Γιαννούλης Χαλεπάς
(1851-1938)

«Έπαθεν τας φρένας» η χαλεπή διάγνωση.
Κι απόμεινες – ο διακριθείς εις την αλλοδαπήν –
να βόσκεις, με τη σμίλη στο χέρι, τα πρόβατα.
Του χωριού ο τρελός και της Κέρκυρας τρόφιμος.
Χαίρει ο Πλάστης, Γιαννούλης ο Άγιος.

Ιερόδουλη η νόσος αποστρέφει το βλέμμα σου.
Μήδεια η μάνα φονεύει της ψυχής σου τα άψυχα.
Κι εσύ θαμμένος στα έγκατα, ατενίζεις μάρμαρα τα ουράνια.

Πιστές σου κόρες η Κοιμωμένη κι η Πεντάμορφη.
Άμορφες οι υπόλοιπες της ζωής σου οι εύμορφες.
Γαλήνιες μες στου θανάτου το μυστήριο.
Κοιμητήριες μήτρες αειπάρθενες καταλύουν
της λήθης το αλάθητο.

Παγά Λαλέουσα


Λάλον ύδωρ και αμίλητο νερό των Δελφών.
Ποιος ο χρησμός;
«Πίστευε και μη ερεύνα»
ή άλλως
«Πίστευε και μη, ερεύνα»

Άφωνος ο Απόλλωνας κι η Πυθία λαλέουσα.
Ημερώνει ο θυμός της Μοίρας.
Λάθος το πάθος της μόνης Αλήθειας.

Μακάριοι οι αεί αμφιβάλλοντες
ότι αυτών η Βασιλεία των Στοχασμών.

 

 

Χωρίς Ήχο


Ναυάγιο.
Κι εγώ χορδή στο βυθισμένο πιάνο.
Χωρίς ήχο.

Βουβή η παρτιτούρα.
Παρακείμενη.

Δόλωμα η νότα αγκιστρωμένη
στο έντεχνο λαρύγγι σου.
Ερήμην η σύνθεση.
Εκτελείται ανά παύση.
Άμετρη.

Προσοχή.
Το βάθος αθέατο.
Κι οι επιφανείς ανίδεοι για το νόημα
της φυσαλίδας που αναδύεται.

Το Αμφίσημο Ροκ

Σάρκασε της πέτρας η σάρκα
και πάγωσε το δάκρυ της πετρωμένης ψυχής.
Εγγράφεις μορφή στο άγραφο της ύλης .
Αρθρώνεις γραφή στο άμορφο του κάλλους .
Απορεί ο πόρος με το σκίρτημα της σμίλης:
“Ποια συστολή τα όρια της διαστολής ορίζει;”

Μέρωσε τα σκοτάδια της η νύχτα
λαμπρύνοντας το βλέμμα της αυγής.
Σκιάζονται στο φως τα κοίλα
κι αρμολογούνε τη θωριά τους τα κυρτά.

Σεμνύνεται η κούραση σου, γλύπτη,
σαν στήθηκε κατάντικρυ ο βράχος,
αμφίσημη αντίστιξη ζωής.