Ακούστε ΕΔΩ

Το αίμα

Εν Ονόματι Κυρίου,
νύχτες μαρτυρίου
και δαίμονες.

Σου ζήτησα φωτιά,
μα εσύ να κάψεις τα φριχτά
της μνήμης μου,
επέμενες.

Τι ειν’ ο άνθρωπος, τι το μυαλό του;
Σκιά και σύννεφο, σιωπή και Αίμα.

Ποιος ξέφυγε ποτέ απ ‘ τον εαυτό του;
Για να μας δείξει την οδό
και το νερό το σιωπηλό
που πνίγει το είδωλό του.

Εν Ονόματι Κυρίου
χαρτί εισιτηρίου,
για την Ανάσταση

Μου ζήτησες αργά
να κατεβάσω τα ρολά,
στης τρέλας την παράσταση.

Τι ειν’ο άνθρωπος, τι η καρδιά του;
Σκιά και σύννεφο σιωπή και Αίμα.

Ποιος ξέφυγε ποτέ απ’ τον εαυτό του;
Για να μας δείξει την οδό
και το νερό το σιωπηλό,
που πνίγει το είδωλό του.

Τι ειν ‘ο άνθρωπος, τι το μυαλό του;
Σκιά και σύννεφο, σιωπή και Αίμα

Ποιος ξέφυγε ποτέ απ’ τον εαυτό του;
Για να μας δείξει την οδό
και το νερό το σιωπηλό,
που πνίγει το είδωλό του.

Τι ειν ‘ο άνθρωπος, τι η καρδιά του;
Στον βίο του Ασώτου θα το βρεις.

Ποιος βγήκε κάποτε απ’ τα όνειρά του
χωρίς τα χώματα κάποιας πληγής;

 

Από τον δίσκο: Θέμης Καραμουρατίδης, “Έχω ένα σχέδιο”, ζωντανή ηχογράφηση στο Θέατρο Κάππα, Lyra 2010.

 

Λύκος

…λύκος που ξέκοψε από την  αγέλη για να μονάσει

Τα βράδια τρώει μικρά παιδιά στα παραμύθια

Με δυο υπέροχα μάτια θανάτου

Κόβεται το αίμα σου

Ταυτόχρονα απλώνεις χέρι να τον χαϊδέψεις

Να του πεις

 Ελα κάτσε να σου δείξω την οικειότητα

Ελα κάτσε να μου πεις

Τι σόι άνθρωπος ήσουνα εσύ

στη ζωή την προηγούμενη

Άδικος και σου φέρθηκαν καλά;

Καλός και σε αδίκησαν;

Τα νύχια των ποδιών σου μες στο αίμα

Κι από το στόμα σου ακόμα  

βγαίνουν οι κραυγές όσων κατασπάραξες

σ’ αυτό το φονικό οίστρο που σε πιάνει όταν πεινάς.

 Ποιος δεν σε χάιδεψε κι έγινες έτσι

όμορφε πρίγκιπα του φόβου

ή καλύτερα ποιος σε αγάπησε τόσο

που μίσησες τον εαυτό σου;

Μην απαντάς.

Ξέρω.

 

Τι
Δεν είναι τόπος αυτός δεν είναι μοιρα

Οι σκοτωμένοι κλαίνε ακόμα το άδικό τους

Και οι ζωντανοί κάθε μέρα φτιάχνουν τη βαλίτσα τους να φύγουν.

Μόνο ο μικρός, ο αργός, του κυρ Παναγιώτη

Στέκεται πάντα ακίνητος στην κολώνα της ΔΕΗ

και ρωτάει τους περαστικούς:

Τι ώρα είναι η νύχτα;

Τι ώρα είναι η;

Τι ώρα είναι;

Τι ώρα;

Τι;

 

Πόλεις

Είναι κάτι πόλεις

Άδειες από όνειρα παιδιών

Γεμάτες κρυφές ενοχές

Και επιθυμίες ανισσόροπων μυαλών

Που βυθίζονται.

 

Είναι κάτι πόλεις

Γεμάτες από ανθρώπινα στοιχειά

Αχαρτογράφητες σχεδόν

Με το σπαθι του θανάτου και τη ρομφαία του αναπόφευκτου

Δίπλα σε άντρες που μυρίζουν τσιγάρο και άγονο σπέρμα

Που βυθιζονται.

 

Σ’ αυτές τις πόλεις

Περπατώ τα απογεύματα

Πίνω τον καφέ μου στο μαγαζί της πλατείας

Και γυναίκες που σκουπίζουν η μια τα δάκρυα της άλλης από τα μάγουλα

Και βυθίζομαι.

 

Λαιμοδέτες
Γεμάτη αντρικά πουκάμισα η ντουλάπα σου.
Τα δυο φτηνά κοστούμια του πατέρα
Δεν τα εδωσες ακόμα.
Λυπάσαι τα σώματα που θα ντυθούν μια τέτοια μοίρα.
Τους λαιμοδέτες μονο χρησιμοποιεις.
Κάθε πρωί φοράς κι άλλον
Ελπίζοντας πως κάποτε θα πάρεις την ευθυνη
Να σφίξεις τον κόμπο ως το τέλος.

 

Περιποίηση

Τα λινά σεντόνια να στρώσεις
Ν ανοίξεις τα παράθυρα καλά να φύγουν οι δύσκολες αναμνησεις
Ν αρωματίσεις παντού με ροδόνερο.
Α… και λουλούδια. Στο βάζο. Κατά προτίμηση ορχιδέες.
Να μη μας βρει η νυχτα απεριποίητους.