Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.
Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.








Είχα ακούσει κάποτε κάτι πολύ ενδιαφέρον και σημαντικό για την ποίηση του Καββαδία:
Στην πρώτη του συλλογή (Μαραμπού) δίνει τον τόνο και κυριαρχεί το Εγώ, η ατομικότητα που εξομολογείται και παρατηρεί.
Στην δεύτερη (Πούσι) κυριαρχεί περισσότερο η συντροφικότητα. Το Εγώ γίνεται Εμείς, μέσα στην κοινή συμβίωση και προσπάθεια.
Τέλος, στο “Τραβέρσο” χάνεται το εντοπισμένο Εγώ και Εμείς, συντρίβεται ο χώρος και ο χρόνος μέσα στο πέλαγος… Όλα συγχέονται μέσα σε μια πολλαπλότητα που μοιάζει σαν Ένα…
Κάπως έτσι, λοιπόν, φαίνεται πως είναι η ανελικτική πορεία των τριών συλλογών του Νίκου Καββαδία.