντρο’, κατορθώνει να επικαιροποιήσει θέματα που η Τέχνη πίστευε πως είχε προσδιορίσει οριστικά.Η οριστική παραίτηση και η κάμψη της δημιουργικής δραστηριότητας παύουν να αποτελούν οριστικά συμβάντα και επαναδραστηριοποιούνται στην ανάγκη της αέναης ερώτησης της ύπαρξης. Ο Θάνατος σταματά να σημαίνει το χρονοκό τέρμα και το τελειωτικό συμβάν που ορίζει και σημαίνει το νόημα μιας ζωής που έχει τερματισθεί.
Η κραυγή της θέλησης για μια ακόμη ευκαιρία ύπαρξης μεταμφιέζεται σε ερώτηση στο ‘Μπουνιουέλ’. Το οριστικό και αμετάκλητο του βιολογικού θανάτου αποτινάσει το σκοτάδι του μηδενός και ντύνεται τη σάρκα ενός παιδιού που συνεχίζει να χαμογελά.
Το θέμα του χρόνου και της επανεφεύρεσής του κυριαρχεί σε όλα τα ποιήματα της ανάρτησης:
‘τα χέρια που έπλεκαν αόρατα
τα αιώνια νήματα
Κι έξαφνα όλα
να τινάζονται στον αέρα’
‘Ο αέρας της μνήμης
Που ξεριζώνει ανελέητα’
‘Τίποτα δεν του αρκεί
Που να μην ψάχνει
Μόνος του να βρει’
‘Προσευχήσου να γεννηθείς ξανά…μη νομίσεις πως ονειρεύτηκες…Εκείνο το παιδί
που χαμογέλασε μπροστά
στον καθρέφτη
ήσουν εσύ’.
Ο Χρόνος αυτός ο Πόρνος, Η Στιγμή αυτή η άθραυστη Παρθένα κατακρημνύζονται από το αόριστα θεωρητικό βάθρο τους και γίνονται σημάδια βιολογικής ακμής. Ο Θάνατος σταματά να είναι η κορυφή ενός αόρατου παγόβουνου και αξιοποιείται σαν δείκτης παραίτησης ή επανάστασης απέναντι σε κάθε είδους Μοίρα και Ανάγκης.
Επειδή κινδυνεύω να παραγίνω αφηρημένος και θεωρητικός, τα συγκεκριμμένα ποιήματα μου αφήνουν μια πλούσια γεύση ανοιχτού ορίζοντα και δουλεμένης γης. Αντί να με κουράζουν και να με αφήνουν αδιάφορο, με εγκλωβίζουν στην περιπέτεια της εμπειρικής βίωσής τους.
Η μόνη μου ‘διαφωνία’ έχει να κάνει με τον κίνδυνο που αχνοφαίνεται ιδίως στο ‘φυγή’ να εκπέσει η ποιητική αγωνία σε μια άγονη διδακτικότητα. Ίσως για αυτό και θεωρώ το συγκεκριμμένο ποίημα το πιο αδύναμο.
Κλείνω με κάτι που αποτελεί και προσωπική μου πίστη:
‘Καμιά αγάπη δεν μας σώζει
Καμία γνώση
Αυτά τα ίχνη οδηγούν στο πουθενά’
ΥΓ
Καλοτάξιδο Κώστα.
Καλοτάξιδο και ν’ ακολουθήσουν κι άλλα πολλά!
στην Αθήνα που μπορούμε να το βρούμε;
Μπορείτε να το βρείτε σε διάφορα βιβλιοπωλεία (Πολιτεία, Ιανός, Πρωτοπορία κλπ)-
καμια αγάπη δε μας σώζει καμιά γνώση…ωραίο ε…
από τον ποιητή που που θέλει να βρεί τη λάμψη που καθρεφτίζεται στην κόρη του ματιού
Συγχαρητήρια!
Καλοτάξιδο, Κώστα!
Καλημέρα,
Συγχαρητήρια και κατευόδιο για τα ‘Εκμαγεία’ στον φίλο ποιητή Κώστα Παπαθανασίου απ΄τη Θεσσαλονίκη και τον εκδότη κύριο Αλισάνογλου για τη νέα σειρά των εκδόσεων ‘Σαιξπηρικόν’ με την εξαιρετική τυπογραφία. Κώστα αναμένω αποστολή-potlatch.
Καλοτάξιδο Κώστα
Συγκινήθηκα με τη φυγή και μου άρεσε πολύ το duende.
Ανυπομονώ να διαβάσω και τα υπόλοιπα.
Καλή συνέχεια.
Σας ευχαριστώ για τις ευχές. Γιώργο κ σενιόρ Μίχο, ιδιαιτέρως που μπήκατε στον κόπο.
Συνονόματε εννοείται.
Πρόκειται για το 2ο βιβλίο μου. Απ’ τα 14 ποίηματα, τα 11 γράφτηκαν πριν 10-12 χρόνια και 3 με αφορμή την έκδοση.
Ευχαριστώ τον Γιώργο Αλισάνογλου για το όμορφο βιβλίο.
Το ταξίδι συνεχίζεται…