Μάης

Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα που ανοίγουν οι ουρανοί
λένε ένα φως που βλέπουνε οι άνθρωποι οι αγνοί

Στο φως που αναλήβεται ψηλά στον ουρανό
τ’ αγνά τους μάτια βλέπουνε τον ίδιο τον Χριστό

Στον χρόνο που ξανάνοιωσε, στις ώρες τις καλές
βλέπουν γαριφαλόσκονη στις πόρτες, στις αυλές

Τα δέντρα αγκαλιάζουνε, φωτίζουν τις πλαγιές
στολίζουν τριαντάφυλλα, πηγάδια τις πηγές

Γίνονται κάμποι ολόχρυσοι, γίνονται το κρασί
γίνονται ασημόκουπα να λάμπεις μέσα εσύ

Ευτυχισμένη πέτρα, βγες απ’ το βαθύ γιαλό
να δω τα λουλουδάκια σου, να την ονειρευτώ

Απρίλης

Ψαράδες την πρωταπριλιά μεγάλο ψέμα είπαν
σκαρφάλωσαν στις φασολιές και στα ουράνια βγήκαν
ήπιαν το γάλα των θεών, όλο το γαλαξία
αιώρες στο άλσος το ιερό με τα κορίτσια είδαν
τους πόθους και τα πάθη, το ερωτευμένο ελάφι

Το σάββατο τους ξύπνησαν οι γκάιντες και τα ντέφια
ο Λάζαρος ο αγέλαστος βάγια σκορπάει στα δίχτυα
το μοιρολόι της Παναγιάς, των γυναικών λουλούδια
αυτά αναστήσαν τον Χριστό, χαρές δες και λουλούδια
κι ο Άδης επικράνθη, τ’ άδυτα μύχια βάθη

Φωτιές τα χριστολούλουδα, η πλάση που ανασαίνει
χείλη με χείλη το γλυκό φιλι που ανασταίνει
ο ‘Αι Γιώργης στην πηγή πολέμησε τον δράκο
και τα νερά λευτέρωσε και πότισε τον κάμπο
ολόκληρη οικουμένη φιλί που ανασταίνει

Ψυχές ξυπνήσαν σώματα κι ήπιαν όλο το πάθος
πόσο κρατάει ο έρωτας όσο ανοιχτό ένα άνθος!
Άχρονο φως αόρατο, κατέβα να μας ντύσεις
κι όλου του κόσμου τις καρδιές να τις παρηγορήσεις
κόκκινες να τις βάψεις κι αόρατο να λάμψεις

Αύγουστος

Τριανταφυλλιά στην έρημο πάν’ σε κλαδιά πλεγμένα
η μικρομάνα του Χριστού άπλωσε τα πλυμένα

Τα ρόδα πήραν άρωμα, ανάκανθα άσπρα ρόδα
αγριοτριανταφυλλιά που σειότανε και ευωδά

Μέσα στ’ Αυγούστου τη νυχτιά ο ουρανός, τ’ αστέρια
δίχτυ πλεγμένο με το φως του ανέμου περιστέρια

Σεπτέμβρης

Τρυγητές των καιρών αποστάζουν τις στιγμές
το φεγγάρι ονειρόπολο σ’ ένα κρύσταλλο, ένα θολό

Γελαστοί θεατές του αόρατου θιάσου
στην ηχώ των ποιημάτων, στην αυλή είναι των θαυμάτων

Τραγουδάει ο χορός έναν ήλιο φωτεινό
το τραγούδι λέει των άστρων, των απόρθητων των κάστρων

Τρυγητές των καιρών αποστάζουν τις στιγμές
είναι οι ψυχές κρατήρες, οι αποταμιευτήρες

Δεκέμβρης

Κάποτε, μικρό παιδάκι, χώθηκα στην καμινάδα
μες στου χρόνου εκεί την στάχτη, μες στο μαύρο καταρράχτη
‘κει που κρύβονται οι ώρες, τα μελλούμενα, οι αιώνες
και τα όνειρα κρυμμένα κι όλοι οι άνθρωποι είναι ένα

Είδα θάλασσα ν’ απλώνει απ’ των αστεριών την σκόνη
το χρυσό που έγινε αλάτι μέσα στου Χριστού την φάτνη
είδα το χαρτί που ομιλεί, είδα τον Άγιο Βασίλη
των ονειροπόλων μόχθους, τους μικρούς κρυφούς μου πόθους

Τους κακούς και τους γαϊδάρους κι όλους του καλικαντζάρους
που όλο κόβουνε στον ανήλιο, κόβουν της ζωής το ξύλο
σπάν’ κλωστές, τα ρούχα λύνουν και ότι γράφεις σου το σβήνουν
να σε πάνε εκεί σου τάζουν που ποτέ δεν εορτάζουν

Κι ύστερα βγήκα στο χιόνι κι όλοι οι άνθρωποι ήταν μόνοι
οι καρδιές όλο κρυώναν γιατί οι γιορτές τελειώναν
κι όπως είδα τα αγιασμένα, τα παλιά, τα ξεχασμένα
λέω να τα πεις ωραία για να κάνουμε παρέα