ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ: http://www.youtube.com/watch?v=IFcwnJ-IWHs  

 

ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΗ ΝΟΤΙΑ ΠΥΛΗ

Η Φαιόλευκη Προσευχή

Πρέπει να σ’ ανακαλύψω ξανά
πρέπει να με συντρίψεις ξανά
μέσα από δάκρυα αποδημητικού λωτού
πρέπει ν’ αναγγείλεις την συντριβή μου
να με δεις να κυλιέμαι στο ρημαγμένο χόρτο
να περιφέρω τη σπασμένη μου νιότη
στη λάθος πόλη– και πάντα σε λάθος πόλη
να περιφέρομαι σε δρόμους-στάβλους
να κυλιέμαι στο χώμα θρηνώντας στον πολύ ήλιο
στο πλάι μου κρώζει να/ σιδερόκαρδη καρακάξα
με σπασμένα φτερά/ εκλιπαρεί να την πιστέψω
μόνο με τα μάτια μόνο με τα χείλη με το άγγιγμα
ο Ουρανός σπαράσσεται ρημαγμένος κήπος
εκλιπαρεί να τον πι-στέψω έ ρ ω τ α
μα μόνο αν με συντρίψεις θα ανακαλύψω την ζωή
μόνο αν τον έρωτα (με) συντρίψεις θα γεμίσω
μια πράσινη προσευχή /κάτι- έναν χαμό για να πιστέψω
σταματήσαμε να μιλάμε και όλοι σταμάτησαν να μιλάνε
έπαψες να με συντρίβεις κι όλα έπαψαν να είναι–
να με αρνηθείς σ’ αυτό το πρόχειρο δωμάτιο/
κάτω από μια λάμπα εντέλειας δωρικής
όπως τρεμοσβήνει– στα μάτια ενός χυδαίου και δύσοσμου πλήθους
να με συντρίψεις ταΐζοντας τον ύπνο μου με πρόστυχη βροχή
μια άλλη νύχτα / όταν θα ταριχεύεις σιωπές ίσως
θα διαψευστεί το αρχαίο σου ερώτημα;
«Ποια γη δεν τη φτάνει ο ήλιος;»
Και η απάντηση μολυσμένη:
«Σ’ αυτήν την γη κανένας δεν/ ήλιος φτάνει».
Γιατί εδώ που ήρθα τίποτα είναι ο προορισμός
ο προορισμός είναι εδώ που ήρθα– τίποτα
του κάθε ανθρώπου ο προορισμός εδώ που έφτασα
κανένας προορισμός δεν έφτασε ακόμα
με κόπους θανάσιμους / να με συντρίψεις εδώ
εδώ που όλα τα αρνούνται/ ακούω έρωτες
στις υδρορροές του Νότου κυλάει αίμα– ψυχρός νεφρίτης
τα γαλάζια άνθη της μούργκας φέρουν αποφορά
πρωτόπλαστου πηλού

Πολύ χαμηλά πεσμένος- και απ’ εδώ αρχίζει ο κόσμος
από τόσο χαμηλά ο κόσμος αναδύεται
και τίποτα δεν μπορεί να ξεπεράσει αυτό το ύψος
η γη έχει συντριβεί
και τίποτα δεν υπολείπεται της άμβλωσης αυτής
κανείς δεν έχει την γη/ γιατί ποτέ η γη δεν ήταν
μόνο να συντριβεί κανείς μπορεί εδώ σ’ αυτήν την γη
να γυρίσει τα μάτια του ανάποδα προς τον ουρανό
κι ας κοιτάξει την μη/terra γη εκεί ψηλά–
ασυγχώρητα κατακτιέται
και κανείς δεν υπάρχει έξω από την όραση
κανείς τόσο όσο εγώ έξω από/ την άνοιξη
δεν πόθησε το έγκλημα
κανείς
τόσο όσο
εγώ δεν υπάρχει
κανείς
που
να όρισε
το ατελές
εγώ_

[Μόνο ο αστερισμός του Φάνγκ με τα τέσσερα κουτσά περιστέρια
Το φαιόλευκο άλογο της Christiana που μπορεί να τρομάξει τις τίγρεις
Τέλος ο αυτοκράτορας Βου που κατόρθωσε να μετατρέψει σε χρυσό τον θειούχο υδράργυρο
Και η σφραγίδα με τα άνθη κάρδαμου στο μάτι του κυπρίνου]

Για μια στιγμή γεννήθηκες
Μέχρι εκεί που τελειώνει το
ΣώΜα
Κανείς Μετά

Η Δαμασκηνί Προσευχή

Η μούσα μας κάνει να πονάμε
η μούσα μας οδηγεί στην προσευχή
η μούσα καταβυθίζεται μέσα μας
μα ποτέ κανείς μας δεν την περιέχει
εκείνη μας κατακτά – μας βιάζει θλιβερά
κάτω απ’ τα σταχτόδεντρα τις νύχτες
μας εκ/βιάζει για ό,τι υπήρξαμε – για το εάν
θα υπάρξουμε – με τη βία μας βάζει να ομολογήσουμε
πως συναντήσαμε την άνοιξη/ για χάρη της διαπράξαμε
ανείπωτα εγκλήματα– στις παλάμες χαράζει τις γραμμές μας
γιατί η μούσα έρχεται πάντα για να κλείσει τον κύκλο του ποιητή
έξω από τη μούσα και μόνον έξω υπάρχει ο ποιητής
γιατί η γραφή αρχίζει πέρα απ’ την μούσα και μακριά απ’ την ζωή
η γραφή είναι του θανάτου – και στον θάνατο πάντα ενοικεί
«Όταν τα ξίφη των Τανγκ αποκεφαλίζουν τους άρχοντες του Σού
η δαμασκηνί φοράδα Τσουάν Μάο ήταν εκείνη που ο Τάι Τσουνγκ πιο πολύ αγαπούσε»
καλπάζει χλιμιντρίζει λέει τ’ όνομά της και δεν υποχωρεί
γαντζωμένη στο πάθος της σφαδάζει από επιθανάτιες κραυγές
ώσπου διώκεται– εκ/διώκεται από στυγνούς εφιάλτες κατέρχεται
μυριάδες πρόσωπα από πόλη σε πόλη από λάθος σε λάθος
και μόνο στο λάθος δικαιώνεται
στο επόμενο ποίημα εισχωρεί σαν να ’ναι το παρθενικό της
οι λέξεις είναι πάντα εκεί– γιατί μόνον οι λέξεις μπορούν να είναι
οι λέξεις όταν είναι λέξεις που δολοφονούν την μούσα
γιατί οι λέξεις δεν είναι της μούσας
οι λέξεις του θανάτου πάντα είναι
και μόνον όταν η μούσα νεκρή – νοήματα αρχίζουν ν’ αποκτούν–
οι λέξεις ντύνονται τους ακριβούς τους μανδύες να θρηνήσουν
το τέλος / το άδειο κουφάρι να– τα σάπια δόντια μαργαρίτες
την αρχή/ δοξαστικά κραυγάζουν – χαϊδεύουν τον θρήνο
περιπαικτικά τον θρήνο χαϊδεύουν– οι λέξεις
ελατήρια εκτοξευμένα από το κεφάλι–
μικροσκοπικά σώματα λικνίζονται να τα χορτάσει ο αέρας
τελικά αναγκάζεται να γεννηθεί ο έρωτας
με τις δύσαρθρες ιαχές του
μέσα από βλέννες ξένου ύπνου– ασχημάτιστος κι αμίλητος
και προτού γεννηθεί θαρρείς πως τέλειωνε– δεν θυμόταν πώς
όχι με το σώμα πια – άγραφος και έκρυθμος να προσπαθεί
αβοήθητος να ξεπροβάλλει μέσ’ απ’ τα σπλαχνικά υγρά
πόσες φορές να νομίζει ότι είναι και να μην
τόσες φορές κι άλλες τόσες να πιστεύει πως/ αλλά δεν
κι άλλος χώρος στον κόσμο δεν έμεινε και ούτε σε κόσμο άλλον
χώρος κανένας δεν υπήρχε–
ήταν η ώρα– εδώ και πολύ καιρό ήταν η ώρα μα ’κεινος τ’ αγνοούσε–
ο έρωτας δεν είν’ του έρωτα– του έρωτα δεν/ μα ήταν του θανάτου
για να υπάρξει ο έρωτας έπρεπε να πεθάνει
έπρεπε να χάσει η μούσα– για να δικαιωθεί
για ό,τι προοριζόταν έπρεπε να μην είναι
αφού στο τέλος της μούσας αρχίζει το ποίημα
και ο έρωτας τότε μόνον υπάρχει
και τότε βαφτίζεται
και λάμπει_

Η Γαλάζια Προσευχή

Το δωμάτιο γαλάζιο
όπως η προσευχή
μα σαν να μην είναι δικό του
αυτό το γαλάζιο
σαν να μπήκε ξένο γαλάζιο
σ’ αυτό το γαλάζιο
προσμίξεις παθήσεων ονείρου
χλώριο ύπνου
κυανόλευκα χείλη
από πρόωρο σώμα
και τα πριν σώματα γαλάζια
αύριο περιμένουν
καινούργια κορμιά
άγουρα ακόμη
πρόσφορα και διαθέσιμα
σε προικισμένο γαλάζιο
στρώμα–
κύτταρα ουρανί
σ’ απέραντο πάθος
ανάληψης του γαλάζιου
ο έρωτας ανυπόφορος
πλην όμως έρωτας
το γαλάζιο επισκέπτεται
τον έρωτα
σαν στεφάνι να τον
περιβάλλει
ένας έφηβος έρωτας
κουρνιάζει στην σκιά
του παραθύρου
γονατισμένος μπροστά
στο απρόσμενο–
χυμώδης
γόνιμος και γλυπτός
με τένοντες δρομάκια
στων χεριών τις κλειδώσεις
και τένοντες σιδηροτροχιές
απ’ τα γόνατα πίσω
τη ζωή– το σώμα αυτό
το γαλάζιο επισκέπτεται
σαν πυρετός
πολύ γαλάζια είναι όλα
και το γαλάζιο είναι καλό
σαν κλείνει μέσα του ουρανό
εδώ – ο έρωτας αυτός
είναι έρως γαλανός
μα ο καιρός οξειδώνει
και έρχεται δύσκολο
γαλάζιο
γαλάζιο αλλότριο
να ονειρεύεται νύχτα
από πόλη σε πόλη
νύχτα
φτάνει ο χρόνος
εδώ–
κανένας χρόνος νύχτα
πριν εδώ δεν είχε φτάσει
και μετά τον χρόνο ο έρωτας
ερμαφρόδιτος χρόνος
και μετά τον χρόνο
δεν είναι ο έρωτας
ο έρωτας δεν είναι άλλο
γαλάζιος
ο έρωτας οξειδώνει
κι οξειδώνεται
ο μετά τον χρόνο έρωτας
ο χρόνος
δεν είναι του γαλάζιου
γιατί ο ουρανός σκοτείνιασε
η θάλασσα παλίρροια οχετών–
όχι του γαλάζιου
έρωτας
αλλά ενός άλλου γαλάζιου
ο έρωτας
της μελαγχολίας
το γαλάζιο
παράξενο χρώμα της θλίψης
γαλάζιο–
ο έρωτας
απλώνεται σαν πίσσα
πάνω από τα πρωινά
βιομηχανικά προάστια
ο άλλοτε ένδοξος έρωτας
ο άλλος έρωτας
ο πάντα έρωτας
ο αδόκητος έρωτας
όχι εκείνου του γαλάζιου
αλλά του άλλου
του έτερου γαλάζιου
του αρχέγονου
του νυν και αεί
που από την αρχή
ένα και το αυτό ήταν
το όλο γαλάζιο
ο ένας αδιάσπαστος
έρωτας
ο έρωτας θρυμματισμένος
ο πηγμένος
ο τηγμένος
ο ολικός
ο καθολικός έρωτας
που σχεδόν
γαλάζια
με διαπέρασε
όταν
υπήρξα κάποτε
ως μνήμη
σε ξένο σώμα

Η Διάφανη Προσευχή

«Αυτήν την φορά δεν θα σας πω για το κορίτσι
Θα σας μιλήσω για το αγόρι»

Το φως με διαπέρασε Ολόκληρο
εμένα τον Αειφανή τον Αμφιφανή τον Αφανή
τον Εμφανή τον Καταφανή τον Προφανή
όλο το φως του κόσμου
μέσ’ απ’ τα σωθικά μου πέρασε
σαν να μην υπήρχε άλλο φως
σαν να μην υπήρχε άλλο σώμα
σαν να μην υπήρχε άλλος κόσμος
αυτό το όλο φως
αυτό το τόσο σώμα
αυτός ο μόνος κόσμος
διάτρητος από Ιθάκη
με τις μακριές του λόγχες-δεσμίδες
να ζυγίζουν την βαρύτητα του κορμιού μου
ολόκληρο με διαπέρασε
το φως
καθάριο και διαυγές
φιλεύσπλαχνο και θελκτικό
η ζωή έπαιρνε ζωή
διαπερνώντας την δική μου ζωή
σαν να ήταν διάφανη η ζωή μου
κι από μέσα – και μέσα απ’ το σώμα μου
γεννιόταν μια άλλη·
η μετά την ζωή ζωή μου
η μελλοντική ζωή
και διαμέσου της
περνούσαν οι ζωές–
όλες οι ζωές των ανθρώπων
συνωστίζονταν κι έλαμπαν
αθόρυβες
αθωράκιστες
πρόσφορες
σαν να επέστρεφαν για να δώσουν
μια απάντηση στα περίπλοκα ερωτήματα
κι όμως δεν ζητούσα καμμιά απάντηση
καμιά ταυτολογία ή ετυμηγορία
μόνο το φως να με διαπερνά
κοιτώντας ψηλά στον θόλο τ’ ουρανού
διάφανος από νεογέννητο αστερισμό
να διακρίνεται στο επέκεινα
να φωτίζεται σχεδόν απατηλά
η μετά/ ζωή μου
με μια ανεξίτηλη δυνατότητα να υπάρχω
και όλες οι ζωές των ανθρώπων να είναι εκεί διπλές
και το φως
το οριστικό φως
να με σημαδεύει σθεναρά
και όλες οι ζωές να επιστρέφουν
στο κορμί μου
όλες οι ζωές των ανθρώπων
να ζούνε απ’ τη δική μου ζωή
και λίγο λίγο
να λιγοστεύει η ζωή μου
να εκλείπει
δύσκολα να περιγράφεται
να αδυνατίζει
να ξεφεύγει από κάθε ορισμό
να παραδίδεται ξανά
στην παιδική μου ηλικία
άπληστη και ρευστή
στις ρίζες των πρώτων μου αριθμών
στην πόρπη της λήθης
να γίνεται η ίδια
φως
το άνευ όρων
φως
το τελικό
φως

Περίτμητο Απερίτμητο Άτμητο Αδιάτμητο Κατάτμητο Ακατάτμητο
Αγάμητο Λιθόδμητο Νεόδμητο Εύδμητο Αθέμιτο Απολέμητο Δυσπολέμητο Αδιανέμητο Ακατανέμητο Ανευφήμητο Ακοίμητο Αμίμητο Αξιομίμητο Πολυφήμητο Δυσμίμητο Ατίμητο Αδιατίμητο Αξετίμητο Πολυτίμητο Ανεπιτίμητο Ανεκτίμητο Αβλαστήμητο Ανοικοδόμητο Αγηροκόμητο Αταξινόμητο Ανοικονόμητο Ακληρονόμητο Αταχυδρόμητο Αλατόμητο Ακαρατόμητο

[Οι λέξεις δεν κατ/ονομάζουν το Φως·
το σβήνουν–
και μετά πάλι εσύ]