ισαάκ σούσης
isaaksusis@yahoo.gr | 85.72.222.247
Κάποιος κάποια στιγμή μου πρότεινε να δω τα σχόλια του “ποιείν ” σαν παιχνίδι. Τα βλέπω σαν παιχνίδι καταφεσωμένων, που δεν αντέχουν να αποχωριστούν ούτε τα σημαδεμένα μούτρα των συμπαικτών, ούτε το τραπέζι.
Ο κ. Σούσης ζήτησε να κατέβει η ανάρτηση. Κατανοούμε κι ευχαριστούμε.










Σημαντική κατάθεση αισθημάτων και αισθητικής αναζήτησης. Αμετροέπεια και βάθος περιεχομένου.
Τώρα τι είναι αυτά; Ποίηση δεν τα λες, αν λαμβάνεις υπ’ όψη στοιχειώδεις αρχές της, διηγήμτα; μπα… όχι δηλαδή ότι πρέπει να τα χαρακτηρίσεις και κάπως. Φλυαρίες, εφηβικός ρομαντισμός, ανώριμος λόγος, δείγματα γραφομανίας και ναρκισσισμός.
Όπως λέει και ο προηγούμενος: ΑΜΕΤΡΟΕΠΕΙΑ!!!! και θάθος περιεχομένου… αμέτρητο
“Ποίηση δεν τα λες, αν λαμβάνεις υπ’ όψη στοιχειώδεις αρχές της”
Σκέτη Πορφ-φύρα, μίστερ Πορφυρίου..
Αν είναι δυναμόν!
Για πείτε μας τις αιώνιες αρχές της ποίησης, να τις μάθουμε..
Είμαι πολύ περίεργος.
Ένα πράγμα που με έχει απομακρύνει από τα σχόλια του ποιείν είναι κάτι τύποι σαν τον Πορφυρίου που μπαίνουν για να κρίνουν χωρίς επιχειρήματα ή κριτική σκέψη αλλά με γνώμονα την εμπάθεια ίσως κάποιες φορές και τον φθόνο.Ας καταλάβουν επιτέλους αυτοί οι κάποιοι ότι το μόνο που καταφέρνουν είναι να αυτο-γελοιοποιούνται και σε καμιά περίπτωση να απαξιώσουν το έργο του δημιουργού όπως είναι ο στόχος τους. Έκανα το λάθος να διαβάσω τα σχόλια σήμερα και να μου χαλάσει η καλή διάθεση που αποκόμισα απ την ανάγνωση των ποιημάτων εξαιτίας της βλακείας κάποιου.
κ. Σούση μου άρεσαν πολύ 🙂
Υ. Γ. και να μη μου άρεσαν ο πρόλογος θα ταν ο ίδιος
5. Δεν ισχυριζόμαστε πώς θα διορθώσουμε κανένα από τα σφάλματα των ανθρώπων. Σκοπεύουμε όμως νατους δείξουμε πόσο εύθραυστες είναι οι σκέψεις τους και πάνω σε ποία κινούμενη άμμο, σε ποίο σαθρό έδαφος έχουν θεμελιώσει τα ετοιμόρροπα σπίτια τους
πρός τον αξιότιμο 😉
Αγαπητέ κύριε Θανάση, δεν μίλησα για αιώνιες αρχές ποίησης, κάποιες βασικές όμως υπάρχουν και πιστεύω να συμφωνείτε και φυσικά δεν είναι εδώ χώρος για να συζητάμε τα αυτονόητα.
Αγαπητέ κ. Σφενδουράκη θα ήμουν πολύ δυστυχισμένος αν είχα φθόνο γι αυτά τα ποιήματα ή για οποιαδήποτε ποιήματα, το αντίθετο από την ποίηση αναζητώ άλα συναισθήματα και αν είμαι καυστικός καμμιά φορά αυτό αφορά σ΄αυτό που διαβάζω και όχι στα πρόσωπα και αασφαλώς αποφεύγω υβριστικούς χαρακτηρισμούς, όπως κάνετε εσείς. Αν σας απομάκρυνα από τα σχόλια του ποιείν, ζητώ συγνώμη από τον κ. Παστάκα για τη μείωση της επισκεψιμότητας.
Κ. Παπαθανασίου συμφωνώ απόλυτα μαζί σας
Κύριε Πορφυρίου, αναγνωρίσατε τη φράση στο σχόλιο του κυρίου Παπαθανασίου;
Είναι επικίνδυνο να συμφωνεί κανείς σε ό,τι δεν ξέρει.
Και επιπλέον, από το πολύ “δεν είναι εδώ χώρος να συζητάμε τα αυτονόητα”, κατάντησαν τα αυτονόητα να μην αναγνωρίζονται μεταξύ τους πια.
Η συζήτηση πλέον πρέπει να γίνεται για τα αυτονόητα. Προσωπικά, περιμένω τη συμβολή σας.
Κάποιος κάποια στιγμή μου πρότεινε να δω τα σχόλια του “ποιείν ” σαν παιχνίδι. Τα βλέπω σαν παιχνίδι καταφεσωμένων, που δεν αντέχουν να αποχωριστούν ούτε τα σημαδεμένα μούτρα των συμπαικτών, ούτε το τραπέζι.
Σεβαστή η επιθυμία του κάθε δημιουργού να ζητάει να κατέβει κάποια ανάρτηση (το ηλεκτρονικό μέσο, μας παρέχει τη δυνατότητα…), πράγμα αδιανόητο φυσικά για τα έντυπα…Κανένας δεν θα ζητούσε να κοπούν οι σελίδες που για κάποιον λόγο δεν τον αντιπροσωπεύουν από τα γνωστά περιοδικά λόγου που κυκλοφορούν ως και τα περίπτερα…
Το ΠΟΙΕΙΝ αποφάσισε, από δω και πέρα να σέβεται μεν την άποψη των δημιουργών, αλλά να μην κατεβάζει τις αναρτήσεις, όπως κάναμε (άστοχα) μέχρι τώρα. Από δω και στο εξής όποιος ζητάει να κατέβει μια ανάρτηση θα έχει να αντιμετωπίσει μια κουφάλα, σαν αυτή που περισεύει στις οδοντοστοιχίες κάποιων…γνωστών και μη εξαιρετέων…
http://www.poiein.gr/archives/1450/index.html
Το θέμα είναι οτι στο Ποιείν -έστω κι έτσι- όλα παίζονται πάνω στο τραπέζι.
Όποιος αντέχει.
Δεν δέχομαι την ελιτίστικη αυτή άποψη, τουλάχιστον όπως εκφράζεται.
Όποιος αντέχει, το ξαναλέω, Δημήτρη.
Το κείμενο δεν έχει αδυναμία να διεκδικήσει την αξία του. Περιέχει τη διεκδίκηση.
Εκεί είναι το θέμα νομίζω.
Τα υπόλοιπα είναι στην φαντασία ή στην πραγματικότητα του δημιουργού του.
Με άλλα λόγια δεν έχει να φοβηθεί κανέναν πλην του δημιουργού του…
(γενικότερα της συγκεκριμένης ανάρτησης μιλώ)
Είχα ήδη καταθέσει κάποια απάντηση η οποία δεν αναρτήθηκε. Απαντώ κυρίως στον χαρακτηρισμό “ριψάσπις¨γιατί τα υπόλοιπα που λέγονται και με άλλον τρόπο να λέγονταν δεν θα μου κινόύσαν το ενδιαφέρον, από τις αντιφάσεις που δεν συλλαμβάνονται με την πρώτη όψη στα κείμενα του κ. Μίχου που μου δημιουργεί την αίσθηση ότι συγχέει την ευχέρεια στην έκφραση με το να έχει κα΄τι ουσιώδες να προτείνει. Στο πρώτο του κείμενο υπαινίσσεται μια κατάχρηση της αυθεντίας της ποίησης σε μια εποχή που δεν υφίσταται καν αυτό το θέμα , αντιθέτως για να δημιουργούμε ένα τεχνητό ενδιαφέρον το βρήκαμε να καλούμε όποιον δεν έχουμε αποφασίσει πανω , κάτω από το τραπέζι να προστατεύσουμε , σε δημόσια απολογία ( το “αντίο” στην ποίηση κάποιοι το έχουν πει προ πολλού η “παλλακίδα” τους είναι που κάνει τον χωρισμό να διεκδικεί περισσότερα επεισόδια από την ένωση). Κατά τα άλλα εν πολλοίς κάποιες απόψεις του είναι ασορτί με ένα “ψυχοπονιάρικο” φυγόκεντρο ρεύμα της εποχής που υπεραμύνεται των “βουβών” αποδεκτών ( το ιδεολόγημα μπάζει από παντού) να ξεθυμαίνουν αδιακρίτως και να αυτοπροσδιορίζονται δια βοής – κάτι που ασφαλώς σαν δικαίωμα τους εξελίσσει και τους αναβαθμίζει !
Λοιπόν αγαπητοί για να το ξεκαθαρίσουμε εγώ θα θεωρούσα τον εαυτό μου ριψάσπι εάν υποχωρούσα στους τακτικισμούς σας. Αν δεν ήμουν ικανοποιημένος έστω σχετικά – τόσο είμαι πάντα με όλα όσα κάνω- με αυτά που έγραψα να είστε, εφόσον διεκδικείτε και την καλή προαίρεαση μαζί με το αλάθητο των απόψεών σας , δεν θα είχα προχωρήσει στην εκδοσή τους.
Κύριε Μουζάκη δεν μπορώ να σας απαντήσω που το παιχνίδι παίζεται καθαρότερα, είναι γνωστό σε όποιον τυχόν ενδιαφέρεται ότι δεν είμαι και δεν προσπάθησα ποτέ να είμαι μέλος μιας παρέας, και ότι έχει αναδειχθεί στην εργασία μου (στο στίχο κυρίως) δεν έχει αναδειχθεί χάρη στην προσωπική έυνοια ενός κυκλώματος. Ο κ. Αραβανής φαντάζομαι που ασχολείται και με αυτό τον χώρο επίσης παρά τις διαφωνίες μας σε άλλα μπορεί να το επιβεβαιώσει. Μπορώ όμως να σας διαβεβαιώσω ότι το δικαίωμα κάθε ανθρώπου που εκφράζεται να διεκδικεί την υποστασή του συνολικά το διεκδικώ εκτός των άλλων για το προχωρημένο του αιτήματος, τα ρίσκα που περιέχει και τις σχετικές βιωματικές επαληθεύσεις του. Με εμπνέει αν θέλετε.
Σε αρκετές άλλες νύξεις έχω προκαταβολικά απαντήσει στον στίχο μου “Ετσι δραπετεύω απ΄τις παρέες” κάτι που αφελώς ή μάλλον αμελώς πίστεψα ότι δεν θα ισχύσει εδώ.
Και πάλι κ. Μίχο διεκδικείτε μια διαφάνεια , με αδιαφανή εξεζητημένο λόγο. Ένα θέμα σας είναι η διαχείρηση της δημοσιότητας το δικό μου δεν είναι αυτό . Ο Ρίλκε σε σκυλάδικο επίσης είναι κάτι που μου κάνει από την μεταπολίτευση αναυθεντικό .
Δικαιωμά σας να βάζετε τις συλογές όπου θέλετε και δικαιωμά τους, όποιων, να παίζουν μονά , ζυγά.
θα θέλατε οπωσδήποτε να εστιάσω την προσοχή μου σε αυτά που έτσι κι αλλιώς είναι πλέον γνωστά σε όλους ; Γιατί;
Oi αποδείξεις μου χρειάζονται μόνο όταν θέλω να αποδείξω κάτι, και σαφώς δεν αντιλαμβάνομαι την έννοια της γρήγορης δικαιοσύνης όπου και να συμβαίνει είτε στα συνοπτικά λαϊκά ή κυβερνητικά δικαστήρια , είτε στο διαδύκτιο.
Τέλος την αντιφατική εξουσία της σκέψης σας την έχω διαπιστώσει στο σχολιαστικό σας κομμάτι. Μια και ομολογώ δεν έχω ασχοληθεί όσο, από ότι φαίνεται, θα έπρεπε με την ποίησή σας, Αλλά γιατί υποτιμάτε τους ποιητές που γίνονται γνωστοί μέσω διαδυκτίου και σε αυτή την περίπτωση δεν λειτουργεί η άμεση, γρήγορη και λαϊκή ετυμηγορία;
Ας πούμε λοιπόν οτι η αντιφατική εξουσία της σκέψης σας δεν μπορεί να εξουσιάσει και μένα , πιθανόν λόγω ανεπάρκειας. Δεν μας συμβαίνει κάτι αν δεν το αντιλαμβανόμαστε ότι μας συμβαίνει υποστηρίζει μια άλλη σχολή. θα μου επιτρέψετε όμως να το ψάχνψ με άλλες αφορμές.
O κ.Ισαάκ Σούσης ας μας πει τι προσδοκούσε όταν σκέφτηκε να αναρτήσει τα ποίηματά του στο ποιείν. Να πάθουμε όλοι την πλάκα μας? (Πολλοί διαβάζουν και δεν σχολιάζουν). Επίσης μου φάνηκε σχεδόν γελοίο που στεναχωρήθηκε και τα “έβγαλε” επειδή κάποιος Αλέξανδρος Πορφυρίού έγραψε ΕΝΑ αρνητικό σχόλιο.
Υ.Γ. Αν αυτά είναι ποίηση, είμαι και γω χαλβατζής. Από ποιά επαρχιώτικη παλιοφυλλάδα να τα ξεσήκωσε τέτοια μαργαριτάρια?
έτσι έγραφε ο Πέτρος Βλαστός στην κριτική του “Καβάφης ο στωικός” στο Περιοδικό “Ιδέα” το 1933. Ο Πέτρος ο Βλαστός.
Κύριε Παπαθανασίου , δεν προσδοκούσα τίποτα εκτός από μια συγκρότηση στα σχόλια είτε θετικά , είτε αρνητικά εάν φυσικά υπήρχαν . Κάποιες επιφυλάξεις τις είχα ήδη εκφράσει σε σχέση με αυτό που γίνεται στα σχόλια του “ποιείν” στην σύνταξη πριν την ανάρτηση. Πιστεύω λοιπόν και μετά από το αποψινό οτι τελικά ότι τα κείμενα είναι συχνά εδώ η ελάχιστη προυπόθεση για ένα “σόου” δίκην απόψεων. Και εφόσον εξαρχής ομολογώ οτι είχα τις επιφυλάξεις. είναι ξεκάθαρα σφάλμα μου που προχώρησα στη προδημοσίευση.
Δεν έχω βεβαια άλλον τρόπο να σας πείσω για την απάθειά μου τόσο σε κολακευτικά όσο και σε κακόβουλα σχόλια πέρα από την δηλωσή μου. Ειλικρινά δεν με ενόχλησαν τα σχόλια αλλά η έλλειψη αυτού που εγώ θεωρώ δέον, την εκ μέρους της σύνταξης επιλογή σχολίων που να τεκμηριώνουν κάτι. Το σχόλιο του Βλαστού για τον Καβάφη αναμφίβολα και σήμερα θα εξέφραζε κάποιους- όχι εμένα- αν είχαν την τόλμη ή την απερισκεψία να εκφραστούν “ασεβώς”.
Αυτή η ιστορία με τις απόψεις δεν είναι φυσικά καινούργια και ούτε και η τεκμηρίωση εξασφαλίζει του λόγου το αληθές, δίνει όμως ένα περιεχόμενο στην ανταλλαγή και αποβάλλει το trash στοιχείο που δεν νομίζω ότι χρειάζεται να ψάξει κανείς επίπονα να το βρεί στις μέρες μας που είναι πια κατεστημένο και με δυναμικές ολοκληρωτικής εκφρασης, παρά απωθημένο στο κοινωνικό περιθώριο. Οι εποχές αλλάζουν, τα διακυβεύματα επίσης, το νείκος και η φιλότητα παραμένουν αδιασειστη νομοτέλεια. Μου αρέσει να μοιράζομαι ουσία και να μαθαίνω ουσία , προφανώς δεν βρέθηκα στο κατάλληλο μέρος για αυτή μου την επιδίωξη.
Επειδή βεβαίως θα έχει απο τούδε και την δικιολογημένη υποψία ο καθείς με τον οποίον δεν γνωριζόμαστε , ότι και έτσι θορυβώ γύρω από τον εαυτό μου και την εργασία μου, θα παρακαλούσα θερμά τον κ. Παστάκα να αποσυρθούν και τα σχόλια . Τι παραπάνω να παραδεχώ από το ότι ήταν σφάλμα μου;
Κύριε Μίχο αρκετά συχνά συμφωνώ με όσα γράφετε σχολιαστικά, με το “έντεχνο” στο Μέγαρο θα μπορούσα να συνυπογράψω κείμενα μαζί σας π.χ. αλλοτε διαφωνώ. Δεν είστε ο μόνος καλοδιάθετος σε ένα κλίμα σχετικότητας αλλά στα μηνύματα προτιμώ να μας καταλαβαίνουν και άλλοι.
Κύριε Σούση, τα σχόλια 1-8 της παρούσας ανάρτησης δεν δικαιολογούν το 9ο σχόλιό σας:
“Κάποιος κάποια στιγμή μου πρότεινε να δω τα σχόλια του “ποιείν ” σαν παιχνίδι. Τα βλέπω σαν παιχνίδι καταφεσωμένων, που δεν αντέχουν να αποχωριστούν ούτε τα σημαδεμένα μούτρα των συμπαικτών, ούτε το τραπέζι.”
Κατά την άποψή μου, λοιπόν, είστε ο βασικός υπεύθυνος για την τροπή της ιστορίας και όχι η Σύνταξη με τη διαχείριση των σχολίων. (στη συγκεκριμένη περίπτωση).
Με άλλα λόγια ΠΡΩΤΟΣ (εδώ) δεν εφαρμόσατε αυτά που ζητάτε στο 26ο σχόλιό σας.
Τα σχόλια θα παραμείνουν ως έχουν και να βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του.
Και αν θέλετε μπορείτε να ξαναστείλετε “την απάντηση που δεν αναρτήθηκε” καθώς στο Ποιείν δεν έφθασε ποτέ.
Σας είπα, εδώ παίζουμε πάνω στο τραπέζι. Κι αναλαμβάνουμε τις ευθύνες των λεγομένων μας.
Κ. Αραβανή θέλετε να υπερθεματίσετε, μου κάνει εντύπωση! Τελικά σας μαγεύει να καιροφυλακτείτε για γλυστρήματα η και να προοικονομείτε και τις προυποθέσεις για να συμβούν; Εγώ πάλι θεωρώ εσάς συν- υπεύθυνο – μιας και σε σας αρχικά είχα εκφράσει επιφυλάξεις και αρκετά πριν την προδημοσίευση – για αυτή την τρόπή , που προτιμήσατε δίκην ενός πράγματος που εσείς το παρουσιάζετε ενδεδυμένο σαν αμεροληψία τηλεοπτικού ριάλιτι και σίγουρα όχι μόνο εγώ το θεωρώ τρικ αναζωπύρωσης ενός κακώς εννοούμενου ενδιαφέροντος να μην “θυσιάσετε ” δυό κακόβουλα, κακοεκφρασμένα και άνευ καμιάς πραγματικής ουσίας σχόλια προκειμένου να προστατεύσετε έναν άνθρωπο που μέχρι προχτές αποκαλούσατε φίλο αλλά και την ίδια την ποιότητα του εγχειρήματος σας.
Εντάξει κ. Αραβανή είστε αμερόληπτος μέχρις αηδίας, αφού προτιμάτε την αηδία από την τήρηση κάποιων προσχημάτων που ανέκαθεν προστατεύουνε το υπαρκτό ενδεχόμενο η αλήθεια να συνθλίβεται κάτω από το βάρος μιας άλλης σκοπιμότητας, όποτε σκιζόμαστε να την εξυπηρετήσουμε ζηλωτικά. Κάνετε ότι νομίζετε, εγώ παραδέχθηκα το σφάλμα μου και για την προδημοσίευση και στο ότι σας εμπιστεύθηκα. Εξάλλου η χαρά του παιχνιδιού ανεξαρτήτως όρων φαίνεται να σας ενθουσιάζει περισσότερο από κάθε άλλο διακύβευμα. Τι να πω; Σκόρδα;
“Φλυαρίες, εφηβικός ρομαντισμός, ανώριμος λόγος, δείγματα γραφομανίας και ναρκισσισμός.”
Μέχρι να με πεισει κάποιος οτι αυτές οι φράσεις αποτελούν:
“κακόβουλα, κακοεκφρασμένα και άνευ καμιάς πραγματικής ουσίας σχόλια”
και όχι εκτιμησεις ενός ανθρώπου που καταθέτει μια σύντομη άποψη (μπορεί να είναι και κρεοπώλης που απλά διαβάζει ποιηματα -έχει και αυτός δικαίωμα λόγου-έστω και χωρίς κριτικές δάφνες)
έχω καθαρή τη συνείδησή μου οτι υπηρετώ τις αρχές μου.
“και βάθος περιεχομένου… αμέτρητο”
“ξεχάσατε” αυτήν την κατάληξη του σχολίου, κύριε Αραβανή,που ξεφεύγει από την άσκηση κριτικής και φλερτάρει ξεκάθαρα με την ειρωνεία προς το στιχουργό.
Μες στις αρχές σας δε θέλω να πιστεύω πως είναι η ανοχή-ενθάρρυνση προκλητικών,ειρωνικών-σαρκαστικών σχολίων και η επιλεκτική προτίμηση αυτών έναντι της προφύλαξης της τιμής ενός δημιουργού που δεν προκάλεσε για ν’ αντιμετωπιστεί με χλεύη.
Κύριε Κυριαζή, δεν διακρίνω ΄καμία χλεύη, ο ορος είναι βαρύς.
Η φράση που αναφέρετε, το δέχομαι, έχει ειρωνεία όχι όμως σε τέτοιο βαθμό ώστε να υπάρξει η απάντηση -του απροφύλαχτου δημιουργού όπως λέτε-: “σαν παιχνίδι καταφεσωμένων, που δεν αντέχουν να αποχωριστούν ούτε τα σημαδεμένα μούτρα των συμπαικτών, ούτε το τραπέζι.”.
Συνεπώς δειτε την ολότητα του θέματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και μη κρίνετε με βάση το παρελθόν.
“Τώρα τι είναι αυτά;Ποίηση τα λες όχι οτι πρέπει να τα χαρακτηρίσεις και κάπως. Βάθος περιεχομένου αμέτρητο; ”
Έχετε αναρρωτηθεί κ. Αραβανή μήπως και χωρίς την αδειά σας έχουν και οι άλλοι μια δεοντολογία που πιθανόν να θίγετε. Κι αλήθεια πιστέυετε οτι τέτοια σχόλια μπορεί να ανήκουν σε χασάπη που διαβάζει ποίηση, εννοώ πραγματικό χασάπη; Επειδή γνωριζόμαστε και πράγματι γνωρίζω την προσπαθειά σας να διατηρήσετε ή να επαναφέρετε κάποιες ηθικές αρχές στο χώρο που λειτουργείτε, επιτρέψατέ μου να θεωρώ κάποια πράγματα
εκ παραδρομής τα θεωρείτε κάπως διαφορετικά απ΄ότι μπορεί να εκληφθούν από άλλους . Συμβαίνει κάποτε μέσα στην τύρβη. Θα μαρτυρούσα για σας και θα εξακολουθήσω να το κάνω ανεξάρτητα από αυτό το συμπτωματικό συμβάν αναμεσά μας που ωστόσο αναμοχλεύει κάποια πράγματα πέρα από εμάς.
Τώρα αν σε σας αρέσει να τιμωρείτε και να δοκιμάζετε φίλους σε δοκιμασίες που ο ίδιος δεν εκτίθεστε θα πρέπει νομίζω να το ξαναδείτε.
Αυτή είναι η διαφορά μας κύριε Αραβανή-πως εσείς δέχεστε την ειρωνεία στα σχόλια, όταν αυτή δε μετατρέπεται σε “χλεύη” κατά τα δικά σας ηθικά-αισθητικά μέτρα, ενώ θα έπρεπε να απορρίπτονται συλλήβδην ειρωνείες, χλευασμοί και άλλες ακραίες “εκφραστικές συνήθειες” κάποιων σχολιαστών, που δεν προσφέρουν τίποτε στο σχολιασμό των κειμένων και το μόνο που επιδιώκουν είναι να προκαλέσουν.
Κύριε Σούση, ας ξαναδιαβάσουμε ψύχραιμα το κείμενο των “Καλλιτεχνών ενάντια στο Μνημόνιο” που αναρτήσαμε εδώ στο Ποιείν:
http://www.poiein.gr/archives/12367/index.html
π.χ απόσπασμα εδώ:
“Σε μας επίσης δεν προξένησε καμιά εντύπωση τόσο η παρουσία του κ.Γεωργουσόπουλου ανάμεσα σε αυτούς που θα μας ανάλυαν εμβριθώς τις κενολογίες του υπουργού, δεν μας προξένησε επίσης ιδιαίτερη εντύπωση η παρουσία ανάμεσα στο κοινό της Ρέας Γαλανάκη, του Γιάννη Κοντού πρωταθλητή εξάλλου του “τίποτα ” παλαιόθεν”
και ας αναρωτηθούμε γιατί κάποιοι εχουν δικαίωμα να εκφράζονται έτσι και κάποιοι άλλοι όχι.
Σας παρακαλώ να μην εμπλέκετε τον όρο “φιλία” στη συζήτησή μας -δεν έχει θέση εδώ, είναι κάτι άλλο-.
Κύριε Κυριαζή, ξαναλέω μιλάμε για τη συγκεκριμένη περίπτωση όχι για το παρελθόν.
Οι ευθύνες μας για την τροπή των σχολίων πολλάκις σε περιπτώσεις άλλες είναι τεράστιες, το αποδέχομαι πλήρως.
Δε μιλώ για το παρελθόν κύριε Αραβανή…εσείς παραδεχτήκατε για το σχόλιο νουμ.2 αυτής της ανάρτησης: “Η φράση που αναφέρετε, το δέχομαι, έχει ειρωνεία”
Αναγνωρίσατε ειρωνεία που όμως αποδέχεστε.
Αυτό σχολίασα.
Να ‘στε καλά.
Θέλετε να πείτε κ.Αραβανή οτι με κατατάσσετε στο κατεστημένο που έχει όλους τους μηχανισμούς του συστήματος υποταγμένους στις σκοπιμότητές του;
Ti θέλετε να εκφράσετε; Γνωρίζετε και ο ίδιος;
Mε θεωρείτε διαπλεκόμενο της εξουσίας , όπως η επιστολή των “καλλιτεχνών” θεωρεί άλλους; Ti ;
Πόσο με στεναχωρεί που μέσα στο πλαίσιο του εφικτού υπερασπίστηκα με κόστος αρχές που εσεις τις διαφημίζετε για να μην μπορώ τώρα να σας προσφέρω το “λαυράκι”.
Και θα μου επιτρέψετε επι πλέον να διαφωνώ και στο ζήτημα διαχωρισμού της φιλίας μια και όσο και να το ψάξετε δεν θα το βρείτε να είμαστε φίλοι αλλού κι εδώ να μην είμαστε. Σας ζήτησα εξαρχής να υπάρχουν μόνο τεκμηριωμένα σχόλια , δεν σας ζήτησα να μην υπάρχουν αρνητικά , δεν σας ζήτησα να με χαιδέψετε και δεν το κάνατε.
Έχετε μια ευκολία λοιπόν να καθαρίζετε με την δικιά σας συνείδηση και να κατάφέρεστε εναντίον της συνείδησης των άλλων. Καθαρά δημοσιογραφικό.
Όσο για την προσπαθειά σας να αποσπάσετε το παρελθόν από τη συγκεκριμένη περίπτωση είναι χλωμή, είναι ακριβώς το παρελθόν (εφόσον υπάρχει) που προδιαθέτει τους άλλους και που δημιουργεί μια προυπόθεση εμπιστοσύνης ή δημιουργεί μια δικιολογημένη υποψία. Κι όπως γνωρίζετε έχω παρελθόν με μια ακόμα προδημοσίευση στο ποιείν , που οι αναγνώστες της συζητησής μας μπορούν να ανατρέξουν και διαβάζοντας τα σχόλια εκείνης της ανάρτησης να ερμηνεύσουν και την τωρινή μου στάση.
Για μένα λοιπόν ήταν το “δις εξαμαρτείν” δίκην φιλίας που δεν θέλετε εν τούτοις να την εμπλέκουμε εδώ , που είναι κάτι άλλο. Αλήθεια τι είναι;
Παρ΄όλα αυτά εύχομαι να επικρατήσει ο ποιητής μέσα σας σε σχέση με τον δημοσιογράφο και ο φίλος σε σχέση με τον αδέκαστο. Από τους δεύτερους έχουμε πλεόνασμα.
Μιλώ για το ύφος των λόγων και στις δυο περιπτώσεις, κύριε Σούση, και αντιλαμβάνεστε πολύ καλά τι εννοώ, μην προσπαθείτε να αποπροσανατολίσετε το σημείο που θίγω.
Και σε αρχαιοελληνική μορφή: (που είναι άλλωστε στη μόδα αφού τα χρησιμοποιούν και οι πολιτικοί μας)
Ἐν μὲν οὖν τῷ λοιπῷ βίω τὴν τοιαύτην ἐπιείκειαν ἴσως οὐκ ἂν τις ἐκβάλλοι∙ καὶ γὰρ φιλόφιλον εἶναι δεῖ τὸν ἀγαθὸν ἄνδρα καὶ φιλόπατριν καὶ συμμισεῖν τοῖς φίλοις τοὺς ἐχθροὺς καὶ συναγαπᾶν τοὺς φίλους· ὅταν δὲ τὸ τῆς ἱστορίας ἦθος ἀναλαμβάνῃ τις, ἐπιλαθέσθαι χρὴ πάντων τῶν τοιούτων καὶ πολλάκις μὲν εὐλογεῖν καὶ κοσμεῖν τοῖς μεγίστοις ἐπαίνοις τοὺς ἐχθρούς, ὅταν αἱ πράξεις ἀπαιτῶσι τοῦτο, πολλάκις δ’ ἐλέγχειν καὶ ψέγειν ἐπονειδίστως τοὺς ἀναγκαιοτάτους, ὅταν αἱ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἁμαρτίαι τοῦθ’ ὑποδεικνύωσιν. Ὥσπερ γὰρ ζώου τῶν ὄψεων ἀφαιρεθεισῶν ἀχρειοῦται τὸ ὅλον, οὕτως ἐξ ἱστορίας ἀναιρεθείσης τῆς ἀληθείας τὸ καταλειπόμενον αὐτῆς ἀνωφελὲς γίνεται διήγημα.
Πολύβιος, Ἱστορίαι, 1.14.4-7
Ποιός προσπαθεί να αποπροσανατολίσει ποιόν κ. Αραβανή;
Σας πείραξε το ύφος της επιστολής των “καλλιτεχνών ” που αναδημοσιεύσατε, ή το δικό μου στα σχόλια που αφορμήθηκε και από τό σχόλιο του κ. Πορφυρίου αλλά κυρίως από μια συνενόηση κυρίων που προσπεράσετε προκειμένου να δοκιμάσετε τις αντοχές μου. Είναι διαφορετικά κείμενα, με διαφορετική αφορμή . Ωστόσο υπάρχει ένα κοινό που το συνειδητοποιώ τώρα μια και τα δυο έχουν ένα ανιεξουσιαστικό πνέυμα . Το ένα καταφέρεται εναντίον μιας εξουσίας παγειωμένης, το άλλο θίγει τις μεθοδεύσεις μιας μη εκλεγμένης αλλά επιδραστικής εξουσίας που επιχειρείτε να ασκήσετε. Ας πούμε λοιπόν ότι δεν σας ψηφίζω τελικά, θα είναι πιο κοντά στην αλήθεια απ΄οτιδήποτε άλλο.
Το κείμενο του Πολύβιου ωραιότατο σαν ύφος , δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες και τις συνιστώσες της αλήθειας, ούτε τότε, ούτε τώρα. Μην το χρησιμοποιείτε λοιπόν και αυτό σαν πολιτικός. Με δικά σας λόγια, ότι θέλετε.
Όποιος γράφει και αναλαμβάνει το ρίσκο να δημοσιεύσει, εκθέτει ανεπανόρθωτα την ψυχή του στο καλό και στο κακό.
Ας μείνει ταπεινός κι ας υπομείνει σιωπηλά.
Όπως νομίζετε. Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο.
Καλοτάξιδο το νέο σας βιβλίο, με αναγνώστες όπως τους επιθυμείτε. (δεν το γράφω ειρωνικά)
Ζητώ συγνώμη αν πυροδότησα με ένα σχόλιό μου, όλη αυτή την αντιπαράθεση, δεν ήταν ο στόχος μου αυτός, ούτε δέχομαι ότι ήταν κακόβουλο σχόλιο.
Ήταν ένα γρήγορο αυθόρμητο και να παραδεχθώ, ίσως απρόσεχτο και βιαστικό σχόλιο, ως προς τη διατύπωσή του και όχι ως προς την ουσία του.
Πάνω απ΄όλα δεν θα ήθελα με τίποτα να θέσω σε δοκιμασία τη φιλία κανενός, γιατί τη θεωρώ πιο ιερή και από την ποίηση.
Αγνοήστε ότι έγραψα, παρακαλώ προχωρήστε πιο κάτω και πιείτε κι ένα ούζο και για μένα σαν φίλοι
κ. Σούση, δεν σας γνωρίζω και έτσι δεν έχω τίποτα να σας προσάψω, προς θεού μπορεί να μου ήσασταν και πολύ συμπαθής αν σας γνώριζα, αλλά μη χάνετε το χιούμορ σας για να μη χάνετε και το δίκιο σας.
Ειλικρινά και πάλι συγνώμη για την αναστάτωση
Κάτι τελευταίο , δεν μας χρεώνω προσωπικα κι αν χρεώνω κάποιον κ. Αραβανή να έχετε την υποψία ότι είμαι εγώ. Είστε νέος , με ικανότητες και ποιότητα , με οξυδέρκεια , φαντασία και πάθος ( δηλαδή μια χαρά). Είμαι σίγουρος ότι δεν σας είναι άχρηστη η αντιπαραθεσή μας. Ούτε και μενα.
Ομολογώ οτι δεν ήμουν ποτέ απόλυτα εξοικοιωμένος με τον “ελληνικό” τροπο. Μαθαίνω όμως και είναι ωραίο να μαθαίνεις με τους κατάλληλους,
Η εποχή όμως πιστέυω δεν είναι για τυμπανοκρουσίες πολέμου ή γιορτής. Κάπου στο βάθος και πέρα από τις άμυνες του καθενός νομίζω όλοι έχουμε την αίσθηση οτι ζούμε ένα δράμα ψυχοστασίας με αρχέγονες διαστάσεις. Ενδέχεται το κέρδος μας να είναι ο αντίπαλος, όχι η κατατρόπωση αλλά η ενσωματωσή του. Φυσικά ο πόλεμος δεν τελειώνει.
Κύριε Πορφυρίου υπηρξατε καταλύτης σε μια διαφωνία που σωβούσε. Κατά τα άλλα τουλάχιστον τη στιγμή που μιλάμε είμαι πολύ κοντά στο πνεύμα της επιστολής σας, μακλαρι να γίνει όπως το εύχεστε.
“Πάνω απ΄όλα δεν θα ήθελα με τίποτα να θέσω σε δοκιμασία τη φιλία κανενός, γιατί τη θεωρώ πιο ιερή και από την ποίηση.”
Πάλι με ξένα λόγια θα “μιλήσω”, κύριε Σούση, ας με συγχωρήσετε, αλλά με εκφράζουν. Εκφράζουν αυτό ακριβώς που είπα περί ανάμειξςη της φιλίας…Οτι δεν θελω, δηλαδή, να κηλιδώνω φιλίες εξαιτίας λογοτεχνικών ζητήματων…Ή να “φιμώνομαι” ελέω φιλίας σε λογοτεχνικά ζητήματα…
Τι λέτε, να καλέσουμε και τον κύριο Πορφυρίου στο ουζάκι μας;
Το σχόλιο του κ. Πορφυρίου θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή προς έναρξη διαλόγου για το τί ξεχωρίζει ένα λογοτεχνικό έργο από ένα οποιοδήποτε άλλο έργο λόγου (ας πούμε, επιστημονικά, ”λογοτεχνικότητα”) και ποιά είναι τα κριτήρια που αποδεικνύουν πως ένα έργο, το οποίο επί χάρτου παίρνει τη μορφή ποιήματος, είναι τελικά έργο που πρέπει να κατατάσσεται στη λογοτεχνία ή όχι.
Και ίσως η κακεντρέχεια του αναγνώστη εκκινά ακριβώς από το σημείο της άγνοιας και μιας μεγάλης απροθυμίας ή αμηχανίας να επαναπροσδιορίσουμε την έννοια της λογοτεχνικότητας που πρέπει κάποτε κι εδώ να συγχρονιστεί με την εποχή της. Κατ’ εμέ η απροθυμία ή η αμηχανία αυτή προκαλείται από το γεγονός πως δεν υπάρχει μια ομοιογένεια και μια συνέπεια στις τελευταίες γενιές της ελληνικής ποίησης και δεν μπορεί να γίνει μια αντίστοιχη δουλειά. Ή αν προτιμάτε μια καταλυτική φωνή κοινής αποδοχής. Και αφού οι ποιητές δεν μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο προς τον κανόνα, στην καλύτερη περίπτωση να τον επιβάλλουν, ο αναγνώστης δοκιμάζει τις αντοχές του και κυρίως την ύπαρξη ή απουσία από μεριάς του αναγνωστικών προκαταλήψεων. Το γούστο είναι κάτι ξέχωρο.
Το ζήτημα, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, δεν είναι θεωρητικό ή φιλολογικό αλλά εντελώς πρακτικό και ανοίγει μια ιστορική προοπτική για τη γραφή και την κριτική της στην Ελλάδα. Επειδή οι παραπομπές και η τεχνική γλώσσα δεν θα βοηθήσουν σε τίποτα, θα προσπαθήσω να θέσω τα πλαίσια ενός επαναπροσδιορισμού της λογοτεχνικότητας και των ευεργετικών συνεπειών του.
Ξεκινώντας, δεν υπάρχει περίπτωση ένας ανυποψίαστος νέος που ξεκινά να γράψει ποίηση να μην επιθυμεί το έργο του να εναγκαλιστεί από την αντίληψη των αναγνωστών περί λογοτεχνίας και να ενταχθεί σ’ αυτήν. Επειδή ακριβώς ο κανόνας απηχεί αρκετά παλαιότερα έργα, που όντως ορισμένα από αυτά στάθηκαν καταλύτες για τη γλώσσα της ποίησης στην Ελλάδα, και ως εκ τούτου πετάει έξω ως ελάσσονες φωνές που ίσως δεν είχαν τη γλωσσοπλαστική ικανότητα όσων προσδιόρισαν τον κανόνα ωστόσο το έργο τους είναι εντυπωσιακά πιο επίκαιρο(βλ. πετρόπουλος, γκόρπας, κατσαρός) , οι αναγνώστες και πολλές φορές οι κριτικοί κρίνουν βάσει αυτού. Έτσι πολλοί νέοι ωθούνται στο να αντιγράφουν ή στην καλύτερη περίπτωση να μεταπλάθουν μια γλώσσα και έναν ποιητικό κόσμο δοσμένο και ξαναδοσμένο. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι μεταχειρίζονται εικόνες και την πλαισίωση τους που βρίσκονται εντελώς έξω από την επικράτεια των παραστάσεων τους.
Και ο παραδοσιακός στίχος έχει ωφέλη απ’ αυτό μιας και τον πλευρίζουν όλο και περισσότεροι. Ίσως και από μια ανάγκη για περισσότερο λαική-τραγουδιστή, που να μην εκβάλλει στο χώρο του ευτελούς, λογοτεχνία.
Για να μην πολυλογώ, ο νέος ήδη από την αρχή αρνείται την πραγματικότητα και τον ίδιο μέσα σ’ αυτήν για να μπορέσει να μπει στον κανόνα ή τέλος πάντων προσαρμόζει την ιδιοφωνία του σ’ αυτόν.
Η κριτική ακολουθεί. Το συντριπτικό ποσοστό θεωρεί μια κριτική ολοκληρωμένη όταν απαριθμεί τους προγόνους και τις επιρροές του ποιητή. Και αυτό γίνεται σχεδόν πάντοτε. Δικαιολογημένα, πριν διαβάσεις το ποίημα ενός και διαβάζοντας πως επηρεάζεται από τον τάδε ή τον δείνα σχηματίζεις μια εικόνα για το έργο. Και στην κυρίως ανάγνωση έχεις να αντιμετωπίσεις την καινούρια φωνή και την γνωστή ποιητική μορφή-επιρροή, που ως γνωστότερη και συνάμα ενδεδειγμένη επικρατεί του ποιήματος.
Ωστόσο, ο πρόγονος δεν είναι ένα εργό αλλά μια εφαρμογή του κοινού τόπου πάνω στο έργο. Και μπερδεύοντας τα δυο αυτά, προχωρούμε σε μια άνευ όρων αντιγραφή, όχι όπως την έδωσε ο Μίλος ή ο Γέιτς, αλλά ξεπατίκωση ύφους. Στιλιζαρίσματος.
Χρησιμοποίησα και την έννοια κανόνας, μιας και ίσως η ”λογοτεχνικότητα” παραπέμπει σε σχολές που σε καμία περίπτωση δεν θέλω να εμπλέξω στο σχόλιο, μιας και θα αρχίσει μια θεωρητική συζήτηση αποκατάστασης. Το ερώτημα μου είναι τί μπορούμε εμείς να πάρουμε και τί χρησιμεύει να πάρουμε από όσα έχουν ήδη εφαρμοστεί και τί να προσθέσουμε για να αναπτύξουμε έναν ποιητικό και κριτικό λόγο περισσότερο επίκαιρο και έντιμο.
Ας πούμε πως αρχικά το ζήτημα είναι η απαγκίλωση από την έμμονη αναζήτηση προγονικού υλικού, η απενοχοποίηση του κοινού τόπου και η αντίθεση του από την κοινοτοπία με την έννοια του παρωχημένου, και επιτέλους μια πιο συγχρονική κριτική και συνάμα πιο έντιμη απέναντι στο έργο.
Και η αναγκαιότητα είναι εμφανής, όπως απέδειξε το σχόλιο του κ. Πορφυρίου και συχνότατα παρόμοια σχόλια που θέτουν ως αυτονόητη τη ύπαρξη αρχών που απορρίπτουν τα ποιήματα του κυρίου Σούση στην συγκεκριμένη περίπτωση ενώ για πολλούς άλλους, βάζω και τον εαυτό μου μέσα, θεωρούνται ποιήματα δίχως την παραμικρή αμφιβολία.
Αγαπητή Λαμπραιώ
Ενδιαφέρουσα η πρότασή σου
όμως θα περίμενα από μέρους σου
και τους πρώτους καταλυτικούς κανόνες
αυτής της κάποιας “λογοτεχνικότητας”
ούτως ώστε , να ενθαρρυνθούν και άλλοι
να δημιουργήσουν το πλαίσιο της
αποδεκτής λογοτεχνικά ποίησης
που δεν εισέρχεται στο χώρο
του ευτελούς .
Αγαπητέ Τυρταίε
Η λαική λογοτεχνία σήμερα συναποτελείται από το κακό μυθιστόρημα και το άρλεκιν, ό, τι εντελώς σχηματικά ονόμασα λαική λογοτεχνία. Αν δεν σου αρέσει ο όρος λαικός, ή αν τον βρίσκεις αδόκιμο για το συγκεκριμένο πλαίσιο λόγου, αντιπρότεινε. Δεν ονοματοθετώ. Εκφράζω σκέψεις.
Το έμμετρο ποιητικό τραγούδι ηχεί καλύτερα στο αυτί κάποιου που δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τη λογοτεχνία. Και μπορεί να το τραγουδήσει. Μπορεί να γίνει μέρος της ζωής μιας κοινότητας. Της συλλογικότητας. Όπως γινόταν με τον Ερωτόκριτο και τα παρόμοια στιχουργήματα και με τα δημοτικά μας τραγούδια. Η επισήμανση μου, εν είδει υποθέσεως, ήταν πως μας λείπει η συλλογική έκφραση μέσα από το ποιητικό τραγούδι και ίσως γι’ αυτό ωθούνται οι νέοι στο να γράφουν σε έμμετρο λόγο. Φυσικά, το δημοτικό τραγούδι και τα συναφή, όχι μόνο δεν είναι ευτελή αλλά καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη λογοτεχνία μας. Σε αντίθεση με το κακό μυθιστόρημα και το άρλεκιν, που είναι.
Επιπλέον, το σχόλιο μου αναφέρεται στο άνοιγμα της λογοτεχνικότητας. Και στον επαναπροσδιορισμό της.
Το ερώτημα μου παραμένει καίριο. Παρ’ ότι, με βεβαιότητα, παρόμοια άσχετα σχόλια θα το κατατροπώσουν.
Κατ’ εμέ λόγος και τέχνη είναι στενά συνδεδεμένα. Ο λόγος ωθεί προς την τέχνη του, και λόγος χωρίς τέχνη είναι αστυνομική αναφορά ή οδηγίες χρήσης καφετιέρας.
Δηλαδή ο λόγος απογυμνώνεται απο την τέχνη του, όταν και όσο θέλει να είναι πρακτικά χρήσιμος και μονοσήμαντος.
Άλλωστε, μετα τον Freud, τον Lacan και γενικά τον λόγο της υποψίας (δηλαδή +Marx, +Nietzsche), ακόμα και ο τόνος μιας καλημέρας μπορεί να κρύβει λογοτεχνικό ύφος και να οδηγεί σε απορίες.
Πιστεύω, εν ολίγοις, πως λογοτεχνικότητα υπάρχει εκεί που υπάρχει περιέργεια, όρεξη και δυσπιστία απο την πλευρά του αναγνώστη. Η γοητεία της ανακάλυψης μπορεί να κάνει οποιοδήποτε κείμενο να “λογοτεχνίζει”. Ο Κανόνας δημιουργείται μόνο μέσα απο τα εναύσματα του συγγραφέα και τις ερμηνευτικές υποψίες του αναγνώστη.
Ωραίο έναυσμα προβληματισμού έδωσες πάντως, Λαμπρινή Α.
Υ. Γ. 1: Εγώ πάντως θεωρώ π. χ. τον Καβάφη, τον Παπαδιαμάντη, τον Σολωμό και τον Όμηρο, πάντα επίκαιρους…
Υ. Γ. 2: Σκοπός και λειτουργία του ποιητή δεν είναι να συγχρονιστεί με την “πραγματικότητα”, αλλά να την “αλλάξει”…
To δημοτικό τραγούδι είναι η επόμενη -αν και προγενέστερη χρονικά -σταθερή γωνία του κάθε ανθρώπου που επιζητεί το νόημα της δοκιμασμένης από την πάροδο των ανθρώπων σημασίας στα λόγια που τολμάει να αρθρώσει μέσα από την “κατεβασιά” ενός ποιήματος..ανά πάσα στιγμή θα το δει πονηρά να του κλείνει το μάτι κάθε που πάει να εγκλωβιστεί μες στην συχνή αδολεσχία ενός επισυναπτούμενου λόγου αργού τελούντος υπό την ύφεση δεδομένων μεταμοντερνίστικης νοηματικής και εφεύρεσης..
Το δημοτικό τραγούδι είναι η εξέδρα και η κορωνίδα όπου συμπυκνώνεται κάθε φορά ο συνεχής και ενιαίος άνθρωπος που ζει για πάντα και μαθαίνει συνεχώς όπως το έλεγε και ο Πασκάλ..
Η διένεξη και η υπεραναπληρωματική τεκμηρίωση σχολίων από “θιγμένες” προσωπικές φιλίες και προδημοσιεύσεις που έτυχαν αλλιώτικης μεταχείρισης από αυτήν που ο δημιουργός της επιθυμούσε ,φέρουν την εντύπωση μιας κάποιας λαικής γειτονιάς συναφούς υπό την εύνοια της ρούγας..
Κύριε Σούση..ξαναδέστε την χλωριομένη πισίνα των στίχων σας που θα ασπρίσει τον τωρινό σας θυμό και αποτραβηχτείτε από την φάση των κρατούντων τα ” μελιντζανιά να μην τα βάλεις πιά”
Ανα πάσα στιγμή άλλωστε οι ανθρώποι πίσω από τα πληκτρολόγια της εξουσίας τους μπορούνε να μοιάζουν κι αλλιώς..
Κύριε Βαρελλά, δεν νομίζω οτι χρειαζόμασταν την -άστοχη έτσι κι αλλιώς- ανακεφαλαίωσή σας στο τέλος του σχολίου σας. Ας προχωρήσουμε, παρακαλώ, στα άλλα θέματα που τέθηκαν και που συμμετείχατε.
Ευχαριστώ.
κύριε Ράπτη, την ξέρετε την άποψη του Heidegger για τη γνωστή ρήση του Μαρξ;
Το να συζητάμε τι είναι ποίηση είναι ηλίθιο.
Είναι άσχετο με την ποίηση.
Είναι σα να γαμάς και να αναρωτιέσαι για τις ανατομικές και φυσιολογικές δομές του σώματος.
Να γαμάς και να σκέφτεσαι την εκσπερμάτιση απ’ το βιβλίο. Να φαντάζεσαι εικονογραφημένους κόλπους σε εγκυκλοπαίδειες.
Να σε ερωτεύονται και να μιλάς για χημεία και νευρώνες.
Η ποίηση είναι, τόσο απλά.
Κριτήρια δεν υπάρχουν.
Υπάρχει πάντοτε ένας ΡΥΣΜΟΣ, κάπως απριορικά.
Λαμπρινή, στη λαϊκή λογοτεχνία συγκαταλέγεται η ποίηση των ημερών.
Η “υπαρξιακή” γύμνια, το άδειο ψυγείο, η εμμηνόπαυση και τα λοιπά κοινότοπα και ξεπερασμένα..
Η κατάθλιψη ως ποιητική αξία.
Η ιδεοληψία της Κατεξοχήν Ποίησης.
“Ο καθημερινός φασισμός”.
Κύριε Ράπτη σας ευχαριστώ για την πάσα, να διευκρινήσω τί εννοώ λέγοντας επίκαιρη ποίηση. Φυσικά, δεν εννοώ εκείνη την ποίηση που ”μιμείται τη φύση”, ούτε εκείνη που αναπαριστά την καθημερινότητα φωτογραφικά. Ούτε εκείνη που πάντα ανατρέπει. Ας πούμε πως η ποίηση έχει ένα ευρύ φάσμα λειτουργιών, διαφορετικό ανά τις εποχές αλλά πεπερασμένο, στις οποίες συγκαταλέγεται και η περιγραφή της πραγματικότητας και η ανατροπή της και η απώθηση της πολλές φορές (βλ. π.χ dada), ακόμη και η εξύμνηση της. Δεν θέλω να εγκλωβίσω την λειτουργική αξία της ποίησης σε δυο γραμμές. Δεν γίνεται και δεν μπορώ.
Θανάση,
Συμφωνώ απόλυτα με το δεύτερο μέρος του σχολίου σου. Όσον αφορά στο πρώτο και ειδικά το η ποίηση είναι με παραπέμπει στο ”A poem should not mean but be” του Mac Leish, όπως διατυπώθηκε στα πλαίσια της ομάδας ”New Criticism”. Τί συμβαίνει όμως τώρα; Για να μπορέσουν να φτάσουν σ’ ένα τέτοιο επίτευγμα σκέψης σύμφωνα με τις τότε κρατούσες συνθήκες, προσδιόρισαν πρώτα τί είναι ποίηση ή αν θέλεις τί δεν είναι ποίηση αρνητικά.
Το πρόβλημα με αυτούς τους αφορισμούς είναι πως καταλήγουν σε μονιστικές εφαρμογές της κριτικής πάνω στο ποίημα και εν τέλει της ίδιας της ποιητικής διαδικασίας. Οπότε πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν μας και το γιατί είναι έτσι η ποίηση ή αλλιώς. Τί εμπλέκεται στον ορισμό της πέρα από την ίδια, τί την χαρακτηρίζει και γιατί μια συγκεκριμένη εποχή. Κι έπειτα μια ερώτηση όπως τί είναι ποίηση αλλάζει από καιρό σε καιρό και είναι απαραίτητο να επαναπροσδιορίζεται. Όσον αφορά στο ρυσμό τώρα, η διατύπωση προκύπτει αναγκαστικά απλουστευτική, αφού δεν μπορείς να την τεκμηριώσεις συστηματικά. Σίγουρα όλα τα ποιήματα έχουν κάποιον εσωτερικό ρυθμό. Εσωτερικό ρυθμό όμως έχει και ένα επιστημονικό άρθρο. Που σίγουρα δεν είναι ποίηση. Συνοψίζοντας, ”ο ένας κάποιος ρυσμός” εμένα δεν με καλύπτει σχετικά με τέτοιες αναζητήσεις.
Επιπλέον νομίζω πως η πολεμική του Heidegger στον Μαρξ απευθύνεται στην απαίτηση του τελευταίου, σύμφωνα με το όλο πνεύμα της φιλοσοφίας του, το λογοτεχνικό έργο να εξετάζεται βάσει του κοινωνικοπολιτικού συγκειμένου που το πλαισιώνει και όχι στη διερώτηση τί είναι ποίηση γενικά, που και χρήσιμη είναι και επαναλαμβάνω, και θα επαναλαμβάνω, όχι μόνο φιλολογική.
Ίσως το αίτημα φαντάζει υπερβολικά θεωρητικό, του γραφείου αλλά δεν είναι. Πέρα από την κακή ποίηση που γράφεται και την οποία απέδωσα στην αμηχανία προσδιορισμού μιας σύγχρονης λογοτεχνικότητας, αν θέλετε ελληνικής σύγχρονης λογοτεχνικότητας με τις ιστορικές ιδιομορφίες της διαμόρφωσης της νεοελληνικής λογοτεχνίας, έπειτα νομίζω πως σαν ποιητές ή αναγνώστες χάνουμε πολλά.
Γι’ αυτό διαχωρίζεται η λογοτεχνία γραφείου στην Ελλάδα από τη λογοτεχνία του δρόμου, παρ’ ότι συστηματικά αλληλοεπηρεάζονται και αλληλεπιδρούν. Και έχουμε τελικά μια ανόμοια και κακή ποίηση.
Το καρφί της υποθέσεως είναι όλα αυτά που χάνουμε κι εκείνα που καταπίνει ο χρόνος. Εντελώς παροντικό. Του τώρα. Όχι φιλολογικό ούτε της αριθμημένης σελίδας.
Η ποίηση αλλάζει παράλληλα με την αποδοχή της σχετικότητας της και μιας διάθεσης επαναπροσδιορισμού. Δεν μπορεί στα περιοδικά κλπ να βλέπεις κακή ποίηση και κακή κριτική και να αναρωτιέσαι έπειτα μόνος ή μετά φωνών γιατί η ελληνική ποίηση έχει να δώσει καλό δείγμα γραφής κοντά 40 χρόνια και μόνιμα επαναλαμβάνεται.
Αφήστε που υποχρεωθήκαμε να δανειστούμε ως και τον κανόνα… Ποιός σήμερα αποδέχεται μια ποίηση του δρόμου (ή τέλος πάντων όχι του γραφείου), αν δεν φέρει πάνω της το όνομα ενός μπητ ή ενός ενδεδειγμένου και πολυφαγωμένου ”επαναστατικού”;
Γιατί το σημερινό έργο νομιμοποιείται σ’ ένα παρελθοντικό πλαίσιο;
Γιατί γράφουμε και (μας αρέσει να) διαβάζουμε ποίηση παλιώμενη;
Γιατί τελικά γράφουμε κακή ποίηση; (Αυτό ίσως να πηγαίνει συμπληρωματικά με το παραπάνω ερώτημα. Ίσως είναι και η συνέπειά του)
Συγνώμη, αλλά η λογοτεχνικότητα από που προέκυψε ως όρος; Εννοείτε μήπως τη λογοτεχνίζουσα γραφή που δεν καταφέρνει να καταξιωθεί ως λογοτεχνία; Δηλαδή σε λίγο θα μιλάμε και για ποιητικότητα; Όταν μίλησα αρχικά για αρχές, εννοούσα αυτά που έχουμε σιωπηρά και όχι επιστημονικά συμφωνήσει οι αναγνώστες στο σύνολό μας, δυο τρία πράγματα δηλαδή, που βοηθούν ένα κείμενο να αρθεί σε ένα κοινά αποδεκτό ύψος από πλευράς αισθητικής και περιεχομένου και να μην εναπόκειται η αξία του μόνο στον υποκειμενισμό και το γούστο του καθενός που έτσι κι αλλιώς, και ευτυχώς διαφέρουν
Από κει και πέρα, συμφωνώ με την άποψη το να συζητάμε τι είναι ποίηση, είναι ηλίθιο και αισθάνομαι άβολα που χτυπήθηκαν τόσα πλήκτρα γι αυτό.
Το να κατανοούμε τι είναι ποίηση, αρκεί…
Αγαπητέ κύριε Πορφυρίου, επανέρχεστε ύστερα από 50 τόσα σχόλια για να μας πείτε ότι πριν από 50 τόσα σχόλια μιλούσατε για αρχές.
Τις αρχές όμως δεν μας τις λέτε. Γιατί;
Κύριε Πορφυρίου
ο όρος λογοτεχνικότητα είναι ένας όρος τεχνικός που αποβλέπει στην εξέταση της ιδιαιτερότητας ενός κειμένου που το κάνει λογοτεχνικό, γι’ αυτό και τον χρησιμοποίησα με επιφυλάξεις
Και η ποιητικότητα πάλι υπάρχει!
Πετύχατε διάνα!
Επιπλέον, δεν προτείνω να ορίσουμε τί είναι ποίηση, πράγμα που δεν γίνεται γιατί όπως λέει και ο Θανάσης δεν υπάρχει κατ΄εξοχήν ποίηση. Προτείνω να ανοίξουμε την κλειστή μας οπτική περί του τί συναποτελεί την ποίηση (τί είναι δηλ. ποίηση σήμερα), ώστε να μπορέσουμε να γράψουμε καλή ποίηση και καλή κριτική. Αυτό αύριο θα αλλάξει, πράγμα που επανέλαβα σε όλα τα σχόλια μου.
Δεν χρειάζεται η διάθεση μας να είναι απαραίτητα ή μονάχα κανονιστική. Να πετάξουμε έξω το παλιό λέω! Και να δώσουμε χώρο σε άλλα έργα που ίσως τώρα θεωρούνται παραλογοτεχνία ή δεν έχει προσπαθήσει κανείς να τα διαβάσει. Ή ακόμη τα θεωρεί κακόγουστα ή μη ποιήματα, όπως εσείς τα ποιήματα του κυρίου Σούση.
Πρότεινα τρόπους. Και όσοι σχολίασαν είπανε μια ιδέα.
Εσείς γιατί είστε τόσο επιθετικός; Ξέρετε την αλήθεια και μας την κρύβετε;
Που είδατε να είμαι επιθετικός; Αντίθετα αμήχανος είμαι ακριβώς γιατί δεν ξέρω και δεν κρύβω καμμία αλήθεια, όπως και αμήχανος μπροστά στην τόσο μεγάλη συζήτηση που γίνεται.
Αγαπητέ Γ.Ν. οι αρχές που αναφέρεστε είναι αυτές που βάζει ο καθένας με βάση την εμπειρία του, τις αναφορές του και την επάρκειά του ως προς τον τρόπο που προσεγγίζει ένα κείμενο. Πολλών συμπίπτουν, πολλών όχι, αλλά αν ανοίγαμε τέτοιο κύκλο συζητήσεων θα ήταν άσκοπος και ατέρμων
Και προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν θεώρησα κακόγουστα τα ποιήματα του κ. Σούση, απλά, τα είδα περισσότερο ως κείμενα που δεν στερούνται ενδιαφέροντος, αλλά που δεν μου προξένησαν τη συγκίνηση που μου προξενεί η ποίηση γενικότερα και βέβαια δε θεωρώ τον εαυτό μου αυθεντία και δεν αποκλείω το να κάνω λάθος και το εύχομαι μάλιστα μετά από όσα γράφτηκαν.
Δυστυχώς αποσύρθηκαν και δεν έχω την ευκαιρία ούτε να υποστηρίξω την άποψή μου, ούτε ενδεχόμενα και να την αναθεωρήσω.
Κύριε Πορφυρίου, εσείς αναφερθήκατε σε αρχές, όχι εγώ. Μας λέτε λοιπόν ότι οι αρχές είναι αυτές “που έχουμε σιωπηρά και όχι επιστημονικά συμφωνήσει οι αναγνώστες στο σύνολό μας, δυο τρία πράγματα δηλαδή, που βοηθούν ένα κείμενο να αρθεί σε ένα κοινά αποδεκτό ύψος από πλευράς αισθητικής και περιεχομένου και να μην εναπόκειται η αξία του μόνο στον υποκειμενισμό και το γούστο του καθενός.” Αυτό όμως έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το παρακάτω:
αρχές είναι “αυτές που βάζει ο καθένας με βάση την εμπειρία του, τις αναφορές του και την επάρκειά του ως προς τον τρόπο που προσεγγίζει ένα κείμενο”.
Από τις σιωπηρές συνεννοήσεις, περάσατε στο προσωπικό και υποκειμενικό: αλλά εξακολουθείτε να μη μας λέτε σε τι συνίστανται οι αρχές αυτές, και με ποιους αναγνώστες τις συμφωνήσατε.
Σας βάζω δύσκολα και ίσως σκεφτείτε ότι προσπαθώ να σας μπερδέψω. Αλλά δεν είναι έτσι, πιστέψτε με. Και η απουσία των κειμένων της ανάρτησης καθόλου δεν εμποδίζει να συνεχίσουμε τη συζήτηση.
Λαμπρινή, ένα άρθρο έχει ρυθμό συμπτωματικά,
Όχι από πρόθεση.
Στην ποίηση είναι διαφορετικά τα πράγματα.
Ρυσμός, δηλ συνειδητό ενδιαφέρον για την ίδια τη λέξη. Η λέξη έχει ρυθμό, που δεν αφορά το μέτρο.
Αν οι λέξεις στην εφημερίδα θέλουν να ενημερώσουν, οι λέξεις στο ποίημα επιδιώκουν κάτι άλλο. Όπως το πε ο Μαλλαρμέ: τις ίδιες λέξεις χρησιμοποιούν κάθε μέρα στις εφημερίδες και τις φυλλάδες, όταν τις χρησιμοποιώ εγώ δεν τις καταλαβαίνουν,έχουν άλλο νόημα.
Για την κατάσταση φταίνε οι, ας πούμε, tastemakers, που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη: δημοσιογραφίσκοι, επιμελητές, εκδότες, κλίκες, αρχίδια καλαβρέζικα.. Οι “Άλλοι”..
Θανάση με βάζεις στη δύσκολη θέση να μιλήσω με παραπομπές, πράγμα που δεν θέλω. Όλα αυτά που λες είναι συνοψισμένα και επεξεργασμένα μέσα στις θεωρίες της λογοτεχνίας. Που δεν ξέρω αν τελικά μπορούν να βοηθήσουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, εάν και είναι κάπως ανέντιμο να μιλάς για το εμπόρευμα και να μη μιλάς για τον πωλητή του.
Η εμπρόθετη γραφή είναι λίγο πολύ μια σχετικότητα. Ήδη οι σουρρεαλιστές την κατήργησαν και ήδη οι κριτικοί την ακύρωσαν.
Η εμπρόθετη γραφή με την ”ανοικείωση”, στην οποία παραπέμπουν τα λεγόμενα του Μαλαρμέ που μας κατέθεσες, δεν έχουν και τόση σχέση.
Η ανοικείωση προκύπτει από το παράδοξο. Η πρόθεση δεν εξηγεί ό, τι εκ τύχης, συνειρμού ή δυνητικά μπορεί να χτίσει ένα κείμενο. Δεν είναι όμως και ξένο σώμα.
Ήρθες στα λόγια μου, δίνοντας συνειδητά ή ασυνείδητα ένα κριτήριο λογοτεχνικότητας. Άρα η ποίηση έχει κάποια κριτήρια ορισμού. Και μάλιστα θετικά.
Ακόμη, ένα επιστημονικό έργο δεν έχει καθόλου συμπτωματικά εσωτερικό ρυθμό. Κι αυτό διαχωρίζει ένα που διαβάζεται ευχάριστα κι ένα που σε κάνει να βαριέσαι. Ό, τι δεν μπορεί να αποδειχθεί, αμέσως απορρίπτεται.
Ένα δεύτερο κριτήριο ορισμού, που και πάλι θέτεις, είναι ίσως η αισθητική που αποβλέπει να ικανοποιήσει ένα λογοτεχνικό έργο. Σε αντίθεση με ένα άλλο που χρησιμοποιεί το λόγο αναφορικά.
Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι να ορίσουμε την ποίηση, πράγμα αδιέξοδο, ούτε να κάνουμε μια θεωρητική δουλειά, που μερικές φορές κσταλήγει και ως παιχνίδι του νου παρά ως εργασία αποτελεσματική.
Μακριά από όλα αυτά, το ζήτημα μου, ξεκινώντας από το σχόλιο του κ. Πορφυρίου και από συχνότατα τέτοια σχόλια, είναι πως πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τον κανόνα.
Να μην κοιτάμε να αντιγράφουμε παλαιότερους επιθυμώντας να ενταχθούμε σε αυτόν και να μην εξακολουθήσει να υφίσταται αυτό που πλεονάζει στα σημερινά ποιήματα: η παλαιική γραφή που υποτίθεται σε καταξιώνει αμέσως, μια σοβαρότητα κάπως ξεπερασμένη, την μίμηση ύφους. Να ανοίξουμε τα μάτια, το λόγο μας και τελικά να πάμε ένα βήμα μπροστά την ποίηση μας.
Και αυτό θέλει μια ανοχή. Από κάθε μεριά.
Κύρις Γ.Ν. θα μου επιτρέψετε να πω ότι δεν έρχονται σ αντίθεση αυτά που γράφω. Γιατί λέω ότι οι αρχές που βάζει ο καθένας με τον εαυτό του μπορεί να συμπίπτουν με αυτές που βάζει κάποιος άλλος, άρα υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία και ακριβώς επειδή είναι σιωπηρή δεν μπορώ να σας απαριθμήσω με ποιους αναγνώστες έχω συμφωνήσει.
Αλλά για να μη σας μπερδεύω να αφαιρέσω τη λέξη αρχές γιατί δεν έχει νόημα να θεωριτικολογούμε και να την αντικαταστήσω με το κοινό αίσθημα αν κάποιο κείμενο είναι ποίηση ή όχι.
Για παράδειγμα αυτά που διαβάζω στο ποιείν, στην πλειοψηφία τους είναι απλά γραφτά που μιμούνται την ποίηση μορφικά και θεωρώ ότι δεν μπορούν να ξεγελάσουν τον εξοικειωμένο αναγνώστη.
Δεν μου βάζετε δύσκολα και δεν με μπερδεύετε, αλλά αν αρχίσουμε να μιλάμε για “τεχνικά” θέματα, θα ήταν καλό να χρησιμοποιήσουμε και παραδείγματα και δεν θα ήταν ευχάριστο. Ας μη δηλητηριάζουμε την καλή πρόθεση κανενός. Μου είναι δυσάρεστο, αν αυτό συνέβη με τον κ. Σούση, ζήτησα συγνώμη και δεν θα ήθελα να το επαναλάβω.
Ελπίζω να με καταλαβαίνετε
Κι αν η Ποίηση αποκτά αρχές,
πάντα υπήρχαν-υπάρχουν και θα υπάρχουν Ποιητές που εμπρακτα θα τις αμφισβητούν ή δεν θα τις αναγνωρίζουν.
Και ευτυχώς τέτοιες προθέσεις ευδοκιμούν και σήμερα
1) οι σουρρεαλιστές δεν κατήργησαν τίποτε.
2)Δεν υπάρχει κάτι για να καταργηθεί.
3) Δεν είναι κριτήριο ο ρυσμός, είναι ενέργεια του ποιήματος. Είναι το ίδιο το ποίημα. Είναι άστοχο να λέμε πως το ποίημα είναι
κριτήριο του ποιήματος.
4) Μιλάμε ήδη στον αέρα, τόσην ώρα.
5) Είναι προτιμότερο να γράφουμε. 🙂
6) ή τρις εξ ή τρεις οίναι… 😉
Δε μιλάμε στον αέρα τόσην ώρα. Τέθηκαν: 1) λογοτεχνικότητα, επειδή ένα ποίημα θεωρήθηκε μη- ποίημα και αναρωτήθηκα ποιά είναι άραγε τα κριτήρια που καθιστούν ΣΗΜΕΡΑ ένα ποίημα μη- ποίημα, ποιητικό μη- ποιητικό 2) Έπειτα, το ζήτημα επαναπροσδιορισμού της. 3) Με ποιά κριτήρια καλούμαστε να την επαναδιαπραγματευτούμε. 4) Ωφέλη.
Ο σουρρεαλισμός βέβαια ”κατήργησε” πολλά καθώς επέλεξε και συνδύασε ένα σύνολο διαφορετικών δυνατοτήτων από τις προυπάρχουσες. Η προηγούμενη συνθήκη, ως αποτέλεσμα ενός αθροίσματος επιλογών και ως εκ τούτου μοναδική, ξεπεράστηκε. Σε κάθε εποχή κάτι ”καταργείται”, ξεπερνιέται, και κάτι άλλο εμφανίζεται. Ε λοιπόν η εμπρόθετη γραφή έχει από μερικούς αμφισβητηθεί, πράγμα που δεν μπορεί να την καθιστά ως ”κάτι άλλο συμβαίνει στην ποίηση”. Ακριβώς γιατί είναι διατύπωση σχετική. Και στερείται απόδειξης.
Επιπλέον, από που προκύπτει πως η ενέργεια του ποιήματος είναι το ίδιο το ποίημα; Το ποίημα είναι το άθροισμα των στοιχείων που το συναποτελούν και προβάλλεται τελικά ως ενιαία μονάδα. Η ενέργεια του ”φτιάχνεται” κατά τη γραφή και ”σχηματοποιείται” κατά την ολοκλήρωσή του. Επιπλέον, η ”λέξη” που έθεσες προηγουμένως είναι και αυτή ένα εσωτερικό στοιχείο του ποιήματος. Πώς μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτήν και όχι για το ρυθμό που προκύπτει από τη διαδοχή των λέξεων και την αλληλεπίδραση τους μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο περιβάλλον; Και το ποίημα αν δεν αναλυθεί και εσωτερικά πώς θα αναλυθεί; Μετά την ολοκλήρωση του γίνεται αυταξία και δεν το αγγίζουμε;
Εν είδει μανιφέστου, οι διατυπώσεις δεν ξέρω σε τί βοηθούν. Μπορώ πάντως να χρεωθώ την εισήγηση ενός θέματος καθαρά ”φιλολογικού”, όπως ως τώρα εννοείται, και γι’ αυτό γρήγορα ξεπερνιέται ως άστοχο ή αδύνατο ή άλυτο.
Για μένα τα ζητήματα παραμένουν. Και εξηγούν τη σημερινή άποψη των ποιητών/ αναγνωστών/ εκδοτών που στην πράξη αποδεικνύουν, με την έννοια της αποδοχής ή μη, πως το ποίημα και το μη- ποίημα χρειάζονται επαναπροσδιορισμό άμεσα και επιτακτικά.
Να είστε καλά.
Μια κάπως ετεροχρονισμένη απάντηση:
Θανάση Αθανάσιε, γνωρίζω τί είπε ο Heidegger για τη γνωστή ρήση του Marx. Ήταν ένας συντριπτικός συλλογιστικός τρόπος, για να εκφράσει την δυσπιστία του στον κομμουνισμό και να δικαιώσει τον πολιτικό του συντηρητισμό.
Όσον αφορά τον ορισμό της ποίησης, όπως κάθε σημαντικός φιλόσοφος έδωσε το δικό του ορισμό για τη φιλοσοφία, έτσι και κάθε σημαντικός ποιητής θα μπορούσε να δώσει τον δικό του (η αναλογία φιλοσοφίας – ποίησης νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον). Εγώ έχω πολύ δρόμο ακόμα για να αποτολμήσω έναν οριστικό ορισμό.
Πάντως, ποίηση σημαίνει δημιουργία (με κάθε έννοια). Και δεν αντιφάσκω με τον εαυτό μου. Αυτό δεν είναι ορισμός, αλλά απλή ετυμολογία.
Επίσης, τα κριτήρια της λογοτεχνικότητας και της ποιητικότητας, δηλαδή τί μπορεί να ενταχθεί στην ποίηση/λογοτεχνία, πιστεύω πως δεν μπορούν να είναι παρά αξιολογικά. Η ποιητική αξία ενός κειμένου είναι που το καθιστά ποίημα. Και οι αξίες κινούνται στον χώρο της ιστορίας του πνεύματος και του πολιτισμού. Τρέχα γύρευε δηλαδή…
“…αναρωτήθηκα ποιά είναι άραγε τα κριτήρια που καθιστούν ΣΗΜΕΡΑ ένα ποίημα μη- ποίημα…”
Πριν τολμήσω μια απάντηση, αγαπητή Λαμπρινή, θα ήθελα να σχολιάσω κάποια πράγματα (που θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να αποτελούν απάντηση). Αν ένα ποίημα ΕΙΝΑΙ ποίημα σε μια δεδομένη χρονική στιγμή (π.χ. σήμερα), είναι ποίημα σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Δεν υπάρχουν κριτήρια (τουλάχιστον δεν υπάρχουν ασφαλή, αυστηρά και επαληθεύσιμα κριτήρια) που να καθιστούν ένα ποίημα μη-ποίημα. Άλλωστε, ένα ποίημα δεν γράφεται για το εκάστοτε ΣΗΜΕΡΑ. Συνεπώς, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το αν ένα ποίημα του 4ου π.Χ. ή του 17ου μ.Χ. αιώνα θεωρείται ΣΗΜΕΡΑ ποίημα ή όχι δεν είναι πρόβλημα του ποιήματος, αλλά πρόβλημα (κάποιων) αναγνωστών. Ως τέτοιο, δεν απασχολεί την ποιητική.
Ένα λογοτεχνικό κείμενο έχει πολλές ιδιότητες που το καθιστούν λογοτεχνικό, αλλά η λογοτεχνικότητα δεν είναι μια από αυτές. Ο όρος “λογοτεχνικότητα”, ως ιδιότητα του λογοτεχνικού κειμένου, είναι μια ταυτολογία, δηλαδή μια έκφραση χωρίς νόημα. Ωστόσο, αν θέλαμε οπωσδήποτε να δώσουμε νόημα σε αυτόν τον όρο, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τη λογοτεχνικότητα ως την κοινή ιδιότητα ΟΛΩΝ των κειμένων που χαρακτηρίζονται λογοτεχνικά. Όμως κάτι τέτοιο δεν συνιστά ιδιότητα, αλλά κατηγορία. Και οι κατηγορίες, ως προϊόντα της αναλυτικής διάνοιας, δεν απασχολούν την ποιητική.
Συζητήθηκε το θέμα του ρυθμού και διατυπώθηκε η άποψη ότι κι ένα επιστημονικό άρθρο μπορεί να έχει ρυθμό ώστε να διαβάζεται ευχάριστα. Εδώ προτείνεται ένα κριτήριο λογοτεχνικότητας: η ευχαρίστηση της ανάγνωσης. Θα συμφωνήσω απόλυτα ότι ένα επιστημονικό άρθρο μπορεί να χαρακτηριστεί λογοτεχνικό, εάν ανάμεσα στις αρετές του είναι και η ευχαρίστηση του αναγνώστη. Συχνά η λογοτεχνική μελέτη αναδεικνύει (αναδρομικά) λογοτεχνικούς θησαυρούς. Το εάν τέτοια έργα δεν απολάμβαναν λογοτεχνική καταξίωση στην εποχή τους οφείλεται περισσότερο στο γεγονός ότι δεν υποβλήθηκαν από τους δημιουργούς τους ως τέτοια (λογοτεχνικά) και λιγότερο (ίσως καθόλου) επειδή αποκλείστηκαν από τα “κριτήρια λογοτεχνικότητας” της εποχής τους. Αν διαβάσει κανείς π.χ. την Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας των Easterling & Knox, θα δει ότι, μαζί με την επική, τη λυρική και τη δραματική ποίηση, συμπεριλαμβάνονται η φιλοσοφία, η ρητορική και η ιστοριογραφία. Οπωσδήποτε μέσα στην παραγωγή λόγου μιας εκτεταμένης ιστορικής περιόδου συγκαταλέγονται, εκτός από τα αριστουργήματα, και μέτρια ή και κακά έργα. Όμως όλα θεωρούνται λογοτεχνικά, είτε επειδή υποβλήθηκαν από τους δημιουργούς τους ως τέτοια (ακόμη κι αν είναι κακά), είτε επειδή κάποια από αυτά παρουσιάζουν λογοτεχνικές αρετές (είτε με τα κριτήρια της εποχής που γράφτηκαν, είτε με τα κριτήρια της εποχής των ερευνητών που τα μελετούν).
Δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι τα ποιήματα γράφονται αυθόρμητα, επειδή θέλουν τα ίδια να γραφτούν. Δεν πιστεύω επίσης ότι τα ποιήματα είναι υπεράνω κριτικής και σχολιασμού. Κι ούτε πιστεύω ότι ένα ποίημα έχει κάποια μυστική ιδιότητα που το ξεχωρίζει από άλλες μορφές λόγου. Πιστεύω ότι ένα ποίημα είναι ένα δώρο: το ξέρει εκείνος που το προσφέρει κι εκείνος που το δέχεται.
[Μπορούμε, κύριε Πορφυρίου, να συζητάμε χωρίς να χρησιμοποιούμε παραδείγματα και χωρίς να δηλητηριάζουμε την καλή πρόθεση κανενός.]
Παναγιώτη το σχόλιο σου είναι επί του θέματος και θα προσπαθήσω να προχωρήσω σε μια απάντηση για κάθε σημείο του. Θα αριθμήσω δε τις απαντήσεις, για να τις αντιστοιχήσω στις προτάσεις σου και θα γίνω πιο συγκεκριμένη και δυστυχώς πιο εξειδικευμένη, παρ’ ότι αρχικά σκόπευα σε μια κουβέντα περισσότερο ανοιχτή:
1) Η λογοτεχνικότητα δεν αφορά το ίδιο το λογοτέχνημα αλλά τη σχέση του με τα άλλα είδη του λόγου. Εν ολίγοις, δεν προκύπτει ταυτολογία, εφόσον η λογοτεχνικότητα δεν ορίζεται ως σύνολο ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν τα λογοτεχνικά έργα αλλά τα λογοτεχνικά έργα συναρτήσει των άλλων ειδών του λόγου και μάλιστα σʼ ένα βάθος ιστορικό. Για να γίνω πιο συγκεκριμένη, θα χρησιμοποιήσω το παράδειγμα της γλώσσας: σε ορισμένες κοινωνίες ορισμένων εποχών, σε ορισμένες ομάδες ανθρώπων ορισμένων εποχών, ένας στίχος όπως ” το λεωφορείο έστριψε δεξιά/ ενώ το πλήθος συνέχισε ευθεία”, εν ολίγοις ένας στίχος με λειτουργία εξωτερικά, και μόνο εξωτερικά, πληροφοριακή (αναφορική χρήση της γλώσσας) δεν θεωρούταν ποίηση. Σήμερα, θεωρείται. Εφόσον δεν θεωρούταν, προέκυπτε αναγκαστικά μια διάκριση μεταξύ των ειδών που περιελάμβαναν αυτού του τύπου τη γλωσσική λειτουργία και της λογοτεχνίας, που δεν την περιελάμβανε. Στο σήμερα, η ποιητική λειτουργία της γλώσσας περιλαμβάνει και την πληροφοριακή της λειτουργία. Αν μπορεί να γίνει μια διάκριση, κάπως συμβατική, θα τη βάλω στο στόμα του Jakobson ʽʼστην ποιητική λειτουργία της γλώσσας ο τόνος τίθεται πάνω στο μήνυμα για λογαριασμό τουʼʼ. Εν τέλει, δεν μπορούν να οριστούν ακριβώς τα χαρακτηριστικά που συναποτελούν τη λογοτεχνικότητα. Αφενός γιατί η προσπάθεια ορισμού της προσκρούει σε πολλά προβλήματα λογικά που δεν παίρνουν απόδειξης και αφετέρου γιατί η λογοτεχνικότητα δεν είναι διατύπωση παντοτινή αλλά επαναπροσδιορίζεται ανά τις εποχές και βάσει πολλών ακόμη παραγόντων, που μάλλον εμπίπτουν σε άλλες επιστήμες παρά στην ποιητική. Επικρατεί δε μια σύγχυση μεταξύ της λογοτεχνικότητας και της σπουδής των λογοτεχνικών έργων διαλεκτικά. Αν η ποιητική φέρνει όλα τα έργα κοντά, αυτό γίνεται σπουδάζοντας τις νόρμες, τις κανονικότητες που φέρουν όλα τα έργα, ανεξαρτήτου εποχής και συγκειμένου. Η λογοτεχνικότητα όμως δεν επιτελεί καμιά τέτοια λειτουργία.
2) Συμφωνώ απόλυτα στο ʼʼ Αν ένα ποίημα ΕΙΝΑΙ ποίημα σε μια δεδομένη χρονική στιγμή (π.χ. σήμερα), είναι ποίημα σε οποιαδήποτε χρονική στιγμήʼʼ . Ωστόσο, πριν ακόμη απʼ αυτό δοκιμάζεται η ίδια η δήλωση: ποίημα. Σε πολλές αναρτήσεις βλέπουμε σχολιασμούς όπως, ʽʼαυτό δεν είναι ποίημα. Αυτό δε λέγεται ποίησηʼʼ . Ο σχολιασμός αυτός αγκαλιάζει την αντίληψη ομάδων που αλληλεπιδρούν (ποιητές, αναγνώστες και παραπέρα όσοι εμπλέκονται στην υπόθεση της λογοτεχνίας) για το τί είναι ποίηση και τί όχι σε μια ορισμένη εποχή. Η λογοτεχνικότητα επεμβαίνει στο ερώτημα αυτό για να διευκρινίσει ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της ποίησης σε σχέση με τους άλλους λόγους. Όχι όμως να ορίσει την ίδια την ποίηση. Ο ορισμός της ποίησης προκύπτει και πάλι ελαττωματικός. Μια απλουστευτική απάντηση παραμένει το: Ποίηση είναι η ποίηση. Ας αφήσουμε λοιπόν τον ορισμό της και ας πάμε στον προσδιορισμό της. Και ακόμη, στον προσδιορισμό των επιμέρους στοιχείων που τη συναποτελούν. Πράγματι, η ποίηση μπορεί να προσδιοριστεί εξωτερικά υπό την έννοια των λειτουργιών που επιτελεί, αφενός. Επιλέγοντας από το φάσμα των λειτουργιών της και συνδυάζοντας τες, ως ποίηση προσδιορίζεται σήμερα για παράδειγμα αυτή που λειτουργεί προς ανατροπή των συνειδήσεων. Αφετέρου, και μʼ ένα παράδειγμα ιστορικό, ποίηση θεωρούταν στην Ελλάδα πριν την επικράτηση της δημοτικής εκείνη που χρησιμοποιούσε ως γλωσσικό όργανο την καθαρεύουσα. Λειτουργίες και επιμέρους στοιχεία μας δίνουν μια εικόνα του τί ορίζει μια ομάδα ανθρώπων και σε μια ορισμένη στιγμή ως ποίηση.
3) Το κάθε έργο μπορεί να περιλαμβάνει στοιχεία λογοτεχνικά, που εντοπίζονται δηλαδή συστηματικά στη λογοτεχνία. Το εμπόδιο για να θεωρηθούν ως τέτοια, όπως πολύ σωστά το έθεσες, είναι η χροιά που τους δίνεται (π. χ προς επιστημονική κατάρτιση ή προς πληροφόρηση) και η αντίληψη ομάδων περί του τί είναι λογοτεχνία. Θα προσθέσω αν μου επιτρέπεις κι ένα τρίτο στοιχείο, εφόσον ήδη έχουμε τον τρόπο και τον χρόνο: τον τόπο. Παράδειγμα σημερινό. Τα σκουπίδια μέσα σε μια γκαλερί παύουν να είναι σκουπίδια. Είναι έργα τέχνης, εξαιτίας του συμβολικά φορτισμένου χώρου όπου βρίσκονται: η γκαλερί. Ας πούμε λοιπόν πως βρήκαμε ακόμα ένα στοιχείο που θα μπορούσε να αποδώσει τη λογοτεχνικότητα, όχι κριτήριο λογοτεχνικότητας αφού και πάλι δεν ισχύει καθολικά (βλ. χαρακτηριστικό παράδειγμα, Μπλαίζ Σαντράρ) αλλά στοιχείο που μπορεί να την αποδίδει ευκαιριακά και πάντως όχι αποδεδειγμένα.
4) Και μια απάντηση στο ʽʼΔεν είμαι από αυτούς…ʼʼ: Ανεξάρτητα από το τί πιστεύει ο καθένας, η πρόθεση του συγγραφέα δεν μπορεί να εξηγήσει όλους εκείνους τους παράγοντες που αλληλεπιδρούν κατά τη γραφή ενός έργου. Και επειδή ακριβώς δεν μπορεί να ισχύει πάντοτε η εμπρόθετη γραφή, παύει να αποτελεί κι ένα κριτήριο λογοτεχνικότητας και άρα να διαχωρίζει τη λογοτεχνία από τους άλλους λόγους. Δεν είναι ανύπαρκτη. Είναι σχετική. Επομένως, δεν μπορεί λογικά να αποτελέσει συστηματικό κριτήριο. Και βέβαια τα ποιήματα επιδέχονται κριτικής. Ο καθένας όπως την ορίζει. Και βέβαια το ποίημα δεν έχει καμία μαγική ιδιότητα που να το ξεχωρίζει από τους άλλους λόγους.
Ας τεθούν λοιπόν και διαφορετικά τα ζητούμενα, εφόσον η συζήτηση πήγε σε θεωρητικά μονοπάτια και δε χωρούν πια γενικεύσεις: Τί είναι καλή ποίηση σήμερα; Τί χρήσιμη; Γιατί γράφουμε κακή ποίηση; Τί θεωρούμε και τί όχι πως ανήκει/ δεν ανήκει στο λόγο της ποίησης, τον σημερινό; Και γιατί η κριτική προκύπτει τόσο μονολιθική μέσα σʼ ένα τόσο ευρύ φάσμα αναφορών που οφείλει να κάνει; Γιατί απογύμνωσε το ποίημα από το συγκείμενο του και το εξετάζει οριζόντια, πρόγονοι και συγγραφέας, βιογραφικό και επιδιώξεις του; Δεν χωρά το συγκείμενο, δεν υπάρχει χώρος για την ανάλυση των στοιχείων του ποιήματος; Το γεγονός αποτελεί ήδη το μεγάλο θύμα του κουτσομπολιού;
Σχολιάζοντας με τη σειρά μου την απάντησή σου, αγαπητή Λαμπρινή, θα σταθώ στα εξής:
1) Περί λογοτεχνικότητας:
“Εν τέλει, δεν μπορούν να οριστούν ακριβώς τα χαρακτηριστικά που συναποτελούν τη λογοτεχνικότητα”. Ακριβώς επειδή η λογοτεχνικότητα είναι νοητικό κατασκεύασμα και όχι μια φυσική οντότητα ή ιδιότητα.
“Αν η ποιητική φέρνει όλα τα έργα κοντά, αυτό γίνεται σπουδάζοντας τις νόρμες, τις κανονικότητες που φέρουν όλα τα έργα, ανεξαρτήτου εποχής και συγκειμένου. Η λογοτεχνικότητα όμως δεν επιτελεί καμιά τέτοια λειτουργία.” Στην πραγματικότητα, δεν επιτελεί καμιά λειτουργία. Και δεν βρίσκω πώς η συζήτηση περί λογοτεχνικότητας μπορεί να οδηγήσει πουθενά (πέρα από τη διαρκή επιβεβαίωση της αναποτελεσματικότητάς της).
2) Κάθε προσπάθεια ορισμού, περιορισμού, προσδιορισμού, ακόμη και διορισμού στην ποίηση είναι χαμένη υπόθεση. Κι όταν λέω ποίηση εννοώ ποίημα (δεν κάνω διάκριση ανάμεσα στην ποίηση ως ενέργεια και στο ποίημα ως ενέργημα). Στην κατακλείδα του σχολίου μου διατύπωσα μια ιδέα όχι για το τι είναι, αλλά για το πώς ίσως νιώθεται ένα ποίημα, παραλληλίζοντάς το με ένα δώρο (με αυτό εννοούσα ότι το ποίημα είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα προσωπικό ζήτημα ανάμεσα σε έναν δημιουργό και σε (τουλάχιστον) έναν αποδέκτη).
3) Τα σκουπίδια είναι σκουπίδια, ακόμη και σε μια γκαλερί. Έχουν και οι γκαλερί καλάθια απορριμμάτων. Αλλά αν κάτι, που υπό άλλες συνθήκες θα αποκαλούσες σκουπίδι, σού προτείνεται ως αισθητικό αντικείμενο και προτίθεται να ανοίξει συζήτηση μαζί σου, είναι ένα έργο τέχνης. Και ο χώρος (η γκαλερί) απλώς σου υποβάλλει ότι τα αντικείμενα που βλέπεις είναι έργα τέχνης και όχι σκουπίδια, επειδή πολύ απλά περιμένεις σε μια γκαλερί να δεις έργα τέχνης. Δεν παρέχει λογοτεχνικότητα ο τόπος. Η όποια “λογοτεχνικότητα” εδράζεται στην αλληλεπίδραση του αντικειμένου και του αποδέκτη – με τον ίδιο τρόπο που αποδίδουμε “ποιητικότητα” π.χ. σε ένα ηλιοβασίλεμα ή στη θέα ενός καταρράκτη.
4) Ξανά η λογοτεχνικότητα, η οποία “δεν είναι ανύπαρκτη. Είναι σχετική. Επομένως, δεν μπορεί λογικά να αποτελέσει συστηματικό κριτήριο.” 🙂
Σχετικά με τα ερωτήματα που θέτεις στο τέλος, δεν έχω κάτι να πω. Έτσι κι αλλιώς, το “σήμερα” της ποίησης (η διαλεύκανση των συνθηκών και του πλαισίου στο οποίο ορίζεται η ποίηση σήμερα), με αφήνει αδιάφορο. Δεν θα τολμούσα να πω, όπως ο Wittgenstein, ότι τα ερωτήματα αυτά είναι α-νόητα ή ότι απέναντί τους πρέπει κανείς να σιωπά. Κι αυτό γιατί αν κάποιος αποσπά ευχαρίστηση από τέτοιες συζητήσεις, αυτομάτως αυτό (όπως και η αναγνωστική απόλαυση που λέγαμε παραπάνω) προσδίδει στις συζητήσεις αυτές ένα στοιχείο λογοτεχνικότητας 🙂
Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος που παραθέτετε, κύριε Μίχο, συνοψίζει επιγραμματικά, κατά τη γνώμη μου, το “σήμερα της ποίησης”.
η ποιητικότητα του ποιήματος έγκειται, λοιπόν, στην πρόθεση.
οτιδήποτε παρουσιαστεί ως ποίημα είναι ποίημα.
Το ίδιο ισχύει και στη τέχνη, αρχίζοντας με τα καταπληκτικά ready-mades.
Βέβαια, όσον αφορά τον duchamp, ο θεατής (ή αναγνώστης, αν προτιμάτε) είναι ο κατεξοχήν υπεύθυνος.
γι αυτό είναι δόκιμο να λέμε κακό ποίημα αντί για μη-ποίημα.
Επανέρχομαι στον duchamp, γιατί ήταν ποιητής!
“Είναι σα να ονομάζουμε τα άσχημα συναισθήματα μη-συναισθήματα..”
Δύσκολα να ορίσεις τι είναι. Μου φαίνεται πολύ πιο εύκολο στο να αποφανθείς το τι δεν είναι. Αλλά ερωτώ: Κάθε είδους αυτοέκφραση, ποιοτική ή μη (κι εδώ υπεισέρχεται το ερώτημα τι είναι ποιοτικό και τι δεν είναι), οφείλουμε να την δεχόμαστε απερίφραστα ως ποίημα ή καλλιτεχνικό δημιούργημα; Διότι εδώ κινδυνεύουμε πλέον να περάσουμε στην αντίπερα όχθη δεχόμενοι την κάθε αυτοέκφραση ως καλλιτεχνικό και ποιητικό γεγονός. Δεν σας φαίνεται πως έχει εξευτελιστεί το πράγμα εν γένει; Διότι νομίζω πως στα ποιητικά δρώμενα φτάσαμε στο σημείο να εμμένουμε πως τραγουδιστής κι ο Andrea Bocelli τραγουδιστής κι ο Ταμπάκης της Αννίτας Πάνια. Μου φαίνεται πως στην ποίηση του σήμερα βλέπουμε το γεγονός πως και οι δύο χρησιμοποιούν τις φωνητικές τους χορδές για να παράγουν ήχους. Ως εκ τούτου ορίζονται σε μια κοινή αφετηρία. Τις διαφορές ας τις ορίσουμε μετά ή και ποτέ. Εκεί έχει καταλήξει η κατάσταση και είναι κρίμα.
Παναγιώτη συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, και το διατύπωσα ήδη στο σχόλιο μου, ότι το γεγονός πως δεν είναι δυαντόν να οριστούν ακριβώς τα κριτήρια της λογοτεχνικότητας και σε εισαγωγικά το ”τί είναι ποίηση” είναι αναμφισβήτητο. Ωστόσο, δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να προβαίνουμε σε επαναπροσδιορισμό των βασικών κριτηρίων τους ανά τις εποχές. Ειδάλλως ο λόγος της ποίησης καταλήγει μια μανιέρα.
Ίσως η μη αποδειξιμότητα κάνει την ποιητική να μην είναι επιστήμη. Όχι όμως και τις έννοιες της να μη μας απασχολούν και (κατά τη γνώμη μου) να μας φέρνουν μπροστά στα αδιέξοδα του λόγου της εποχής μας.
Είναι μια αναζήτηση μεταξύ αυτών των εννοιών (συμπυκνωμένα, των ερωτήσεων στο τέλος του προηγούμενου σχολίου μου) και των ποιητών στη διαρκή και παραγωγική αλληλεπίδραση τους. Και σίγουρα δεν είναι τόσο θεωρητικό όσο νομίζουμε. Τουλάχιστον, αυτή είναι η δική μου άποψη.
Να σταθώ κι εγώ με τη σειρά μου στον τελευταίο στίχο του Μίχου και να εκφράσω τη βαθιά πίστη μου πως συζητάμε ακριβώς γι’ αυτό.
Καλησπέρα.
Κύριε Χατζάκη, ολισθαίνετε σε λογικό σφάλμα προσδίδοντας αξιολογικά χαρακτηριστικά σε οντολογικές κατηγορίες. Το (καλό, κακό, χείριστο) ποίημα είναι ποίημα από τη στιγμή που κατατίθεται (από το δημιουργό) ή εκλαμβάνεται (από τον οποιονδήποτε αποδέκτη) ως τέτοιο. Ακριβώς όπως ονομάζουμε “τραγούδι” και το τραγούδι του Bocelli και το τραγούδι του Ταμπάκη. Παλιότερα λέγανε “έχω δυο παιδιά και τρία κορίτσια”. Ας μην συντηρούμε παρόμοια διανοήματα.
Εκεί βρίσκεται και το ζητούμενο κύριε Παναγιώτη: Αν ορίζαμε αποκλειστικά και μόνον οντολογικά την ποίηση, τότε η συζήτηση αυτή είναι άστοχη και άνευ ουσίας. Τότε όλα είναι ποίηση και δεν έχουμε ανάγκη ούτε από κριτικές ούτε από απόψεις του οποιουδήποτε υποκειμένου. Περί αυτού ο λόγος: Τα αξιολογικά χαρακτηριστικά έχουν εκλείψει κι έτσι οδηγήθηκε η ποίηση στο να είναι ένα λογικό (ή παράλογο) σφάλμα. Μπορούμε το σημαίνον ποίηση να το ανάγουμε σε ένα διαφορετικό σημαινόμενο πέρα από το οντολογικό;
Τι να σας πω εγώ, κύριε Χατζάκη… Μπορείτε; Αν ναι, μοιραστείτε μαζί μας το δικό σας σημαινόμενο.
Να σας δώσω κι ένα παράδειγμα διαφορετικού σημαινομένου, πέρα από το οντολογικό: “Έχω δυο παιδιά, τρία αγόρια και τέσσερα κορίτσια.” Προσπαθήστε να φανταστείτε το σημαινόμενο του σημαίνοντος “παιδιά” κι ύστερα θα επιστρέψουμε στο τι είναι ποίηση.
Μια χαρά τα λέτε, κύριε Μουζάκη.
Αφού κατανόησα τι είναι “λογοτεχνικότητα” , “καλή- κακή ποίηση”
άρχισα να αναρωτιέμαι τι είναι παραφιλολογία !!!
Σας αγαπώ όλους συμφωνώντας μαζί σας , πως διαφωνούμε !!!
Καθένας μας συμβάλλει με ό,τι έχει, φίλε Τυρταίε.
Καλοδεχούμενη η αγάπη σας – καλοδεχούμενη και η διαφωνία σας.
Παναγιώτη η ποίηση είναι μια οντότητα πολυδιαμεριστική. Είναι γεγονός που τεμαχίζεται. Κάνοντας εγγενή έρευνα στο σώμα του ποιήματος κι έπειτα στο χωροχρόνο που αυτό κατατίθεται και στις σχέσεις του μʼ αυτόν καθώς και στις σχέσεις του με άλλα έργα, μπορείς να αποφανθείς εάν είναι ποιοτικό/ χρήσιμο/ λειτουργικό. Αν θέλεις όχι καλό ή κακό (αν και δε νομίζω πως τα εννόησε κανείς, όπως τέθηκαν, οντολογικά αλλά προσκείμενα σʼ ένα συνεχές και αδιάλειπτο γίγνεσθαι) αλλά ποιοτικό μη ποιοτικό. Ή όποιον άλλο συναφή όρο κρίνεις εσύ δόκιμο.
Το να ισχυριζόμαστε πως οτιδήποτε προτείνεται και λαμβάνεται από μεμονωμένες περιπτώσεις ως ποίηση είναι ποίηση, παραμένει μια διατύπωση ρευστότατη. Γιατί δίνουμε από μόνοι το κριτήριο λογοτεχνικότητας (ενώ προηγουμένως την απορρίψαμε) πως το μόνο πράγμα που κάνει ένα σύνολο φράσεων ποίηση είναι η πρόθεση με την οποία αυτό κατατίθεται. Δηλαδή ένα άρθρο που προτείνεται ως επιστημονικό και θέλει να ενημερώσει για μια ασθένεια προτείνοντας ως μέσα θεραπείας της τις δεισιδαιμονίες και τα ξόρκια, παραμένει επιστημονικό;
Το να ισχυριζόμαστε δε πως η ποίηση δεν μπορεί να οριστεί ως καλή και κακή(ποιοτική/ μη ποιοτική;), παρʼ ότι φαινομενικά προκύπτει λογικά επεξεργασμένο, καταλήγει τελικά μια άνευ ουδεμιάς αντιστοιχίας με την πραγματικότητα γενικολογία.
Η λογοτεχνικότητα και όλοι οι όροι που τέθηκαν δεν αντικατοπτρίζουν μια κανονιστική διαδικασία που προβάλλει αιώνιες αρχές. Αντίθετα, σχηματικά προσδιοριζόμενη, κοιτάζει το επίκαιρο, ενίοτε το διαμορφώνει. Τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο. Τίποτα επιστημονικό όσο αναγκαίο.
Να είσαι καλά.
Λαμπρινή, τι σημαίνει η έκφραση “η ποίηση είναι μια οντότητα πολυδιαμεριστική”; Αντιλαμβάνεσαι ότι η ποίηση για την οποία μιλάς είναι μια δική σου αντίληψη, ένα ιδιωτικό σου σημαινόμενο; Είναι σαν να μου λες “ο Θεός είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών”. Πώς μπορούμε να συμφωνήσουμε για τις ιδιότητες του πράγματος, όταν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε για τη φύση και την ουσία του (είτε από δική μας αδυναμία, είτε επειδή το ίδιο το πράγμα δεν μας το επιτρέπει); Ποίηση δεν υπάρχει – μόνο ποιήματα υπάρχουν, κι αυτά στο βαθμό που μας υποβάλλονται ή που τα δεχόμαστε ως τέτοια. Ο κύριος Χατζάκης παραπάνω μάς καλεί να αναγάγουμε το σημαίνον “ποίηση” σε ένα διαφορετικό σημαινόμενο πέρα από το οντολογικό. Κάτι τέτοιο θα ήταν ένας προσωπικός, αυθαίρετος χειρισμός της γλώσσας. Ποιητικός, με άλλα λόγια (καθώς θα “ποιούσε” μια πραγματικότητα για να στεγάσει το σημαίνον, ώστε να μπορεί να μιλά για αυτό με τους όρους που επιθυμεί). Ίσως και πολύ ενδιαφέρων, με ενδεχομένως αξιόλογα αισθητικά παράγωγα. Αλλά ποιητικός. Και οι συζητήσεις στις οποίες λέξεις και έννοιες δεν είναι κοινό κτήμα είναι παράλληλοι μονόλογοι.
“Η λογοτεχνικότητα κοιτάζει το επίκαιρο, ενίοτε το διαμορφώνει”. Εσύ κοιτάζεις το επίκαιρο – και καλά κάνεις, εάν σε ευχαριστεί κι έχεις το κουράγιο να το πας παρακάτω. Είναι ίσως η δική σου λογοτεχνικότητα, όπως πιο πάνω η ποιητικότητα του κυρίου Χατζάκη, που σε ωθεί να ψάξεις ή ακόμη και να διαμορφώσεις τα λογοτεχνικά χαρακτηριστικά στην ποιητική παραγωγή του σήμερα.
Κύριε Μίχο, εδώ και χρόνια στηλιτεύετε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα της εγχώριας ποιητικής πιάτσας, σύμπτωμα της παθογένειας του νεότερου κατεστημένου. Το δικό μου πρόβλημα είναι πολύ πιο θεμελιώδες, σχεδόν μεταφυσικό – και η ενασχόλησή μου με αυτό πιθανώς ρομαντική, ή και μάταιη, αν θέλετε: η αδυναμία να ξεχωρίσουμε την ποίηση που κάνουμε από την ποίηση που μας κάνει.
88
Παναγιώτη δεν επανέρχομαι στη συζήτηση. Μια διευκρίνηση μόνο, που οφείλεται σε δικό μου λάθος ταχύτητας. Φυσικά και δεν εννοώ την ποίηση. Αλλά το ποίημα. Νομίζω γίνεται προφανές παρακάτω. Το ποίημα λοιπόν μπορεί να τεμαχιστεί… κλπ ό, τι λέει το σχόλιο.
Ο καθένας με τις απόψεις του. Η συζήτηση πάντως, χορταστική.
Άκρως ενδιαφέρουσες και σημαντικότατες οι απόψεις που διατυπώθηκαν στο σχολιαστικό σώμα της παρούσας ανάρτησης..
Σαν ένα δικό μου σχόλιο σε κάποια επιμέρους που θίχτηκαν και ξεχώρισα, θα έλεγα ότι η «αυτοαναφορική κλειστότητα» που χαρακτήρισε και εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την μετά του΄70 (και κυρίως μετά του ΄80) ποίηση, χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως ένα μέσο προάσπισης της ιδιοσυγκρασίας του ποιητή που υπό πρωτόγνωρες συνθήκες στρεβλού εκσυγχρονισμού, νοσούσης ελευθεριότητας, ανελέητης ευμάρειας και παιδαγωγικής αποδιάρθρωσης ένοιωσε να απειλείται από το σύμφυρμα αυτό των νεοεμφανιζόμενων δεδομένων που αποσυντόνιζαν το δικαίωμα του να συμμετέχει με όρεξη και με προοπτική στην ορατή πόλη των Ιδεών..
Η αμυντική αυτή διαδικασία παρήγαγε τους πρώτους άμαχους στρατιώτες οι οποίοι αποκομμένοι από τον βασικό πλούτο της γλώσσας και εσωστρεφείς -όχι από επιλογή, αλλά από πανικό -όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Νάνος Βαλαωρίτης ,επιδόθηκαν σε απελπισμένες μάχες όπου οι όποιες χλιαρές νίκες σημειώθηκαν χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για προσωπική χρήση από μέρους του νικητή.
Με την προσθήκη και άλλων βεβαρημένων καταστάσεων αποσυντονισμού και ασήκωτης σταθμευμένης καθημερινότητας ,η πορεία αυτή πήρε να παγιώνεται και να αποτελεί την κάποια διέξοδο έκφρασης που στενά συνδεδεμένη με την έλευση κάθε φορά του ιδιωτικού παρόντος του γράφοντος ,κατέληξε να αποτελεί μια «ημερολογιακού» τύπου καταγραφή εμπλουτισμένη από τον αναμηρυκασμό της χιλιοφθαρμένης ενατένισης σταθερών σημειολογικών παρουσιών της Ποιητικής τέχνης..
Η ποίηση έγινε έτσι το « ημίνεκρο όχημα εκμυστήρευσης προσωπικών παθών», η κριτική αγκυλώθηκε μέσα στη μερικότητα αντιλήψεων υπό τον σαφή κώδικα των γανωμένων –ισμων, και αν καμιά φορά προέκυπτε καμιά παραπάνω από το μέσον όρο αναγνωρίσιμη αναγνωσιμότητα, τότε «γιούρια για το νταβά με τα κουλούρια…»
Έχω την γνώμη ότι η ποίηση που γράφεται είναι κακή ,γιατί η εποχή που την περιβάλει είναι ανορθόδοξα διαμορφωμένη μες σε πλήθη πραγμάτων που επιθυμούν για την ποίηση να λειτουργεί έως έτσι..