Κάθε σπίτι αυτής της γης
Κάθε σπίτι αυτής της γης πενθεί αιώνια
σαν να έσφαξαν στα θεμέλιά του κι έναν αναστεναγμό.
Κι αυτοί που ανακουφίστηκαν τα πρωινά ακούγοντας
το ηχηρό λάλημα των θυσιασμένων πετεινών
βρήκαν το βράδυ την μπανιέρα τους γεμάτη
από το αίμα των αθώων όλου του κόσμου.
Γιατί το φεγγάρι που περιπολεί σαν προβολέας φυλακής
μη το εμπιστεύεσαι• δωροδοκείται
για ένα κομμάτι φως,
για μια μέρα ζωής παραπάνω.
Κάθε σπίτι αυτής της γης φθονεί αιώνια
το θερισμένο στάχυ και την ανήλικη ελιά
εκλιπαρώντας να του διδάξουν την εγκαρτέρησή τους
στον πόνο, στον τρόμο και στο κακό ριζικό.
Και όσο εκείνα δεν ανταποκρίνονται
τόσο τα σπίτια εξαθλιώνονται απ’ το σαράκι του χρόνου
κι απ’ την αγωνία της επόμενης εποχής.
Κι όμως το κυοφόρο σύννεφο που ξαπλώνει
σαν ετοιμόγεννη γυναίκα πάνω από τις στέγες μας
τι παραπάνω γνωρίζει;
Έχουμε το μυστικό μέσα μας και επαιτούμε αλήθειες.
Από εκεί αρχινά και η τρέλα μας.
Κάθε σπίτι αυτής της γης ριγεί αιώνια
σε κάθε φιλί που ξεριζώνεται σαν δόντι από το στόμα
σε κάθε δάκρυ που βγαίνει απ’ τα έγκατα του σώματός μας
σε κάθε ανάγκη που πηγάζει από το αίμα
σε κάθε θεό που ανασαίνει τη φωνή μας.
****
Τα βράδια
Στον Τάσο Λειβαδίτη
Τα βράδια επισκέπτομαι τους τάφους λησμονημένων
ποιητών
και γεμίζω με μελάνι τα ανθοδοχεία τους.
Ανανεώνω με κραγιόν
τα χαμόγελα των νεκρών παλιάτσων
και κάνω συντροφιά στα εικονοστάσια των δρόμων.
Αφουγκράζομαι τις λαμαρίνες στα παλιά ναυπηγεία,
διορθώνω τα ορθογραφικά λάθη στα χαρτόνια
των ζητιάνων,
κουρδίζω τις καμπάνες στις ερειπωμένες εκκλησίες,
τακτοποιώ τις καρέκλες στα σπίτια των αυτοχείρων,
χαϊδεύω τα μαλλιά των γριών γυναικών.
Ύστερα, το χάραμα, γυρίζω σπίτι
πιο μόνος
και από τις μέρες του Φεβρουαρίου
που δεν χώρεσαν στο ημερολόγιο
και ξεπλένω στο νιπτήρα
όλη τη μοναξιά από τα χέρια μου.
***
Η αρχιτεκτονική της λήθης
Στον Γιώργο Σεφέρη
Η αρχιτεκτονική της λήθης οικοδομείται
πάνω στα θεμέλια της μνήμης.
Ένας λαός έτοιμος να απεκδυθεί τα ιμάτια του
να αλλάξει τη σάρκα του με τη σάρκα του νέου
του ολότελα διαφορετικού μέλλοντος
χωρίς να αφήσει κεντημένο στο δέρμα του
έστω ένα στίχο
να κρατήσει στο βλέμμα του
ένα θρυμματισμένο άγαλμα
και λίγη άμμο από τις ακτές της Ιστορίας του
μέσα στις μικρές του φούχτες.
Το φως που υμνήσαμε κρέμεται ανενεργό πάνω στα ηλεκτροφόρα
καλώδια,
οι θάλασσες που αγναντέψαμε, εμφιαλώνονται για τους τουρίστες,
ο ήλιος κόβεται σε νομίσματα
και η ελιά σφραγίζεται με πύρινο σταυρό.
Και εκείνες οι καταστροφές και οι αποδημίες
οι εμφύλιοι σπαραγμοί και οι θυσίες
διαβάζονται πια σαν ξόρκια
όχι σαν ιστορία
και προβάλλονται τρισδιάστατα σε σκοτεινές αίθουσες
το χρήμα να ξεπλένει το αίμα
το αίμα να ξεπλένει το χρήμα.
Κάποτε κάποτε φοράμε ψηλά τακούνια και κάνουμε θόρυβο
περπατώντας μέσα στα γήπεδα.
Μα με πέλματα βρώμικα και πόδια γεμάτα καντήλες
επιστρέφουμε πιο βραχύσωμοι σπίτι.
Άλλοτε πάλι ακούμε τα υπόγεια νερά των ποταμών
και φαντασιωνόμαστε αρχαίους περιπάτους και χαϊδέματα.
Μα τα δάκτυλα συνήθισαν να πληκτρολογούν τη μοναξιά τους
να καρφώνουν τα χάδια πάνω σε κουμπιά
και να ακομπανιάρουν ευνουχισμένα αισθήματα
φριχτά τραγουδισμένα από άφυλους αοιδούς.
Κι άλλοτε φτιασιδώνουμε την αρρώστιά μας
με αρχαϊκό γέλιο ή κλάμα
κάθε καλοκαίρι και άλλος επιδαύρειος θίασος
στο ίδιο έργο.
Είμαστε η λήθη που οικοδομείται
οι λίθοι που την οικοδομούν.
ο περιούσιος λαός ενός δολοφονημένου από την πίστη
θεού.
Οι γραμμές στα πρόσωπά μας άλλαξαν.
Οι αυλακιές στις παλάμες μας άλλαξαν.
Οι δρόμοι του αίματός μας άλλαξαν.
Οι λεωφόροι του μυαλού μας άλλαξαν.
Οι εθνικές οδοί μας άλλαξαν.
Δεν είναι πια τόπος.
Δεν είναι πια τόπος να ζεις.
Δεν είναι πια τόπος να ζεις εδώ.
****
Το δείπνο
Τούτο το βράδι σάμπως να σάλεψαν τα φύλλα
Τρίζουν στο πάτωμα περίεργα οι σανίδες
Και των πουλιών ηχούν αλλιώτικα οι τρίλιες
Σαν να ετοιμάζεται γύρω μεγάλη ανατριχίλα
Μια μυρωδιά καμένου ονείρου πέρα ως πέρα
Και ένα φέγγρισμα βουβό από το βάθος
Στα δάχτυλα στριφογυρνάει ένας λάζος
Και η ματιά κλωθογυρίζει στον αιθέρα
Όλοι οι ένοχοι απ’ τα πέρατα πλησιάζουν
Τούτο το βράδι να δειπνήσουν στο τραπέζι
Φέρνει ο καθείς ό, τι για χρόνια δεν καθεύδει
Και τον ματώνει με τα νύχια που σπαράζουν
Έχουν για μάτια τους αργόπλοα πλοιάρια
Τα δυο τους χείλη σαν πηγάδια ξεραμένα
Και τα κορμιά που’ ναι τα χρόνια στοιβαγμένα
Μοιάζουν με σάκους φορτωμένους με δελτάρια
Εξοφλημένες οι επιταγές της ύπαρξής τους
Σε αυταπάτες, εμμονές και παραισθήσεις
Είναι τα τραύματα οι μόνες τους αισθήσεις
Και η απόγνωση παντοτινή φωνή τους
Ποιος να τους κάλεσε άραγε σ’ αυτό το δείπνο;
Η οφειλή μιας ζωής αποστερημένης;
Η πληρωμή μιας ύπαρξης τους χρεωμένης;
Ή της μνήμης μας το γερασμένο πια ενύπνιο;
****
Η Παρέλαση της Κυριακής
Η αιωνιότητα απέχει μόλις μια Κυριακή.
Αλλά ποιος ακολούθησε ποτέ
μέχρι το τέρμα
την Παρέλαση της μνήμης
ποιος διέσχισε τον Αχέροντα
του κυριακάτικου απογεύματος
και έφθασε –έστω- σαν ξέπνοο τσιγάρο
στο ξημέρωμα της Δευτέρας;
Κανείς.
Όλοι με θνητά πνευμόνια
και αθάνατες υποσχέσεις.
Όλοι ένα κουρελιασμένο σημαιάκι
που δεν κατάφερε να ανεμίσει ως το τέλος
της πομπής.
****
Υστεροφημία
Στον Βασίλη Λαλιώτη
Ταΐζω τα χέρια
που θα σβήνουν αύριο το κερί μου.
Δεν καταδέχεται ελεημοσύνες το “μετά”.
*Πίνακας εξωφύλλου: Εβίνα Μακρή










είναι επηρεασμένα από μια πολύ μακρινή εποχή.προγενέστερη και του λειβαδίτη και του λαλιώτη.εκεί κάπου στον σεφέρη τον βρίσκω.είναι περισσότερο ευαίσθητα εγκώμια παρά ποιήματα.εγώ προσωπικά δεν δέχομαι να είναι ο παστάκας πιο μοντέρνος απ’ τον αραβανή, αν με καταλαβαίνετε.κι όμως είναι.εντέλει δεν μπορώ να πω αν είναι καλά ή κακά ποιήματα, αυτό όμως που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι απευθύνονται σε άλλες εποχές, και-δυστυχώς-άψυχα
σε εποχές εθνικής επαιτείας και προσωπικών αδιεξόδων
είναι σημαντικό να υπάρχουν φωνές που με καθαρότητα εκπληκτική
και επαρκή αποστασιοποίηση
ζωγραφίζουν τρυφερά και κυνικά μαζί
αλήθειες.
μου άρεσαν πολύ τα κείμενα του κυρίου Αραβανή.
Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, επιρροές είναι εμφανείς, αλλά τουλάχιστον έχουμε να κάνουμε με μια ανάρτηση που τιμά την ποίηση.
Ένας νέος Σεφέρης ανατέλλει! Υπέροχα όλα. Είχαμε πολύ καιρό να διαβάσουμε ποίηση σε αυτή την ιστοσελίδα.
Δεν χρειάζονται υπερβολές!
Δεν είναι χρήσιμες και δεν τις έχει ανάγκη.
Έτσι κι αλλιώς η ίδια η ποίησή του τις αποβάλλει.
Κακή συνήθεια με το που διαβάζουμε κάτι να ψάχνουμε να δούμε με τι μοιάζει.
Νομίζω οι περισσότεροι δεν έχουμε την γαλήνη που χρειάζεται μέσα μας για να κρίνουμε τα παραπάνω.
Το βασικό πράγμα που έχω να πω διαβάζοντας τα ποιήματά του είναι πως ο Σπύρος είναι φίλος μου.
όμορφο ποίημα τα βράδυα…
με τους τάφους λησμονημένων ποιητών
με τα ορθογραφικά λάθη στις ταμπέλες των ζητιάνων
τους παλιάτσους , τις λαμαρίνες των ναυπηγείων
…τις ξεκούρντιστες καμπάνες…τις αχτένιστες γριές…Θυμίζει παλιές λυπημένες ασπρόμαυρες ταινίες
Απο το χαρακτηρισμό “άψυχα” του πρώτου σχολίου ως το “νέος Σεφέρης” του τέταρτου, παρεμβάλλονται ένα σωρό άλλοι χαρακτηρισμοί των ποιημάτων ή του ποιητή.
Πριν καλά καλά καταλαγιάσει η σκόνη των λέξεων, η κρίση φαίνεται να είναι απόλυτη, λες και δεν χρειάζεται ένας ωφέλιμος-θα έλεγα-χρόνος για δευτερη ή και παραπάνω αναγνώσεις σε διαφορετικές στιγμές.
Διαφωνώ και με τα δύο σχόλια κι αυτη η διαφωνία μου δεν έχει να κάνει με τον ωφέλιμο χρόνο που έλεγα παραπάνω ότι απαιτείται. Το ότι δεν έιναι “‘αψυχα”, κατ εμέ, φαίνεται απο την πρώτη ανάγνωση. “Ο νέος Σεφέρης” πάλι, δεν θα το έλεγα ούτε για τον ίδιο το Σεφέρη στην δεύτερη-όπως αυτη του κ.Αραβανή,αν δεν απατώμαι- ποιητική του συλλογή.
“Κάθε σπίτι αυτής της γης πενθεί αιώνια
σαν να έσφαξαν στα θεμέλιά του κι έναν αναστεναγμό”
” Είμαστε η λήθη που οικοδομείται
οι λίθοι που την οικοδομούν”
“Τα βράδια επισκέπτομαι τους τάφους λησμονημένων
ποιητών
και γεμίζω με μελάνι τα ανθοδοχεία τους”
“ποιος διέσχισε τον Αχέροντα
του κυριακάτικου απογεύματος
και έφθασε –έστω- σαν ξέπνοο τσιγάρο
στο ξημέρωμα της Δευτέρας;”
Απομονώνω στίχους μιας πρώτης εντύπωσης κι αναρωτιέμαι ποιος δεν θα τους ζήλευε; Πιθανόν, αφού οι περισσότεροι εδώ γράφουν και οι ίδιοι όπως φαντάζομαι-να συνέχιζαν αλλιώς. Μα αυτό δεν αφαιρεί τη δυναμική του ποιητη που τους καταθέτει. Κι αν ακόμα δεν είναι αρκετοί προς το παρόν για το χαρακτηρισμό “νέος Σεφέρης”, μόνο “άψυχους” δε τους λες.
Το γεγονός ότι απομονώνω τους συγκεκριμένους στίχους, δεν σημαίνει σαφώς οτιδήποτε για την αξία των υπολοιπων. Η ποίηση θέλει χρόνο. Δεν φαντάζομαι ότι είμαι ο μόνος που απο καιρού εις καιρόν άλλαξα γνώμη για ποιητές. Δεν φταίνε πάντα αυτοί αν τους διαβάζουμε σε ακατάλληλη δική μας στιγμή που οι αντένες μας ειναι στραμμένες αλλού.
Σαν πρώτη εντύπωση λοιπόν,εγω διάβασα ποιήματα ενός ποιητή που εξελίσσεται. Η μόνη ένσταση μου αφορά στη μετρική του έμμετρου “δείπνου” όπου διαπίστωσα κάποια λάθη με κυριότερο αυτό των προπαροξύτονων “δελτάρια-πλοιάρια, ενύπνιο” στη θέση των οποίων χρειαζόταν παροξύτονες λέξεις όπως στο υπόλοιπο ποιημα.
Καλοτάξιδο εύχομαι στον κ. Αραβανή (που δεν δεν έχουμε ανταλλάξει ουτε μία χειραψία ακόμα)κι ελπίζω σύντομα να καταφερω να έχω μια ολοκληρωμένη εικόνα της καινούργιας του προσπάθειας.
Καλοτάξιδο να είναι. Τα υπόλοιπα μόλις πάρουμε στα χέρια μας το βιβλίο.
Ως πρώτη μικρή σημείωση, ωστόσο, θα προσυπέγραφα το σχόλιο τού Μιχάλη Γελασάκη.
Είναι πλέον κοινή, κοινότατη μάλιστα, έξη με το που εμφανίζεται μπροστά μας ένα κείμενο να θέτουμε αμέσως τους εαυτούς μας στη θέση του κριτικού. Ψυχαναγκαζόμαστε τρόπον τινά να φανούμε “νόες κρτιτικοί” και σπεύδουμε να διατυπώσουμε την κρίση μας χωρίς καλά-καλά να έχουν καθίσει μέσα μας οι λέξεις του κειμένου.
Θα έρθει και αυτό, και θα έρθει πιο ομαλά και ίσως-ίσως και πιο δίκαια, εάν δώσουμε στο κείμενο αλλά και στον εαυτό μας την ευκαιρία να ανασάνουμε από κοινού.
Και ακόμα, αν μη τι άλλο, οφείλουμε να αναγνωρίζουμε στον δημιουργό το δικαίωμα να έλκει την καταγωγή του από τους τόπους στους οιποίους χτυπάει πλησιέστερα και δυνατότερα η καρδιά του. Τα πράγματα δεν είναι γραμμικά. Και οι πνευματικές συγγένειες καταργούν στην πράξη κάθε γραμμική αντίληψη περί χώρου και χρόνου.
Θ. Βολκώφ
Καλοτάξιδο φίλε
Στους φίλους , ούτε κρίσεις ούτε ευχές
επιτρέπει μία ορθή αναφορά .
Εναπομένει αυτό καθʼ αυτό το έργο τους
για να μας θυμίζει πόσο τους αγαπούμε
Είναι άλμα αυτό που διαβάζω. Άλμα σταθερό γίνεται; Ε ναι λοιπόν.
Σπύρο, είναι ό,τι καλύτερο έχω διαβάσει από εσένα.
Να το χαρείς και να σε χαρεί.
Το υπόλοιπα από κοντά και με το βιβλίο ανά χείρας.
Ποιήματα ως ασκήσεις ύφους και ερμηνείας πάνω στην ποίηση (οι αφιερώσεις φαίνεται να υποδηλώνουν βαθύτερες επικοινωνίες).
Ποιήματα ως διάλογοι προς ανανέωση της γραφής.
Ποιήματα στα οποία, παρά τις όποιες αστοχίες ομοίωσης, μιλάει σταθερά μια ποιοτική ποιητική φωνή.
Καλή τύχη στο βιβλίο σας, κ. Αραβανή.
Όμορφη ποίηση. Στιβαρή γλώσσα.
Εικόνες δυνατές, σε πολλά σημεία γοτθικές, μαύρες, σκοτεινές
Ρυθμός μεταβαλλόμενος ,όχι κουραστικός.
Θεματολογία για ώριμους αναγνώστες.
Τα βράδια είναι το ποίημα που προσωπικά πιστεύω βασιλεύει στην ανάρτηση σας.
Στο δείπνο πιστεύω ότι λείπει η τελική κάθαρση.
Όμορφα ,πραγματικά όμορφα ποιήματα Κύριε Αραβανή.
Καλοτάξιδο σας εύχομαι το βιβλίο σας.
Θεωρώ ότι η μόνη κατάλληλη σύγκριση είναι εκείνη του ποιητή, του κάθε ποιητή, με τον εαυτό του. Αποτολμώντας μια σύγκριση του κ.Αραβανή με τον κ.Αραβανή θα έλεγα ότι είναι καταφανής η πρόδοδός του και αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία.
Καλοτάξιδο!!!
“Οι νεαροί ποιητές είναι σπάνιοι και ταυτοχρόνως γελοίοι, όπως κάποιος σοβαρά τραυματισμένος που ανακάμπτει”, λέει κάπου ο Τζον Μπέριμαν.
Αν το πρώτο βιβλίο ενός ποιητή αντιμετωπίζεται με τον οίκτο που επιφυλάσσουμε στον ετοιμοθάνατο, το δεύτερο βιβλίο συνήθως αντιμετωπίζεται με τα τελευταία αποθλεματα επιείκιας για κάποιον που έχει ξεπεράσει το κρίσιμο στάδιο κι έχει αρχίσει να σηκώνεται σιγά-σιγά απ’ το κρεβάτι.
Είχα την τύχη να παρακολουθήσω τα μεμονομένα ποιήματα του Αραβανή, και διέκρινα ένα γερό σχεδιασμό του βιβλίου. Μια ποιητική συλλογή είναι σαν να κατασκευάζεις μια γέφυρα: είτε πρόκειται για γεφύρι, είτε για τη ζεύξη Ρίου-Αντιρίου, πρέπει να υπακούει σε κάποιους κατασκευαστικούς νόμους.
Χαιρετώ το δεύτερο βιβλίο του Σπύρου Αραβανή και τον ευχαριστώ για την πρόταση “κοινωνικής ποίησης” που υποστηρίζει.
Σας ευχαριστώ για τις ευχές και την επικοινωνία σας.
Προσυπογράφω το σχόλιο του k. Δημήτριου Μουζάκη. Εξάλλου, η ποίηση μόνο όταν εστιάζει, καίει σαν δέσμη συντριπτικού φωτός το αντικείμενο της εστίασης της. Οταν απλώνεται, γίνεται θάλασσα και τη θάλασα πώς να την ελέγξεις.
Καρποφόρο αποτέλεσμα κ. Αραβανή. Να το χαίρεται η ψυχή σας και η ψυχή των αναγνωστών του.
ΓΕΛΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ,ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ,ΑΥΤΟΥ ΠΟΥ ΣΑΝ ΕΙΡΩΝ,ΚΛΩΤΣΑΕΙ ΚΟΝΣΕΡΒΟΚΟΥΤΙΑ…
ΣΑΝ ΒΓΕΙΣ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ,ΟΛΟ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΘΑ ΠΕΙΣ,ΘΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΔΥΟ ΤΡΕΙΣ ΓΡΑΜΜΕΣ…ΝΑ ΣΤΡΩΣΕΙΣ ΤΗ ΛΑΔΟΚΟΛΑ ΝΑ ΜΗ ΛΕΡΩΣΕΙ …ΛΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΑ Η ΑΝΤΙΟ,ΠΡΙΝ ΜΑΘΕΙΣ ΠΩΣ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΧΕΙ ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ,ΚΑΙ ΠΩΣ Ο ΠΟΝΟΣ ΔΕΝ ΚΡΥΒΕΤΑΙ Μ’ΕΝΑ ΣΚΟΥΠΙΣΜΑ ΚΑΤΩ ΑΠ’ΤΟ ΧΑΛΙ…ΟΥΤΕ Ο ΒΙΑΣΜΟΣ ΑΝ ΤΡΙΨΕΙΣ ΜΕ ΣΑΠΟΥΝΙ ΩΡΕΣ ΤΟ ΔΕΡΜΑ-ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΡΩΤΑΣ ΑΦΟΥ ΗΔΗ ΕΧΕΙ ΣΥΝΤΡΙΒΕΙ…ΜΕΣ ΣΕ ΚΑΜΜΕΝΑ ΧΩΡΙΑ ΠΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΑΣ ΜΕ ΑΓΝΟΙΑ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΠΟΝΑΣ ΤΟΥΣ ΕΠΙΖΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΣΥ ΑΡΑ ΘΑ ΠΟΝΕΣΕΙΣ -ΙΣΑ ΙΣΑ ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΣ ΠΩΣ ΤΕΙΧΗ ΜΕ ΤΟΙΧΟΥΣ ΧΟΝΤΡΟΥΣ ΘΑ ΚΡΑΤΟΥΣΑΝ ΑΠ’ΕΞΩ ΣΙΩΠΗ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ …ΚΡΑΥΓΕΣ ΣΦΑΓΗΣ ΑΝΕΙΠΩΤΗΣ…ΟΛΑ ΣΟΥ ΤΑ ΕΙΠΑΝ ΑΝΑΠΟΔΑ-ΑΝΑΠΟΔΑ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗ ΒΡΙΣΚΕΙΣ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΝΑ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ Μ’ΑΛΛΟ-ΠΩΣ ΝΑ ΧΩΡΕΣΕΙ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΤΟΣΟ ΒΑΡΟΣ…ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΑΝΤΕΧΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΔΕΙ;
Κενή Διαθήκη
Είμαστε το τιμωρημένο χώμα του Θεού
ό,τι περίσσεψε απʼ τον ιδρώτα της Εύας
η πληγή στα πλευρά του Αδάμ
και το σάλιο στο δαγκωμένο μήλο.
Είμαστε το σπαταλημένο σπέρμα του Αυνάν
το πηγμένο αίμα του Άβελ
η χαρακιά στην παλάμη του Μωυσή
και ό,τι δεν έκρυψε το πρωτόπλαστο φύλλο.
Είμαστε το ήτα που λείπει από τον Ενώχ
η σπασμένη σανίδα του Νώε
τα λερωμένα χέρια του Ιακώβ
και το σαράκι που λαχτάρησε το Τίμιο Ξύλο.
Ρίψασπις
Γέννημα κάποιας εποχής, μα κάτοικος του χρόνου
Με προφορά ιδιάζουσα σε λόγια της ψυχής
Θιασώτης των εντάσεων που ανέθρεψε εντός του
Τι κι αν καταδικάζεται για πάντα ως ρίψασπις.
Σαλπάρισε απʼ τα έξω του και άραξε εντός του
Με μια σχεδία ανάερη, φθηνή κατασκευή
Το χρόνο μέτρησε αλλιώς κάτω απʼ το παλτό του
Με δυο ζαριές στα φανερά και τρεις ουγκιές σιωπή.
Κάποιος τον φώναξε δειλό κι άλλος καταραμένο
Μα ένα σκυλί τού κούνησε για λίγο την ουρά
Κι ας βρέθηκε μία νυχτιά βαθιά μαχαιρωμένο
Κάθε που βρέχει θα πονάν βαθιά μες τα πλευρά.
Έτσι έζησε σιβυλλικά μέχρι τον θάνατό του
Κρατώντας με το πόδι του της μοίρας το ρυθμό
Κανένας δεν λαχτάρησε πιότερο το χαμό του
Από απέλπιδα έφηβο που έψαχνε για θεό.
Καταπληκτικά ποιήματα, και τα δύο.