Aκούστε το Βασιλιά  εδώ (πατήστε στο σύνδεσμο)

Βασιλιάς

Ήταν ένας βασιλιάς,
βασιλιάς παραμυθάς,
που μιλούσε διαρκώς
να κοιμάται ο λαός.
Σε μια χώρα σα χωριό,
μια φορά κι έναν καιρό…
Δια φορά κι έναν καιρό,
τον κακό του τον καιρό!

Μη μιλάς κι ο βασιλιάς
χορεύει αν δεν του μιλάς.
Η σιωπή είναι χρυσός
όταν σωπαίνει ο λαός.

Κι ήρθε κάποια μέρα που
κάποιος που ήταν αλεπού
έκλεισε κρυφά κρυφά
και τα δυο του αυτιά.
Ξύπνιος έμεινε και, να,
είδε ποιος καλοπερνά.
Έμαθε γιατί και πώς
η σιωπή είναι χρυσός.

Μη μιλάς κι ο βασιλιάς
χορεύει αν δεν του μιλάς.
Η σιωπή είναι χρυσός
όταν σωπαίνει ο λαός.

Η γαλέρα και η γοργόνα

Με μια γαλέρα μπάρκαρα
από τη Λισσαβόνα.
Σαν βγήκα μεσοπέλαγα
με βρήκε μια γοργόνα.
Αν ζει ο Μεγαλέξανδρος,
με ρώτησε με ύφος
κι ευγενικά απάντησα
σαν πειρατής με ήθος.

Πού θες να ξέρω, καλέ γοργόνα;
Δεν είχα γεννηθεί ακόμα
κι αν δεν τη ζήσεις την ιστορία,
αλλιώς τη γράφουν τα βιβλία.

Καθόλου δεν της άρεσε
η ψευταπάντησή μου.
Τη θάλασσα φουρτούνιασε,
δυσκόλεψε η ζωή μου.
Παλεύω με τα κύματα
και μες στον πανικό μου
πώς να παλέψει τα θεριά
το καρυδότσουφλό μου.

Έγινε ξάφνου η νύχτα μέρα.
Μα τι συμβαίνει εδώ πέρα;
Πού ‘ν’ η γοργόνα και η γαλέρα;
Ποιος μού ’χει κόψει τον αέρα;
Έγινε ξάφνου η νύχτα μέρα.
Μα τι συμβαίνει εδώ πέρα;
Πού ‘ν’ η γοργόνα και η γαλέρα;
Ξύπνησα μέσα στη μπανιέρα!

Μάγειρας

Πήρα από τα παραμύθια
τα κουκιά και τα ρεβίθια,
μία φασολιά πελώρια,
το λαγό και τα κοκόρια.
Πήρα όλα τα καρβέλια,
τα σταφύλια από τ’ αμπέλια,
τα εφτά τα κατσικάκια
και τα τρία γουρουνάκια.

Έχουμε σας λέω πανηγύρια.
Φέρτε πιάτα, φέρτε και ποτήρια.
Μάγειρας Τσελεμεντές θα γίνω
κι ότι μαγειρεύω θα το δίνω
στα παιδιά.
Φέρτε τα μαχαιροπήρουνα σας
και τα παραμύθια της γιαγιάς σας,
τα παιδιά να φάνε και να πιούνε
και ποτέ, ποτέ μην κοιμηθούνε
νηστικά.

Με το ζόρι απ τη φωλιά τους
πήρα τη φωτιά απ’ τους δράκους
κι απ’ τις μάγισσες καζάνια,
κατσαρόλες και τηγάνια.
Έριξα τα υλικά μου
και τ’ αλατοπίπερά μου.
Απ’ τα παραμύθια κλέβω
να ‘χω για να μαγειρεύω.

Έχουμε σας λέω πανηγύρια.
Φέρτε πιάτα, φέρτε και ποτήρια.
Μάγειρας Τσελεμεντές θα γίνω
κι ότι μαγειρεύω θα το δίνω
στα παιδιά.
Φέρτε τα μαχαιροπίρουνά σας
και τα παραμύθια της γιαγιάς σας,
τα παιδιά να φάνε και να πιούνε
και ποτέ, ποτέ μην κοιμηθούνε
νηστικά.

Ο βάτραχος

Στα νερά της πηγής ένας βάτραχος
λυπημένος, βαρύς και ατάραχος.
Ποιος να ξέρει τι να σκεφτότανε
κι αν στον κόσμο κανείς τον νοιαζότανε!
Ποιο ραβδί μαγικό να τον άγγιξε
και ποτέ την ψυχή του δεν άνοιξε.
Το ποτάμι μπροστά του αγνάντευε.
Τι του έφερα δώρο δεν μάντευε.

Από μένα με αγάπη,
απ τα βάθη της καρδιάς,
πάρε τούτο το φιλάκι
κι όταν γίνεις βασιλιάς,
μην ξεχάσεις τα παιδιά
που κοιμούνται στα παγκάκια
και ξυπνάνε βατραχάκια.

Η αγάπη τον κόσμο ανάστησε
κι ένα νούφαρο πλάι του βλάστησε.
Το ποτάμι ξανά πίσω γύρισε,
στην πηγή που η άνοιξη μύρισε.
Παραμύθια κι αλήθεια μπλεχτήκανε
και τα μάγια της νύχτας λυθήκανε.
Μια ευχή στο αυτί του ψιθύρισα,
άνοιξα αγκαλιά και τον φίλησα.

Από μένα με αγάπη,
απ τα βάθη της καρδιάς,
πάρε τούτο το φιλάκι
κι όταν γίνεις βασιλιάς,
μην ξεχάσεις τα παιδιά
που κοιμούνται στα παγκάκια
και ξυπνάνε βατραχάκια.

 

Σύνθεση: Δημήτρης Μαρκατόπουλος