Αύριο θα είναι όλα χθες. Αρκεί το αύριο να είναι σήμερα.
***************
Όσα ακούς να λένε για την αλήθεια, είναι όλα ψέματα. Είναι μια κρυφή συνενοχή στην απάτη. Τίποτε δεν υπάρχει όπως το βλέπεις. Κι αν το νόμισμα έχει δυο όψεις, είναι για να ξεγελάμε τους εαυτούς μας.
Ότι αλλάζουν τα πράγματα.
********************
Όλοι οι δρόμοι μοιάζουν με καρτ ποστάλ. Βρίσκονται τα πάντα στην ίδια θέση, στο πλακόστρωτο τα βήματα ακούγονται το ίδιο σιγανά. Το σιντριβάνι με τα φίδια ακόμα παλεύει. Για τη γιατρειά.
Εμείς λείπουμε. Λυπούμαι. Κι όμως, εκεί, ώρες πριν το ξημέρωμα, έζησαν όλα όσα μπορέσαμε ποτέ να υπάρξουμε.
**********************
Μαδάω τις βλεφαρίδες μου με το τσιμπιδάκι των φρυδιών. Μια μέρα θα βγάλω και τα μάτια μου. Η ψυχή βλέπει πιο καθαρά. Μέχρι κι αυτή να βγει.
Από ανάγκη.
**********************
Τρέχει η μοναξιά απʼ τα μάτια μου. Κάνει τάφους όπου πέσει. Ισορροπώ χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Το κοινό από κάτω με ανοιχτό στόμα περιμένει να με καταπιεί.
Δεν πέφτω.
*************************
Τίποτα δεν έζησα χωρίς να φοβάμαι μην τσαλακωθείς.
***********************
Υπάρχεις εκεί που δεν φαίνεσαι. Πάντα κρύβεσαι μέσα σε χάρτινες σακούλες, βιολογικές. Σε ξημερώνω ανάμεσα απ’ τα δόντια μου. Όμως φοβάμαι να κοιμηθώ γιατί κάτω απ’ το μαξιλάρι μου παραφυλάει μια φαλτσέτα. Δώρο της αγάπης που μου χαρίστηκε.
Ο ουρανός κατέβασε ρολά σήμερα. Αποφάσισε ανέντιμα να αλλάξει χρώμα.
Όσα ακούς να λένε για την αλήθεια, είναι όλα ψέματα. Είναι μια κρυφή συνενοχή στην απάτη. Τίποτε δεν υπάρχει όπως το βλέπεις. Κι αν το νόμισμα έχει δυο όψεις, είναι για να ξεγελάμε τους εαυτούς μας. Ότι αλλάζουν τα πράγματα.
Τη στιγμή που οι ζωές πολλαπλασιάζονται, άγριοι κύκνοι βγαίνουν και μπλέκονται στα σύννεφα. Το άσπρο και το μαύρο διαιρούν την ηδονή μου. Εκεί στη γωνία που στάζει το δάκρυ σου. Εκεί θέλω να ζω. Να είμαι. Ο σταλακτίτης των ματιών σου.
Κλείνω τα μάτια και συγκεντρώνω όλες τις αναπνοές στα χείλη μου. Όταν τα ανοίγω, ένα αστέρι πέφτει. Το πιάνω και το καρφιτσώνω δίπλα απ’ τη τσέπη μου. Εκεί που θα σε βρίσκω κάθε που φεύγεις.
Θέλω να συναντήσω τις προσευχές σου. Για να εκδικηθώ το χθες. Για να πάψεις να είσαι ένα κρεμασμένο τοτέμ στο σαλόνι μου.
Όλοι οι δρόμοι μοιάζουν με καρτ ποστάλ. Βρίσκονται τα πάντα στην ίδια θέση, στο πλακόστρωτο τα βήματα ακούγονται το ίδιο σιγανά. Το σιντριβάνι με τα φίδια ακόμα παλεύει. Για τη γιατρειά.
Εμείς λείπουμε. Λυπούμαι. Κι όμως, εκεί, ώρες πριν το ξημέρωμα, έζησαν όλα όσα μπορέσαμε ποτέ να υπάρξουμε.
Ο μόνος δρόμος για τη σωτηρία, είναι αυτός που δεν θα χρειαστεί να διαβούμε ποτέ.
Τα περίμενα όλα. Κι ας έκανα πως δεν άκουγα. Κι ας κοίταζα αλλού. Γέμισες με όχι το κρεβάτι μου, εξορίζοντας κάθε πιθανότητα χρώματος να γελάσει. Κι όμως. Εσύ αγαπήθηκες ερήμην σου. Εγώ σ’ αγάπησα εις γνώσιν μου.
Πέρασε ο καιρός, κι οι λέξεις πάλιωσαν. Γόρδιος καημός, βραχιόλι στο μπράτσο. Έζησε το καλοκαίρι στο λαιμό μου ακάλεστο. Για σένα περπάτησα στα κύματα. Χωρίς Μωυσή.
Τρέχει η μοναξιά απ’ τα μάτια μου. Κάνει τάφους όπου πέσει. Ισορροπώ χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Το κοινό από κάτω με ανοιχτό στόμα περιμένει να με καταπιεί.
Δεν πέφτω.
Ο νόστος του έρωτα γεννά την ανάγκη του.











Επιγραμματική παραποίηση του δήθεν !!
Προφανώς υπάρχει μια ρητή αποστασιοποίηση από τον λυρισμό. Είναι σαφώς μια διαφορετική πρόταση. Πιο πολύ μοιάζουν τα γραπτά σας με αφορισμούς που τους διέπει ένας εξομολογητικός τόνος. Συμπαθητική προσπάθεια, αλλά κάτι λείπει. Κάτι που θα έδινε ένταση – παλμό και θα μεταμόρφωνε στην κυριολεξία το υλικό, χωρίς να πειράξετε τη βασική δομή του. Καλή συνέχεια κα. Χρονιάρη.
Κυρία Μαρία Χρονιάρη μου άρεσε ο τρόπος που γράφετε. Νομίζω ότι φιλτράρατε το συναίσθημα που πνίγει συχνά τα κείμενα των γυναικών και βγάλατε κάτι αυθεντικό. Καλή συνέχεια.
Μια μικρή παρατήρηση μόνο. Αν θυμάμαι καλά ο Μωυσής δεν περπάτησε στα κύματα. Ο Πέτρος περπάτησε μέχρι που φοβήθηκε.
Kαι κατά την τέταρτη βάρδια της νύχτας ξεκίνησε ο Iησούς να πάει κοντά τους περπατώντας πάνω στη λίμνη. Kαι σαν τον είδαν οι μαθητές να περπατά πάνω στη λίμνη, ταράχτηκαν λέγοντας πως είναι φάντασμα, κι από το φόβο τους κραύγασαν. Aμέσως τότε τους μίλησε ο Iησούς, λέγοντάς τους: Θάρρος! Eγώ είμαι, μη φοβάστε!Aποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: Kύριε, αν είσαι εσύ, πρόσταξέ με να έρθω κοντά σου βαδίζοντας πάνω στα νερά. Kι εκείνος του είπε: Έλα. Tότε κατέβηκε ο Πέτρος από το πλοίο και περπάτησε επάνω στα νερά για να έρθει στον Iησού.
Υπάρχουνε μερικές πολύ καλές στιγμές μέσα σε αυτά που διάβασα.
Κυρίως εκεί όπου η “παρένθεση” αποκτά χρώμα ποιητικό και αυτοτελής στέκεται ανυποψίαστη από την επέμβαση της συνέχειας που σε μερικές περιπτώσεις εγκαθιδρύει ένα καθεστώς προσωπικής εξομολόγησης που αποκλείει σχεδόν την αντίληψη της ποιήσεως σαν ένα πράγμα που βρίσκεται ήδη τοποθετημένο μεταξύ ημών και του κόσμου.
Οι στιγμές εκείνες που προσωπικά εγώ ξεχώρισα ,είναι πράγματι πολύ δυνατές..και κυρίως απαλλαγμένες από την εξυπνακίστικη συμπεριφορά παρομοίων περιπτώσεων που θαρρείς αντιγράφουν βεβαρημένα πρότυπα Δημουλά..
Σας εύχομαι καλή συνέχεια.
Η οποιαδήποτε ανάλυση ποιητικού και όχι μόνο κειμένου ,συμπεριλαμβάνει ρητά ή άρρητα την εννοιολογία αυτουνού που αποπειράται για να την κάνει..και αυτή είναι μια έμεση απάντηση στις χθεσινές έρωτήσεις του φίλου Παναγιώτη..
Να είστε καλά…
Αγαπητέ κύριε Βαρελλά, η ανάλυση ενός κειμένου γίνεται στο πλαίσιο μιας δημόσιας “εννοιολογίας”. Αλίμονο εάν από το (απαράδεκτο) “τι θέλει να πει ο ποιητής” καταλήξουμε στο (τραγικό) “τι θέλει να πει ο σχολιαστής”. Όταν, λόγου χάριν, ο σχολιαστής, κατά την ανάλυση ενός ποιητικού κειμένου, χρησιμοποιεί λέξεις είτε με την έννοια άλλων λέξεων είτε με έννοια που δεν είναι σαφής, τότε προφανώς δεν αναλύει το κείμενο, αλλά ενδεχομένως, εμπνεόμενος από το κείμενο, προχωρεί σε μια δική του ποιητική δημιουργία.
Όσο η γλώσσα φέρνει τους ανθρώπους κοντά, άλλο τόσο τους απομακρύνει, όταν δεν τηρούνται οι ελάχιστες, αλλά κρίσιμες, συμβάσεις. Ελπίζω, ωστόσο, να μην παρεξηγήσετε την παρέμβασή μου και οπωσδήποτε να μην εκληφθεί ως επίθεση στο πρόσωπό σας.
Πολύ ενδιαφέρουσα η αυτονομία της κάθε φράσης και εν συνεχεία η ανάπτυξή τους σε σύνολο. Είναι πολύ όμορφο στις μέρες μας να βλέπουμε τη συγκινησιακή λειτουργία της γλώσσας εν δράσει. Πολύ ωραία τα ποιήματά σας κυρία Χρονιάρη.
όταν οι λέξεις αποστρέφονται κάθε προσπάθεια “στολισμού πάρκων” γίνονται από μόνες τους κήποι/σαν αυτούς της κυρίας Χρονιάρη/ όταν το εντός κλαίει και δεν του φαίνεται /σαν κοπέλα στα δεκάξι,περπατά ανέμελη, μακιγιάζ απόν ,μακριά μαλλιά, σαρκώδη χείλη,αεράκι το φόρεμα/και δε χρειάζεται και δε θέλει ν’ αποδείξει τίποτα/συγχαρητήρια.
Κύριε Μίχο, εδώ είμαι! Σας παρακολουθώ ως γνώση οργάνου αλλά και ως διδασκαλία μορφής – αφού θεωρώ τον λόγο πρωτίστως προφορικό. Έχω δε, μετ’ επιτάσεως να σας ανακοινώσω ότι:
1. Ψηφίζω με όλα τα μέλη του σώματός μου την πρόταση για την ομάδα φίλων που λέτε, συναινώ και επαυξάνω. Προσέξτε όμως: Με μοναδικό στόχο την εκθεμελίωση.
2. Ενθουσιάζομαι όταν η γραφή νομοθετεί από μόνη της. Αυτό σημαίνει ότι είναι γραφή και γραφή είναι ό,τι καταργεί την γραφή (“να γράφουμε σαν να μην γράφουμε”).
3. Ως φίλος και της Κατερίνας και της Μαρίας (την κυρία Δημουλά δεν την γνωρίζω), το μόνο που μπορώ να επαναλάβω είναι ότι τη γνώμη μου για το συγκεκριμένο βιβλίο την γνωρίζει το πανελλήνιο.
Αλλά, αν με εννοείτε, δεν υπάρχει αντίστοιχος Ασλάνογλου.
Ενδιαφέροοντα πράγματα γράφονται! Αγανακτησμένοι και Ανυπόμονοι, Ενωθείτε! Ήδη κάτι καλό μετεωρίζεται και προκύπτει.