Σήμερα στο ΠΟΙΕΙΝ παρουσιάζουμε ένα απόσπασμα από ανέκδοτη εργασία του Λεωνίδα ΑγγέλουΠρώην Πλοιάρχου Ε.Ν., Φιλότεχνου- Συλλέκτη, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας παρουσίαστηκε στο “Αφιέρωμα για τη Σοφία Βέμπο-100 χρόνια από τη γέννησή της” που έγινε στο Δεύτερο Πρόγραμμα από τις 25/10-29/10/11 με παραγωγούς τον Λεωνίδα Αγγέλου και τη Μαρίνα Λαχανά. Μέρος επίσης του αφιερώματος δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό Μετρονόμος.

 

 

 

28 Οκτωβρίου 1940 στις 10 πμ. ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών μεταδίδει το πρώτο έκτακτο ανακοινωθέν του Γενικού Ελληνικού Στρατηγείου. Ο Κώστας Σταυρόπουλος, εκφωνεί ΕΚΤΑΚΤΟΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ. Το γλέντι του πολέμου αρχίζει, όλη η Ελλάδα γίνεται ένα κι αντιστέκεται νικηφόρα με τίμημα το αίμα.
Όλα τα θέατρα ακυρώνουν τις παραστάσεις τους και ανεβάζουν πολεμικές επιθεωρήσεις. Οι συγγραφείς, στιχουργοί, συνθέτες, ηθοποιοί, τραγουδιστές, δίνουν τον καλλίτερό εαυτό τους όπου κι αν βρίσκονται στην σκηνή ή στο μέτωπο. Όμως, όπως έλεγε ο Αλέκος Σακελλάριος, η πρωταγωνίστρια ήταν η Βέμπο. Στο θέατρο ΜΟΝΤΙΑΛ με επικεφαλής τη Βέμπο, ανεβαίνει ένα είδος βαριετέ και το πρόγραμμα της ΟΑΣΗΣ του Ζαππείου παρουσίαζε ο Μίμης Τραϊφόρος. Ο τίτλος της επιθεώρησης ήταν “Πολεμική Αθήνα” και ο θίασος αποτελείτο από τα πιο λαμπρά ονόματα του μουσικού θεάτρου, Άννα-Μαρία Καλουτά, Κοκκίνη, Φιλιππίδη Νέζερ, Λαζαρίδου, Σκιαδά, Γεωργία Βασιλειάδου, Αλίκη Βέμπο και το βαρύ πυροβολικό, τη Σοφία Βέμπο που χαλούσε κόσμο κάθε βράδυ με το ”ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΒΓΑΙΝΕΙ Ο ΙΤΑΛΟΣ” παρωδία σε στίχους του Γιώργου Θίσβιου πάνω στη μουσική του “ΣΤΗ ΛΑΡΣΑ ΒΓΑΙΝΕΙ Ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ”. Η Σοφία έχει ακούσει πως ο Μίμης γράφει ωραίους στίχους και μια μέρα τον πλησιάζει και του ζητά να της γράψει ένα πολεμικό τραγούδι πάνω στη μουσική της “ΖΕΧΡΑ” του Μ. Σουγιούλ. Κατά τη διάρκεια της παράστασης ο Τραϊφόρος σκαρώνει το “ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΙΔΙΑ”. Της το διαβάζει, αλλά η Σοφία βρίσκει σκληρό το τέλος που λέει “Αν δεν΄ρθήτε νικηταί, να μην έρθετε ποτέ”. Του ζητά να τα’ αλλάξει κι ο Μίμης αντικαθιστά τον στίχο “Με της Νίκης τα κλαδιά, σας προσμένουμε παιδιά”. Το ίδιο βράδυ η Σοφία το τραγουδάει συγκλονιστικά μέσα απ’ το χαρτί και μια και δύο και τρεις φορές. Το ακροατήριο παραληρεί. Το θέατρο είναι γεμάτο κάθε βράδυ. Οι μισές εισπράξεις πάνε στον ελληνικό στρατό. Το τραγούδι όμως αυτό στέκεται κι η αφετηρία ενός μεγάλου έρωτα. Ενός έρωτα που έπεσε σαν οδοστρωτήρας στη ζωή του Τραϊφόρου και δεν άφησε όρθιες ούτε τις αναμνήσεις του. “Ήμουν γεμάτος δέος απέναντι σ’ αυτή τη γυναίκα. Γιατί το μόνο που σου επέτρεπε ήταν να τη σέβεσαι. Δεν τολμούσα να σηκώσω τα μάτια μου να την κοιτάξω” γράφει στο βιβλίο του “Βέμπο-Τραϊφόρος / Μια ζωή”. Και μαζί με τον πόλεμο αρχίζει κι ένας τρελός έρωτας. Δεν έχουν τέλος οι προσφορές της όλη την περίοδο του πολέμου και της κατοχής. Το τραγούδι, “ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ” σε στίχους Κ. Κοφινιώτη, ο Μιχ. Σουγιούλ το συνέθεσε στη μονάδα που υπηρετούσε και το έμαθε στη Σοφία παίζοντας το με το ακορντεόν από το τηλέφωνο. Μερικά από τα τραγούδια εκείνης της εποχής είναι και τα :

“ΔΥΟ ΑΓΑΠΕΣ” 1941
Μουσική : Μιχ. Σουγιούλ
Στίχοι : Κώστα Κοφινιώτη

“ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΜΟΥ” 1941
Μουσική : Λεό Ραπίτη
Στίχοι : Μίμη Τραϊφόρου

και δεκάδες άλλα που χαλούσαν κόσμο κάθε βράδυ από το θέατρο ΜΟΝΤΙΑΛ.

Κάθε βράδυ η Βέμπο με τον Μένιο Μανωλιτσάκη στο ακορντεόν και τη Μαρίκα Κοτοπούλη που την παρουσίαζε, γυρίζουν όλα τα θέατρα διακόπτοντας την παράσταση, προκειμένου να μαζέψουν χρήματα για το σύλλογο “Η Φανέλα του Στρατιώτη”. Ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών την κάλεσε και της ζήτησε συνεργασία παραχωρώντας της μια ώρα την ημέρα να τραγουδά ζωντανά με το συγκρότημά της. Έτσι η Βέμπο δημιούργησε μια μικρή ορχήστρα με τον Μοσχούτη πιάνο, Μένιο Μανωλιτσάκη ακορντεόν και Αβατάγγελο βιολί, τον Τραϊφόρο κονφερασιέ και την αδελφή της Αλίκη. Με αυτή τη μικρή ορχήστρα γύριζε κάθε μέρα από νοσοκομείο σε νοσοκομείο για να ψυχαγωγεί τους τραυματίες που επέστρεφαν από το μέτωπο. Οι Γερμανοί μπήκαν στην έρημη Αθήνα στις 27 Απριλίου του 1941, ενώ η Βέμπο τραγουδούσε ζωντανά από το ραδιοφωνικό σταθμό του Ζαππείου. Κάποια στιγμή το τραγούδι της σταμάτησε και η φωνής του εκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλου ακούστηκε βροντώδης να μεταδίδει το τελευταίο μήνυμα. Η Βέμπο γίνεται στόχος των Ιταλογερμανών. Την γρονθοκοπούν ένα βράδυ που γυρίζει στο σπίτι της, μπλε πολυκατοικία στα Εξάρχεια, τη φυλακίζουν στις φυλακές Αβέρωφ, της αφαιρούν την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, κάποια στιγμή της την επιστρέφουν κλπ. Θα μπουν και στη δισκογραφική εταιρεία Columbia και θα καταστρέψουν όλες τις μήτρες των τραγουδιών της. Η εταιρεία θα κλείσει και θα επαναλειτουργήσει μετά την κατοχή. Το τραγούδι που λανσάρει εκείνη την περίοδο από το θέατρο ΜΟΝΤΙΑΛ ήταν το “ΣΑΝ ΚΙ ΑΠΟΨΕ”, σε μουσική Κώστα Γιαννίδη και σε στίχους Αλέκου Σακελλάριου, που είχαν γράψει ειδικά για τη Βέμπο και που τελικά ποτέ δεν βγήκε σε δίσκο και το ακούμε πάτα από ζωντανές ηχογραφήσεις. Το καλοκαίρι του 41, η Βέμπο με τον Τραϊφόρο υπογράφουν συμβόλαιο με τον Μακέδο για να εμφανιστούν στο θέατρο ΑΘΗΝΑΙΟΝ της οδού Πατησίων. Η Σοφία θα εμφανιζόταν συγχρόνως και στο θέατρο “ΜΑΚΕΔΟ” της οδού Θεμιστοκλέους. Οι πολυάριθμοι θαυμαστές της δεν χωρούσαν σε ένα θέατρο. Τότε τραγουδά τα παρακάτω τραγούδια:

“ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΑΘΗΝΑ”
Μουσική : Μιχ. Σουγιούλ
Στίχοι : Μίμη Τραϊφόρου

“ΧΩΡΙΑΤΑ”
Μουσική : Θεόφραστου Σακελλαρίδη
Στίχοι : Γιώργου Φτέρη

“ΚΟΝΤΥΛΩ”
Μουσική : Θεόδωρου Παπαδόπουλου
Στίχοι : Μίμη Τραϊφόρου

το οποίο δισκογράφησε αρκετά χρόνια αργότερα βρισκόμενη στην Αμερική.
Τα τραγούδια και τα θεατρικά κείμενα υποβάλλονται τώρα σε τριπλή λογοκρισία (ελληνική/ιταλική/γερμανική). Η κατάσταση είναι απελπιστική. Η ζωή της κινδυνεύει. Με τη βοήθεια των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών (αρχηγός των οποίων ήταν ο ταγματάρχης Ι. Τσιγάντε), σε συνεργασία με τον Άγγελο Έβερτ (διοικητή της Ασφάλειας Αθηνών, πατέρα του Μιλτιάδη Έβερτ) και το Αγγλικό Επιτελείο Μέσης Ανατολής, οργανώνεται η απόδρασή της στη Μ. Ανατολή, όπου ήδη έχει αρχίσει να γεννιέται ο πυρήνας μιας ελεύθερης Ελλάδας. Μαζί της φυγαδεύεται κι ο αδελφός της Τζώρτζης. Η οικογένειά της δεν θέλει με κανένα τρόποι να την ακολουθήσει ο Τραϊφόρος. Ποτέ δεν τον έχει δει με συμπάθεια. Ο Τραϊφόρος, γεμάτος πίκρα απ’ αυτή την προδοσία, δεν μπορεί να εξηγήσει που και πως βρήκε τη δύναμη και το κουράγιο η “Σοφία του” να τον εγκαταλείψει. Βυθισμένος στη θλίψη και το κενό, γεμάτος απόγνωση περιγράφει τα συναισθήματά του σε μουσική του Λεό Ραπίτη στο τραγούδι “ΑΣ ΗΤΑΝ ΓΙΑ ΛΙΓΟ”, στα τέλη του 1942. Στις 8 Οκτωβρίου 1942, η Σοφία μαζί με τον αδελφό της, φορώντας παλιόρουχα, μπαίνουν σ’ ένα καΐκι στην Κύμη Ευβοίας και φυγαδεύονται στη Μέση Ανατολή. Η Σοφία είναι ντυμένη γριά κι έχει πλαστή ταυτότητα με τ’ όνομα Σοφία Βαμβέτσου. Ύστερα από ένα περιπετειώδες ταξίδι, που κρατάει σχεδόν ένα μήνα, φθάνουν στα παράλια της Τουρκίας και συνεχίζουν για Συρία (Χαλέπι, Δαμασκό) Παλαιστίνη, Αίγυπτο. Μαζί με τη Σοφία ο αντίλαλος των τραγουδιών του Αλβανικού Έπους περνά στη Μέση Ανατολή. Όμως της είναι αδιανόητο να ζήσει μακριά από το “Μίμη της” και πολύ σύντομα καταφέρνει να τον έχει, όπως και την αδελφή της, κοντά της. Εκεί η Βέμπο τραγουδά για να διασκεδάσει τις ένοπλες δυνάμεις, συγκροτεί θιάσους, ανεβάζει δεκάδες επιθεωρήσεις, δίνει ρεσιτάλ. Τις περισσότερες φορές τραγουδά μ’ ένα ακορντεόν και χωρίς μικρόφωνο, ολομόναχη πάνω σε μια πρόχειρη σκηνή. Πάνω σ’ ένα τζιπ διασχίζει αποστάσεις κι ερήμους κάνοντας αμέτρητες φορές τον γύρο της Συρία, Παλαιστίνης και Αιγύπτου. Η λέξη κούραση δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό της. Δεν λογαριάζει κακουχίες ούτε αντίξοες συνθήκες ταξιδιού. Πηγαίνει οπουδήποτε την καλούν. Σε στρατόπεδα, σ’ αεροπορικές μονάδες, σε νοσοκομεία, σε καταστρώματα πολεμικών πλοίων (Αβέρωφ, Αδρίας, Κουντουριώτης, Φαιστός, Βασ. Όλγα κτλ) σε προσφυγικούς καταυλισμούς, αδιακρίτως αν είναι ελληνικά ή εγγλέζικα. Οι δυνάμεις της Μέσης Ανατολής την έχουν είδωλο. Το Υπουργείο Ναυτικών και Αεροπορίας της διαθέτει ειδικό αεροπλάνο, τη “Μεγαλόχαρη” για τις μετακινήσεις της. Φθάνει στο Σίντι Μπαράνι, στη Μάρσα Ματρούχ, στο Τομπρούκ, στο Ελ Αλαμέιν. Δεν είναι μόνο ότι τραγουδά για να διασκεδάσει τις ένοπλες δυνάμεις. Δίνει τα πάντα για τον αγώνα : Την ψυχή της, τη φωνής της, και το μεγαλύτερο μέρος από τις εισπράξεις των ρεσιτάλ που δίνει στις μεγάλες πόλεις της Αιγύπτου. Σε 20.000 λίρες υπολογίζονται οι προσφορές της για τη “Νίκη” στη Μ. Ανατολή (“Εθνικός Κήρυξ” Ν. Υόρκης, Σάββατο 3 Μαΐου 1947), πόσο τεράστιο για την εποχή. Προσφέρει συνέχεια, σε οικογένειες φαντάρων, σε θύματα κατοχής, σε ανάπηρους πολέμου, σε ορφανοτροφεία (Σπετσοπούλειο, Κανισκάρειο) σε πρόσφυγες, στον Ερυθρό Σταυρό. Την Κυριακή 23.5.1943 στη Βασιλική Όπερα του Καϊρου, ανεβαίνει με επιτυχία η επιθεώρηση των Μ. Τραϊφόρου / Λ. Ραπίτη “Ελλάδα και πάλι Ελλάδα”. Αυτό το ιστορικό βράδυ είναι παρόντες τρεις βασιλιάδες : ο βασιλιάς Γεώργιος β της Ελλάδας, ο βασιλιάς Φαρούκ της Αιγύπτου και ο βασιλιάς Πέτρος της Γιουγκοσλαβίας. Επίσης ο πρωθυπουργός Τσουδερός, όλα τα μέλη της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, πρέσβεις, ελληνικά και ξένα επιτελεία και πολύς κόσμος (Εθνικός Κήρυξ Ν. Υόρκης 21.9.1947). Μετά την παράσταση δέχεται τα συγχαρητήρια όλων. Κι αυτή τη φορά οι εισπράξεις πάνε υπέρ του Ταμείου Πρόνοιας, υπέρ των Ελλήνων προσφύγων, υπέρ των οικογενειών των επιστράτων Καϊρου. Από τον Οκτώβριο του 1942 έως το Φεβρουάριο του 1946 είναι στην Αίγυπτο. Οι επιθεωρήσεις ανεβαίνουν η μία μετά την άλλη στα μεγαλύτερα θέατρα της Αλεξάνδρειας όπου θα οργανώσει το πρώτο θέατρο “ΒΕΜΠΟ”. Εκείνη την περίοδο θα τραγουδήσει μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια της :

“ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ”
“ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΖΩΗ”
“ΣΒΗΣΕ ΤΟ ΦΩΣ”
“ΛΟΝΤΡΑ ΠΑΡΙΣΙ”

σε μουσική Λεό Ραπίτη και σε στίχους Μίμη Τραϊφόρου, καθώς και το “ΤΙ ΚΙ ΑΝ ΧΑΘΗΣ” σε μουσική και στίχους Χρ. Χαιρόπουλου, τα οποία δισκογράφησε μετά την κατοχή όταν άνοιξε πάλι η Columbia.

Ευχαριστούμε τον κο Αγγέλου για την παραχώρηση του υλικού του.