Aπό το βιβλίο: “Η πόλη πέρα απ΄το ποτάμι”, εκδ. Publibook, 2011

 

Ήταν αργά τη νύχτα όταν τον είδαμε τον τύπο καθισμένο κάτω από το πλατάνι, στις άδειες καρέκλες έξω από την καφετέρια τη Σπέισκραφτ, μανταλωμένη εδώ και ώρες. Καθόταν όμως κανονικά αυτός και έπινε καφέ. Φορούσε ένα μπουρνούζι άσπρο, αυτό το έβλεπες από μακριά μες στο σκοτάδι, ένα μπουρνούζι άσπρο με πολύ φαρδιά μανίκια και μια κορδέλα σετάκι στα μαλλιά παρόλο που δεν είχε πολλά. Για τουρίστα τον περνούσες, συχνά ανεβαίνουν έτσι από το μπάνιο στην παραλία και φτάνουν στην πλατεία με μπουρνούζια και με τέτοια. Έμοιαζε λοιπόν τουρίστας. Ύστερα είδαμε το τσουβάλι που είχε σε μια καρέκλα δίπλα του και όταν άρχισε να βγάζει πράγματα σκεφτήκαμε πως ήτανε πλασιέ ή τίποτα λαθραία ήρθε να σπρώξει. Κάτι τέτοιο ήτανε πράγματι, ήρθε να μας πλασάρει πράγματα λαθραία. Από πού όμως δεν μπορείς να φανταστείς. Ο τύπος πούλαγε λαθραία από το μέλλον.

Δεν μου πολυαρέσει αυτή η ιστορία για να σου πω την αλήθεια. Μπορεί επειδή πιάστηκα λίγο κορόιδο, δεν ξέρω. Μπορεί γιατί, άσε καλύτερα, θα καταλάβεις μετά. Πάντως δεν είναι από αυτές που μου αρέσει να θυμάμαι. Έχει το γούστο της όμως. Κοίτα να δεις τι έγινε. Όπως καθόταν ο τύπος, κάτι είπε. Δεν του πιάσαμε εμείς τη κουβέντα, αυτός άρχισε. Μιλούσε τη γλώσσα μας αλλά κάπως περίεργα, σα βουλευτής, σαν κάτι τέτοιο. Συνήθως όμως έτσι κάνουν αυτοί που θέλουν να πουλήσουν, μιλάνε διαφορετικά, έχει ο καθένας το τροπάρι του, παίζει ρόλο στο να σε ψήσουν. Τέλος πάντων, δεν διευκρινίστηκε αν είχε έρθει από το απέναντι χωριό, από το φεγγάρι, τον Νίμπους τρία ή από κάνα αστέρι εκατό εκατομμύρια έτη φωτός μπροστά, που λένε. Τι σημασία είχε; Ο άνθρωπος, απʼ όπου κι αν ήρθε, τη δουλειά του έκανε. Αυτό είχε σημασία. Από δω τριγύρω πάντως γνωστή φάτσα δεν ήταν.

Ο τύπος λοιπόν, λίγο μαυριδερός ήτανε αλλά μπορεί κι απʼ την ηλιοθεραπεία, καθότανε αραχτός σα να μην έτρεχε τίποτα νυχτιάτικα με το μπουρνούζι, τέλος καλοκαιριού ήταν βέβαια ακόμη, εντάξει, και όπως καθότανε κι αφού είχαν μαζευτεί δυό τρεις περίεργοι, κι αφού είπε δυό κουβέντες, έτσι γενικά, βγάζει από το τσουβάλι μια μπάλα γυάλινη που κάτι έδειχνε μέσα και την στριφογυρίζει λίγο στο χέρι του. Ύστερα διάλεξε έναν στην τύχη και κάτι του έδειξε μέσα στη μπάλα που γύριζε τώρα μόνη της. Τον άφησε να την αγγίξει στην αρχή και μετά τον έβαλε να δει μέσα. Οι άλλοι είχαμε αρχίσει την πλάκα με τον τύπο που εντάξει, σιγά μη μας ψαρώσει με μια περιστρεφόμενη οθόνη. Ο άνθρωπος όμως που είχε πλησιάσει και έβλεπε την μπάλα έμεινε ξαφνικά παγωμένος και βουβός και κοιτούσε μέσα λες και έβλεπε δεν ξέρω και γω τι. Άπλωσε μάλιστα το χέρι να την πιάσει να την φέρει πιο κοντά, αλλά ο τύπος δεν τον άφησε. Τι είδε, τι κατάλαβε, δεν ξέρω, τον είδαμε όμως να σηκώνεται και να φεύγει τρέχοντας και κάτι μουρμούριζε μέσα από τα δόντια του ακαταλαβίστικο. Δεν ήταν κανενός γνωστός και δεν τον ξαναείδαμε, αυτόν που έφυγε τρελαμένος, κάποιοι είπανε μάλιστα ότι ήτανε ο βοηθός του παπατζή, ξέρεις, αυτός που κάνει το σκηνικό για να τσιμπήσουν οι άλλοι. Ποιος ξέρει. Πλησιάσαμε πάντως και οι άλλοι.

Δεν άντεξε, είπε ο τύπος, γιʼ αυτόν που έφυγε. Πολλοί δεν αντέχουν να βλέπουν τα προσεχώς. Έτσι είπε, προσεχώς, σαν να ήταν τρέιλερ στο σινεμά. Κανείς άλλος δεν είχε όρεξη να δει προσεχώς γιʼ αυτό περάσαμε στο κυρίως θέμα. Ο τύπος άρχισε να βγάζει διάφορα περίεργα. Απʼ ότι καταλάβαμε όλα αυτά τα είχε βγάλει λαθραία με κάποιο τρόπο, γιʼ αυτό όσο περνούσε η ώρα έχανε λίγο από το υφάκι του και κοιτούσε από δω κι από κει μη ξεφυτρώσει ας πούμε κάνας διαγαλαξιακός μπάτσος και τον μαζέψει. Περνούσε από πολλά μέρη, πού να προλάβεις να τους λαδώσεις όλους. Όπως φαίνεται λοιπόν με κάποιο τρόπο είχε περάσει μέσα από το χρόνο και μας είχε φέρει γκατζετάκια από το μέλλον. Όχι τίποτε τρομερό, ξέρω γω πως θα γίνεις ο κυρίαρχος του πλανήτη. Παπάρια. Ψιλικατζής ήταν ο άνθρωπος. Έφερνε μικροπράγματα. Πώς ήταν παλιά ο πραματευτής που γύριζε στα χωριά; Έτσι κι αυτός, κανονικά. Θα μπορούσε να έχει έρθει από την πρωτεύουσα. Τώρα αυτός έλεγε ότι ήρθε από το μέλλον. Δε βαριέσαι. Όλοι από το μέλλον ερχόμαστε. Από το παρελθόν δύσκολα βρίσκεις το δρόμο να ξανάρθεις, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Κι εμείς τον πιστέψαμε, τα χάψαμε έτσι απλά, θα ρωτήσεις; Κοίτα τώρα. Καλοκαίρι ήτανε τέλος, άρα αρχή βαρεμάρας και κατάθλιψης. Ήτανε αργά πολύ αργά τη νύχτα και δεν ήταν και κανείς στεγνός από την παρέα –τη λέω έτσι παρόλο που είχε μαζευτεί κάθε καρυδιάς καρύδι, όποιος είχε ξεμείνει εκείνη την ώρα ήρθε και έκανε χάζι. Λοιπόν, βάλε τη νύχτα, εκείνη εκεί την ώρα που έτσι κι αλλιώς δεν δουλεύει το μυαλό κανονικά και γίνονται πιο μαλακά τα πράγματα, βάλε ότι είχε πιει ο καθένας τα δικά του, βάλε πως όταν γυρνάς ξέμπαρκος εκείνη την ώρα κάτι ψάχνεις γενικά κι ας μην το ξέρεις οπότε πιστεύεις και πιο εύκολα ιστορίες, βάλε ότι είχε αρχίσει να πέφτει και μια περίεργη ομίχλη, χωρίς να κάνει κρύο όμως, μια δροσιά που έκανε το όλο σκηνικό πιο φευγάτο ακόμη, ε, βάλτα όλα αυτά και πάνω απʼ όλα βάλε ότι είναι κάποιες ώρες που θες κάτι να πιστέψεις, ό,τι νάναι, οπότε, ναι, φυσικά και τον πιστέψαμε τον τύπο. Και στην τελική, τι είχαμε να χάσουμε έτσι κι αλλιώς; Την τύχη μας την ξέραμε, λίγο πολύ ο καθένας.

 

Στην αρχή έβγαλε κάτι φοβερές οθόνες παρακολούθησης, μικρές, σα γλυφιτζούρια ήτανε. Με αυτές παρακολουθείς όχι μόνο όποιον περνάει αλλά όποιον θέλεις. Δεν τσιμπήσαμε. Είπαμε, ήμασταν ένας κι ένας. Αν ήθελε τέτοια κόλπα ας πήγαινε στο δήμαρχο να του τα πουλήσει. Έβγαλε σύνεργα αυτόματης μαγειρικής. Ωραία, αλλά δεν είχαμε νοικοκυρές ανάμεσά μας. Και όσοι είχαν σπίτια κι ήταν μπακούρηδες, πάλι δεν τσιμπήσανε γιατί ήθελε να ξέρεις πράγματα, δεν ήταν εντελώς αυτόματο.Μουσικές από το μέλλον. Μπα. Κάτι σαν ηλεκτρονικό βιβλίο με ειδήσεις από το μέλλον. Ποιος νοιάζεται; Έναν συναισθηματικό αναλυτή για να καταλαβαίνεις τι νιώθει ο άλλος. Άστα αυτά για άλλους πλανήτες, φιλαράκο. Τίποτα κι εκεί. Επιτέλους άρχισε να βγάζει πιο πρακτικά πράγματα. Κάτι ιστορίες για το αυτοκίνητο, είχε και για μηχανή αλλά όχι πολλά, ξέρεις, να πηγαίνεις πιο γρήγορα, να κόβεις δρόμο με κάτι ιπτάμενα συστήματα, να κάνεις διάφορα εφεδάκια περίεργα, εδώ τσιμπήσανε αρκετοί, να μη σου πω οι περισσότεροι. Μετά έβγαλε κάτι εργαλεία, ξέρεις, διαπλανητικά ερωτικά βοηθήματα, λέει, και τέτοια. Εδώ κοιταχτήκαμε μεταξύ μας αλλά δεν τσιμπήσαμε. Ύστερα έβγαλε κάτι δωράκια περίεργα, είχε για γυναίκες και για άντρες γιατί ανάμεσά μας δεν ήταν και λίγες ξέμπαρκες εκείνο το βράδυ. Εκεί τσιμπήσανε αρκετοί κανονικά και με το νόμο. Είχε ας πούμε κάτι δαχτυλίδια που σου δείχνανε που βρίσκεται ο άλλος. Κάτι σαν τζι πι ες δαχτυλιδάτο, ξέρωγω. Εντάξει. Είχε κάτι αυτόματα ωροσκόπια που μπαίνανε στο κινητό, σιγά, τέτοια είχαμε. Είχε κάτι άλλα μενταγιόν, ωραία όμως ήταν αυτά αλλά πανάκριβα, γαμώτο, είχε λοιπόν κάτι μενταγιόν που ήτανε με μαργαριτάρια και κάθε μαργαριτάρι μικρό τώρα, το πατούσες και άνοιγε και εκεί μπορούσες να δεις τίποτε ωραίες στιγμές, ξέρεις που είχες περάσει με το ταίρι σου, του στυλ καμιά εκδρομή, τέτοια. Καλό ήταν αυτό αλλά πανάκριβο και έπρεπε να έχεις και ταίρι. Αλλιώς δεν δούλευε.

 

Δεχότανε λεφτά. Κανονικά, δικά μας, τωρινά λεφτά, όχι κάρτες και γραμμάτια, εντάξει μην το ξεφτιλίσουμε, λεφτά ήθελε, χαρτονομίσματα. Τον ρώτησε ένας, τι θα τα κάνεις ρε μεγάλε τα λεφτά εκεί που θα γυρίσεις; Κι ο τύπος χαμογέλασε, για μια και μοναδική φορά, χαμογέλασε και του είπε, μην ανησυχείς, θα βρω άκρη, δεν υπάρχει πρόβλημα. Είχε μια άνεση όπως και να το κάνεις και στο κάτω κάτω τι μας ένοιαζε; Λεφτά ήθελε, του δίναμε. Καλύτερα για μας. Ήταν όμως ακριβός ο άτιμος. Μέλλον μέλλον αλλά ο άλλος έδωσε ότι είχε και δεν είχε για να πάρει ένα εργαλείο που να με φτύσεις αν κατάφερε να το βάλει να δουλέψει. Ήταν ένας διαχωριστής σκέψης απʼ όσο κατάλαβα, κάτι να σου βάζει λέει τις σκέψεις σε μια σειρά και το μυαλό σε τάξη. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Εμένα πάντως σαν γουόκμαν απʼ τα παλιά μου φάνηκε. Τέλος πάντων. Πήρε αυτός αυτό ο άλλος εκείνο, είχε και κάτι άλλα καλά πραγματάκια δε λέω, κάτι βιβλία που διαβαζόντουσαν μόνα τους, κάτι αόρατες κούνιες για μωρά που τα κρατάνε ήσυχα χωρίς να τα αποβλακώνουν, μια κάμερα αναμνήσεων, που τραβάει πράγματα μόλις τα θυμάσαι και στα δείχνει, ένα ηλεκτρονικό σκυλάκι τσέπης που σου κρατάει παρέα στο αυτοκίνητο και στη δουλειά, το θηλυκό γεννάει κιόλας που λέει ο λόγος, του είχαν τελειώσει όμως είχε μόνο αρσενικά, ένα εικονικό πηγάδι επιθυμιών που έριχνες μέσα ένα κέρμα και έβλεπες αν θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία σου, αλλά δεν ήταν σίγουρος ότι δούλευε με δικά μας κέρματα, κάτι παγούρια με βιονικό νερό για τις ερήμους του διαστήματος, τι να το κάνουμε ρε φίλε, παραλίγο να αρχίσει το δούλεμα πάλι, το ʽβαλε γρήγορα μέσα στο τσουβάλι, είχε και σιντί και ντιβιντί από μελλοντικές επιτυχίες, φτηνά ήταν αυτά αλλά που να ξέρεις τώρα τι θα σου βγει. Πάντως παίζανε και στις δικές μας συσκευές, είπε. Αλλά ο κανόνας με τους λαθραίους, αυτό που πρέπει να ξέρεις είναι να παίρνεις μόνο όσα μπορείς να τα δοκιμάσεις επιτόπου, ό,τι δουλεύει εκείνη τη στιγμή, αλλιώς την πάτησες.

Ο τύπος δεν έβγαλε και λίγα από την όλη φάση. Όσοι βρεθήκανε εκεί τριγύρω κάτι πήρανε. Είχα ξεμείνει με δυό τρεις ακόμα. Κάτι ήθελα να πάρω αλλά δεν μου περισσεύανε κιόλας. Θυμήθηκα μια συναυλία της Νίκο, τρέχα γύρευε γιατί, που είχα ξεμείνει απέξω. Είχαν αρχίσει και βάζανε με ένα εισιτήριο δυό δυό, μετά τρεις τρεις, στο τέλος ολόκληρη παρέα. Αλλά εγώ δεν είχα μία. Τελικά έμεινα μόνος μου και με βάλανε τζάμπα. Έτσι και τώρα, ο τύπος με κοίταξε συμπονετικά, έτσι κι αλλιώς το μεροκάματο το είχε βγάλει, και μου έδειξε κάτι πραγματάκια, πολύ φτηνά, ειδικά για σένα, μου λέει.

Στο τέλος, για να μην τον κρατάω, είχε και δρόμο μπροστά του, πήρα ένα κρασί. Αυτό πήρα, τι να κάνω. Δεν ήταν άσχημο. Μέχρι το άλλο βράδυ δεν είχε μείνει τίποτα. Όμως εκεί που κοιτούσα από περιέργεια το μπουκάλι για να δω από πού είχε έρθει, είδα την ημερομηνία, τα άλλα ήταν ακαταλαβίστικα, αλλά η ημερομηνία ήταν ξεκάθαρη, με νούμερα, κανονικά, είδα ότι έληγε τον άλλο μήνα, Οκτώβριο.

Βρε τον μπαγάσα σκέφτηκα. Ωραία με δούλεψε. Θα μου πεις. Θα μου πεις κι αυτό από το μέλλον ήταν. Τον άλλο μήνα έληγε. Ναι, βέβαια. Από το πολύ μακρινό μέλλον. Ο τύπος είπε ότι θα ξανάρθει. Έμεινε πολύ ευχαριστημένος από την κίνηση που είχε. Με την πρώτη ευκαιρία θα ξανάρθω, παλικάρια, είπε. Εκεί προς το τέλος η φωνή του, λες και είχε στην τσέπη κάποιο μετατροπέα που του τέλειωνε η μπαταρία, ακουγόταν όλο και πιο παράξενη. Εντάξει λοιπόν. Ας ξανάρθει, είπα. Θα τον περιμένω, τον απατεώνα. Άκου, τον άλλο μήνα.

Ξανάρθε πράγματι. Τον πήρε το μάτι μας την άνοιξη πια, πάλι στο ίδιο μέρος κάτω από το πλατάνι, πάλι με το τσουβάλι. Χωρίς μπουρνούζια και κορδέλες αυτή τη φορά, πρόσεξα ότι είχε κάτι μυτερά αυτιά, εξ ου και η κορδέλα μάλλον, τώρα πάντως έσκασε μύτη με κουστουμάκι. Όμως τα πράγματα είχαν αλλάξει. Αυτή τη φορά δεν είχε μέλλον η ιστορία. Δεν ήμουν μόνο εγώ που την είχα πατήσει. Όσοι είχαν πάρει τα κόλπα για το αυτοκίνητο είδαν ότι ήτανε της πλάκας. Το τι τρακαρίσματα γίνανε όταν βάζανε τάχα μου τον επιταχυντή ή το ιπτάμενο έτσι κι έτσι, το τι στουκαρίσματα πέσανε στον καινούργιο παραλιακό όταν και καλά βάζανε τα ειδικά εφέ, αυτά που περνάς στα φώτα για να γίνουν λέιζερ, μη το συζητάς. Για να μην πούμε για τον διαχωριστή σκέψης που κόλλησε με την πρώτη και έβγαζε στη φόρα ό,τι σκεφτότανε, ακόμα τρέχει ο τύπος. Οι εικόνες στην κάμερα των αναμνήσεων παίζανε όλο και πιο ξεθωριασμένες και στο τέλος δεν φαινόταν τίποτε, ένα αχνό πράμα μόνο και το ηλεκτρονικό σκυλάκι που είχε κάποιος πάρει, τον δάγκωσε και μετά γάβγιζε και δεν σταματούσε, είδε κι έπαθε να το αποσυνδέσει. Τέτοια χάλια. Ευτυχώς που δεν έτυχε να είναι πολλοί από τους πρώτους πελάτες τη δεύτερη φορά, γιατί ο τύπος θα έτρωγε το ξύλο της αρκούδας και θα το ʽπαιρνε μαζί του νάχει και στο μέλλον. Μπορεί λοιπόν να το γλύτωσε το ξύλο αλλά το πράγμα είχε διαδοθεί. Οπότε τζάμπα η επίσκεψη. Έμεινε ο τύπος με το τσουβάλι στο χέρι και προτού αρχίσει το κράξιμο τα μάζεψε κι έφυγε. Τον ξανάδα λίγο πιο μετά το ίδιο βράδυ, να μου γνέφει από μια γωνία, κοντά στην πλατεία. Πήγα κοντά. Σκέφτηκα να του πω για το κρασί, τον λυπήθηκα όμως τον κερατά. Αυτός βέβαια δεν με θυμότανε, μʼ έκοψε για κορόιδο φαίνεται και άρχισε να βγάζει πράγματα, ένα ένα και να μου τα δείχνει. Τώρα δε μιλούσε σα βουλευτής. Πιο πολύ σα ζήτουλας μιλούσε.

– Άσε φίλε, δεν υπάρχει φράγκο, του είπα.

Σταμάτησε την επίδειξη. Κοιταχτήκαμε.

– Να σου πω, του λέω στο τέλος, μήπως έχεις κάνα δυό μπύρες;

Τον λυπήθηκα τον κερατά.

Άρχισε να ψάχνει στο τσουβάλι. Έψαξε, έψαξε, κάτι βρήκε. Τενεκεδάκια. Ούτε καν μπουκάλι. Και τις πούλαγε και δυό φορές πάνω. Τελικά μπορεί πράγματι ναʼχε έρθει κι από το απέναντι χωριό. Δε βαριέσαι.

– Το μέλλον είναι λίγο ζόρικο, φίλε, ε; Έτσι του τόπα, για να πω κάτι.

– Όχι μωρέ, μου λέει, θα στρώσουν τα πράγματα.

– Καλά.

Έβρεχε κιόλας. Πήρα τις δυό μπύρες, πλήρωσα, έφυγα.

 

 ———-

Ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης ονειρευόταν από παιδί να παίξει ποδόσφαιρο στον Παναθηναϊκό. Δεν τα κατάφερε, έγινε όμως αθλητικογράφος για αρκετά χρόνια και αρθρογράφος στην Αθλητική Ηχώ. Αργότερα έγινε μεταφραστής λογοτεχνικών βιβλίων και επιμελητής κειμένων στα περιοδικά status και το βήμαgazzino. Στο μεταξύ είχε σπουδάσει νομικά, δημοσιογραφία και σκηνοθεσία κινηματογράφου, είχε πάρει τρία κρατικά βραβεία θεατρικού έργου και είχε γράψει ένα κόμικ άλμπουμ (Στον ύψιστο, ενταύθα, 1986) μια νουβέλα επιστημονικής φαντασίας (Υπόθεση Φιλάδελφος, 1992) και ένα μυθιστόρημα (Σνιφ, 2008). Περνάει τον περισσότερο καιρό στην Κρήτη και είναι επιμελητής κειμένων και υπεύθυνος για τη στήλη του σινεμά και το βιβλίο στο www.eyelands.gr