ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ

1

Αν βάλω προτάσεις τη μια κάτω απʼ την άλλη,
θα γράψω στίχους; Ενώ αν τις βάλω δίπλα-δίπλα,
τι θα ʽναι; Πρόζα; Σταθείτε λίγο να πάρω πόζα…
Ξεκινάμε με τα φώτα της μνήμης και μʼ όσους
άλλους ορισμούς διαθέτει η ανοησία του καθενός,
ικανή να διακρίνει τα χρώματα της ίριδας απʼ τις
ταξινομήσεις του ζωικού βασιλείου. Για τα φυτά
ούτε λόγος. Γεννιούνται και πεθαίνουν ευτυχισμένα.
Το ίδιο και κάποια μαλάκια που διαθέτουν τα πάντα
εκτός από συνείδηση.
Την αρχή των πάντων την υποθέτουν όλοι.
Αφιερώνουν μάλιστα ατέλειωτες ώρες σε τέτοιες
υποθέσεις, που καταλήγουν να ξεχνούν αυτό που
δεν χρειάζεται να υποθέσουν, το τέλος τους.
Όπως και να ʽχει, για όλους ισχύει ένας
μοναδικός αξεπέραστος ορισμός: ζωή είναι
η ικανότητα προσαρμογής στις απώλειες.
Αυτή η ικανότητα κατακτάται με την εμπειρία,
όχι με την τέχνη. Η τέχνη δε μπορεί εκ των
πραγμάτων να εξασφαλίσει τη ζωή. Μπορεί
εκ των υστέρων να προσφέρει μια κάποια
εκτίμησή της, δηλαδή τίποτα σπουδαίο.
Συμβαίνει και κάτι περίεργο. Ίσως και να
μην είναι τόσο περίεργο. Η προσαρμογή
στις απώλειες, όσο περνά ο καιρός, αμβλύνει
την ικανότητα προσαρμογής στο καινούριο.
Η μνήμη αντιδρά, γιατί επιδιώκει τη συνέχεια.

Νοσταλγία σημαίνει αντίδραση στην έλλειψη,
δηλαδή καθυπόταξη στη συνήθεια, στη μνήμη.
Γιʼ αυτό, ενώ όλοι ζούμε με την απορία του τι
σκέφτεται ο άλλος, συμβαίνει το εξής κωμικό:
προσπαθείς να γίνεις άλλος, όταν για τους άλλους
παραμένεις ίδιος. Συμπέρασμα: δεν έχει καμία αξία
η κουβέντα για την ετερότητα και την ιδιαιτερότητα.
Φαντάσου λοιπόν πως είσαι αόρατος τυφλός
μέσα στο θόρυβο της δικιάς σου απουσίας,
πως είσαι μια τόσο δα μικρή σταγόνα που
αισθάνεται άβολα, και προσπαθείς να ξεφύγεις
απʼ όσα ποτέ δε σου καταλόγισαν, τα φαντάστηκες
όμως, φαντάστηκες πως είσαι μια κατανάλωση
σε πάγκους λαïκής αγοράς κι ανασαίνεις και περπατάς
κι αγγίζεις τις χρησιμότητες του μέλλοντος,
με το βλέμμα σκυφτό στο μέτωπο της γης,
ακολουθείς τις πορείες των λέξεων. Όταν σε πλησιάζουν
τα τέρατα της νύχτας, δεν έχεις τίποτα να πεις,
και καταλαβαίνεις ναι καταλαβαίνεις ότι μαζί σου
κανείς δεν ασχολείται. Η μνήμη σου μια τρύπια συνήθεια,
αλλά κανείς δεν ασχολείται μαζί σου. Συχνά μασάς
μια φέτα πορτοκάλι, κοιτώντας τις ώρες να φεύγουν,
απέναντι ο τοίχος να μην χαμογελά ποτέ, σοβαρός πάντα
κι αμείλικτος, αναρωτιέσαι μήπως αντικρίζεις άγιο
ή καταθλιπτικό τεμπέλη. Όχι πως θα ʽθελες να πιάσεις
κουβέντα μαζί του, αλλά η αγιότητα προκαλεί αμηχανία,
το ίδιο κι η θλίψη. Τα συναισθήματα κουράζουν,
πρέπει σώνει και καλά νʼ ασχολείσαι μαζί τους.

Και βρίσκεσαι στη βροχή ενός δρόμου, μόνος
σε ξαφνική βροχή, με τα κόκαλα να τρίζουν,
με λυγισμένα βήματα, αντικρίζεις εικόνες παιδικού
εφιάλτη, τυλιγμένος ως τη μέση από κινούμενη άμμο,
να βυθίζεσαι, να ξυπνάς μια συνηθισμένη μέρα
που θα σου χαρίσει άλλον έναν εφιάλτη, όταν θα τρέχεις
να ξεφύγεις από σκιές, και την ώρα που μαζί τους παλεύεις,
έτοιμος να λυγίσεις, ξυπνάς πάλι,
συλλογιέσαι πόσο ασυνήθιστο είναι το σκοτάδι,
πόσο αξεπέραστες οι εικόνες του. Και να ʽχουν περάσει
τόσα χρόνια, κι εσύ να ʽσαι μόνος μες τη βροχή,
να βυθίζεσαι ως τη μέση μες το παρελθόν,
να τρέχεις να ξεφύγεις. Από τι άραγε;
Σκοτάδι είναι η έκπληξη της μνήμης.
Άλλοτε πάλι θυμάσαι πτήσεις παιδικές,
να τρέχεις σε κατηφόρα, να κουνάς τα χέρια,
να πετάς πάνω απʼ όσα έζησες. Και ξυπνάς
μια συνηθισμένη μέρα κι αναρωτιέσαι
που πήγαν όλα αυτά τα όνειρα, γιατί δε μπορείς
πια να πετάξεις. Αλλά κανείς δε μπορεί
νʼ απαντήσει, ούτε συ ο ίδιος.
Σκοτάδι είναι η αναπόφευκτη λήθη.
Κι όσο προσπαθείς να μην ξεχάσεις, άλλο τόσο
βυθίζεσαι στην άμμο της παιδικής ηλικίας.
Θυμάσαι σκορπιούς που σε τρόμαξαν,
κορίτσια που ποτέ δε σου μίλησαν.
Αλλά τώρα μʼ ένα δαχτυλίδι στην καρδιά,
δείχνεις στον θάνατο από πού να περάσει
το βέλος του. Κάτι κατάφερες όλα αυτά τα χρόνια.

Οι παλιοί φίλοι ξοδεύτηκαν, οι καινούριοι γίνανε υποψίες.
Τους παλιούς έρωτες τους ζεις όταν κοιμάσαι.
Κοιμήσου λοιπόν. Εκεί όπου ονειρεύτηκες, ποτέ
δε θα ξυπνήσεις, ούτε στον ύπνο σου.
Ετοιμάσου για μελλοντικές απώλειες.
Δε γίνεται αλλιώς! Όπως δε γίνεται να σταματήσεις
να φοβάσαι. Μπορείς όμως να συνεχίσεις να μασάς
μια φέτα πορτοκάλι, κοιτώντας τις ώρες να φεύγουν,
κοιτώντας τον τοίχο, αυτόν τον άγιο, τον καταθλιπτικό
τεμπέλη που προκαλεί αμηχανία, σαν κι αυτούς που
δεν έχουν τίποτα να σου πουν, για να μπορείς
νʼ αντέξεις την απουσία σου, σʼ έναν κόσμο όπου
οι παρουσίες είναι σχεδίες σε σκοτεινά νερά.
Σε περιμένει το παρελθόν σου!
Εύκολο δεν είναι, το ξέρεις, ξέρεις καλά
τʼ απλωμένα βήματα, τη διαίρεση του πόθου,
τα θυμωμένα φιλιά που ρημάζουν τα ρόδα,
τʼ ανεξήγητα λόγια σε τοίχους καρφιά
μιας ολάκερης ζωής που δεν αντέχει απουσίες,
παρά μόνο τη σκέψη πως μπορεί να τα ʽχει όλα.
Έτσι, απομένει να βρεις την αγάπη που ξέχασες
σε τρένο χωρίς προορισμό…εκεί που σου μίλησε
μια ανάσα κι εσύ την έσφαξες μʼ ένα χαμόγελο,
γιατί αναστέναζες απʼ το βάρος μιας αόριστης
αμφιβολίας και ζητούσες να σου χαριστούν τʼ αστέρια,
γιατί ποτέ δεν κατάλαβες τίποτα δεν ξέχασες.
Ήθελες πάντα να ʽσαι ο μονόλογος
της δικιάς σου αποκλειστικής αλληγορίας,
να προσκυνάς την τοτεμική σου υπόσταση,
να δίνεσαι μόνο στην αυτάρκεια της φαντασίας σου.
Συνέχισε τα χαμένα πειράματα στο σκοτάδι της ανεπάρκειας.
Ώσπου και συ ο ίδιος νʼ αποκλείσεις
τον εαυτό σου, γιατί σε τι πίστεψες;
Παρεκτός απʼ τη διάρκεια της ικανοποίησης;
Και καθώς βιάζεσαι να γυρίσεις στο χώμα…
είναι τόσα πολλά…Η μνήμη σου έχει το μήκος
ενός σκουληκιού. Πότε ήσουν ειλικρινής;
Συνέχεια δικαιολογίες! Και πάντα περίμενες
να σε πάρουν στα σοβαρά…
Όταν μέσα σου ηχεί ο τροχός του πόνου,
είσαι για λύπηση όχι για κατανόηση.
Ώσπου να το καταλάβεις, μπορείς να ξοδεύεσαι
σʼ εκδηλώσεις ασήμαντες, έτσι όπως φαντάστηκες
σημαντικός πως είσαι. Γίνεσαι άλλη μια υποψία,
αλλά έχεις να κάνεις μʼ ανθρώπους, με μια φύση
ξεχασμένη. Το σκοτάδι σε περιμένει.

Όταν όλες οι απώλειες θα έχουν γίνει μνήμες,
κι εσύ θα κοιτάς τα νύχια του απρόσμενου,
πίσω από μια κουρτίνα που διαγράφει το φως
στιγμών ακαθόριστων, να ξέρεις τότε πως έγινες
η αιτία του μέλλοντός σου.
Μέρες μικρές! Χάδια από φως! Λόγια πεσμένα!
Όνειρα τρύπια! Ανένδοτη μνήμη! Ωραία ζωή!
Αξέχαστη νιότη! Βλακείας ανάγνωσμα!
Πόσο βολική είναι η σιγουριά!
Γιατί λοιπόν σκέφτεσαι αναντικατάστατες στιγμές;
Στις όχθες του φόβου στάθηκες ξανά και ξανά
με μάτια υγρά, τότε που πέθαιναν τα κρίνα.
Η σκέψη σου αίολη, μια υπογράμμιση στη συνήθεια.
Οι λέξεις πικρές ως τη δύση της εποχής που καιγόσουν
απʼ τη σιωπή των συμβόλων.
Όταν ήρθε το κρύο, έγινες ατμός.
Είσαι τʼ όνειρο που κουβάλησαν τα δάκρυα,
μετά από αιώνες μεθυσμένους στο πέλαγος
ασήμαντων κρίσεων. Μια φωτιά πλαγιάζει
τις νύχτες όταν άσκοπος γυρνάς, μελετάς
την αρχή των πράξεων. Μιλάς για λάθη
μακρινών εποχών, γιʼ αδέρφια με πλάτες γδαρμένες.
Ιστορία σου μια πονεμένη διάρκεια, μέτωπα
τρόμου, παλάμες νεκρών, σώματα βασανισμένα από αίμα,
στήθη γεμάτα σκιές, μάρτυρες θανάτου,
κατεδαφισμένα πρόσωπα, πυκνές αγωνίες,
καρδιές αδύναμες στο γκρέμισμα του χρόνου.
Σʼ αγκαλιάζουν αρχαία χαμόγελα, έχεις το στέρεο έδαφος
της απουσίας, μιας λάμψης νεκρής, βλέμμα
της νύχτας κραυγή παράδοξη. Γραφή έγινες μεσάνυχτα άγρια, βουβό ναυάγιο, γκρεμισμένο σε πτώματα λέξεων.

Ο ήλιος ξανάρθε να πλύνει τα θλιμμένα σου σχήματα,
πνοές που απλώνονται στης επανάληψης το μοιραίο βήμα.
Η μνήμη λειτουργεί πέρα απʼ το δηλητήριο της μέρας.
Τα σφιγμένα χείλη σου δίνουν χώρο να πέσεις
σε πένθιμες εικόνες μοναξιάς. Τίποτα δεν χτυπά στο
κατώφλι ανώφελων κινήσεων. Αποκτάς μιας φωνής
τα σκοτωμένα σύμφωνα. Ο άνεμος ματώνει την ερημιά σου.
Ζεις με τις λέξεις, με ανώφελα σχέδια, ανθίζεις αμίλητος.
Ας έλεγες τουλάχιστον πως θυσιάζεις την άνοιξη και κυνηγάς
το ασήμαντο. Με την καρδιά να υπακούει στην πέτρα,
με τʼ άδεια σπλάχνα της αυγής να γυρεύουν
το σάβανο της νύχτας…
Καιρό τώρα είσαι πιο νεκρός κι από τοίχο!

2

Μεγάλωσες στη θέα πανίσχυρων τοίχων
ενός δόγματος για το μηδέν και το άπειρο,
κάτι σαν τα γένια του Πυθαγόρα, ανακάλυψες
στην άκρη μιας λέξης το σώμα του παροδικού.
Μνημεία αβάσταχτα τα υγρά της νύχτας,
όταν οι μέρες ακουμπούσαν σα βαμβάκι
το μάγουλο του χρόνου σου.
Ξοδεμένος τώρα γυρνάς με άρωμα συμφοράς
στις μασχάλες του λόγου, ώσπου οι λέξεις
να μην σημαίνουν πια τίποτα, παρά μια ελάχιστη
διαπραγμάτευση με το γλυκό φέουδο του είναι.
Με όνειρα να κατοικούν σε αυλή παιδική
που μυρίζει χαμομήλι, όλες τις ηλικίες
αρνήθηκες, ώσπου έντυσες με πρωτόγονα γέλια
τον ύπνο σου. Άνθρωπος χωρίς ηλικία,
απʼ τα τζάμια των ματιών σου πέρασαν αιμορραγίες
σκληρές, και το σύμπαν μια πληγή, μια κραυγή,
που επιστρέφει στο σκοτάδι. Οι αιώνες
θα πονάνε ως το τέλος του χρόνου, ως να γίνεις
ένα παγωμένο τίποτα. Σα μια έντρομη
αποσύνθεση ατενίζεις τον κόσμο.
Όταν η γνώση θα φλέγεται και η σελήνη
γυρίσει την πλάτη, όταν βουβαθεί το αιώνιο
και το παρόν αποκτήσει φτερά, θα επιστρέψουν
τα βλέμματα στην έρευνα δίχως κρίση,
σε λόγια δίχως δικαιολογίες, σε χέρια
ανεξάρτητα απʼ τη νύχτα. Γιατί ο χρόνος
ούτε χάνεται ούτε κερδίζεται, πάλλεται,
απλά πάλλεται.
Πάσχεις απʼ την αόριστη μελαγχολία του κάπως.
Και προσπαθείς νʼ αγγίξεις απαλές προσευχές,
ώστε η ομορφιά που ζήτησες πέρα από σένα
να ζήσει. Γιατί τι είναι ομορφιά, αν όχι η έσχατη
αναζήτησή της;
Στις γκρίζες σταγόνες της παρουσίας όσων πια
δεν υπάρχουν, καταλήξαμε να ζητάμε
μυθικές συνέπειες, έτσι όπως μια κουβέντα
σκοντάφτει στην εμπειρία μιας άλλης εποχής.
Σωπαίνουμε ξανά κάτω από έναν ήλιο καθρέφτη
στιγμών που δε ζήσαμε.
Είσαι η αδιάφορη προκήρυξη του είναι μου.
Θα συμβούν πολλά σαν τίποτα, όταν θα λες
πως συνάντησες θύελλες σε οθόνη,
πως οι ματιές μας είναι γλώσσες αλμυρές,
ένα ψωμί που ψήθηκε στην έρημο…
τρεις άτολμες τελείες.
Αλλά όταν τελειώνει μια πρόταση,
κάποια άλλη αρχίζει. Πάντα έτσι γίνεται.

Με πρόσωπο φωτεινό μακάριζες
τη βασιλεία των ανέμων, στις σκιές του δάσους
γελούσες κι ανέγγιχτος έφευγες.
Σε περιμένουν οι φίλοι μʼ ένα μπουκέτο
παράπονα, αφού ξεχάστηκες σε μνήμες ατέλειωτες
κυνηγώντας καλοκαιρινές φωτιές.
Θα χρειαστούν άλλα τόσα αιώνια βάσανα,
ως να γίνει ευλογία της μέρας η νύχτα.
Μάτωσε ο λίγος χώρος που μας δόθηκε,
αλλά δεν ξεχάσαμε το τίμιο χαμόγελο.
Και μας πλακώνει ο θάνατος, μια λέξη
παντοτινά άγνωστη, που τη ζούμε
σαν απουσία κι απώλεια, σαν κάποιο τέλος,
γιατί συμβολικά ζούμε…αχ αυτά τα σύμβολα!
Ανταποκρίνονται σε κάτι; Αν γράψεις τη λέξη νερό,
σημαίνει πως ήπιες τέσσερα γράμματα;
Αχ…τι ρωτώ! Ξέφυγα…ξέφυγα.

Η αστεία μου μνήμη κάποιες νύχτες τραντάζει
με γέλια τον ύπνο μου. Ονειρεύομαι βατράχια
με κομπινεζόν, ιπτάμενους κεφτέδες, κολοκύθες
με κράνη, ακρίδες με γυαλιά μυωπίας,
αράχνες να καπνίζουν ναργιλέ, γαϊδάρους να
χορεύουν κλακέτες, ιγκουάνα να παίζουν σαξόφωνο…
Κάπως έτσι ξεγελώ τον χρόνο μου, μʼ αστείες
φιγούρες. Όμως ήμουν κι εγώ εκεί,
πριν συμβούν όλα αυτά, μύριζα άνθη λεμονιάς,
με τα χέρια ισορροπούσα σε ξύλινα πατώματα.
Ούτε που ένιωσα πως πέταξαν οι εποχές, ακίνητος
τις κοιτούσα να φεύγουν, να γίνονται κύκλοι νερού,
που σβήνουν στο κύμα, κύματα που χάνονται
σε βραδινές εκτάσεις. Στα δόντια κρατούσα
την άρνηση. Περίμενα τον επόμενο χειμώνα.
Η αιωνιότητα μου ήταν αδιάφορη. Άγγιζα τη νύχτα
σε παλιά βιβλία με πληγωμένο δέρμα, γινόμουν
ήρωας κάθε ιστορίας, στο χαμομήλι της αυλής
ξαναζούσα την ανθρώπινη μοναδικότητα.
Πια δεν υπάρχει το χαμομήλι ξεράθηκε,
κι όλες οι ιστορίες γίνανε πειράγματα.
Kάπως έτσι τελειώνουν τα πράγματα.

Μετά μπερδεύτηκα σε νήματα πόθων
και μικρών εκτιμήσεων. Μια δίσεκτη φωνή
που ουρλιάζει σε θυμωμένα σύννεφα.
Όλος ο κόσμος έγινε ένα βουβό διαμάντι.
Έχανα τα μάτια μου. Έπαιζα με φαντάσματα,
εκπληρώνοντας αρχαίες συνήθειες. Έτσι
φοβήθηκα τον άνθρωπο. Έτσι απέτυχα
εκεί που αρχίζει το ποίημα.

Το αλάτι απʼ το πρόσωπο ξέπλυνα, για να δω
πάλι πίσω απʼ τη ζάλη, με την ίδια στέρηση
ψηλαφούσα το τέλος κάθε νέας αρχής.
Τα ψέματα πλήθαιναν στο βασίλειο της
αιώνιας αμφιβολίας. Τριγύρω ακούγονταν
αλλόκοτες συλλαβές όλων των φυλών της γης.
Απέραντες διαδηλώσεις στους δρόμους
της παρεξηγημένης απαίτησης, όταν κατέβαινε
η αυλαία της ομορφιάς. Τότε ο χώρος γινόταν
φρίκη. Πνίγονταν σε δακρυγόνα τα όνειρα.
Η κωμωδία των σχεδιασμένων ενστίκτων.
Κι ούτε που ξέρω τη σημασία της ποίησης.
Γυρνόφερνα από κουβέντα σε κουβέντα
νεκρών φωνών που ποτέ δε γνώρισα,
μόνο φανταζόμουν το παράδοξο της σιωπής τους,
το χρώμα της ελιάς, το σύμφωνο της άνοιξης.
Ο άνεμος είναι πιο πικρός απʼ τη νεότητα
που δαγκώνει το μέγεθος της ουτοπίας.
Η γλώσσα έγινε πείραμα θανάτου,
μια θλιβερή συνήθεια, όταν στο λάκκο
του ανείπωτου στεγνώνει η μοναξιά του πόθου.
Αν τα σκεφτείτε όλα αυτά, για κλάματα είμαστε.
Σκεφτείτε άλλα, γιατί δεν χάθηκε τίποτα που
άσκοπα ζητήσαμε.
Θλιβερή είναι η εξουσία της απώλειας.
Ωστόσο, θεραπείες υπάρχουν.
Όταν ακούς μια χαζοϊστορία του φίλου.
Όταν είσαι απαθής στη νύχτα.
Όταν μεθάς πέρα απʼ τη μνήμη.
Γραφή είναι μια επίορκη πραγματικότητα.

3

Στη λάσπη βασίλεψε ο καθαρός λόγος, το αβάσταχτο
όνειρο. Οι φωνές των αιώνων αντηχούν
το ρεφραίν του απρόσμενου. Αναρωτιόμαστε
αν είμαστε δυο ή περισσότεροι….ή ο κανένας.
Ο θρύλος του δάσους κατοικεί το παράδοξο.
Τα λόγια αγκαλιάζουν την τέφρα.
Ο Αισχύλος μας κλείνει το μάτι.
Να οι κυνηγοί της οδύνης! να τρέχουν πίσω από
νεύματα και μόδες, όταν λείπει
το νέο χαμόγελο. Στην ερημιά ξαγρυπνά
η σιωπή των πραγμάτων.
Ψάχνουμε το νέο μας πρόσωπο.

Φώτα του χειμώνα πάνω στους δρόμους,
όταν κουβεντιάζαμε το αιώνιο.
Η μοίρα μας μια γαλάζια αστραπή.
Τα φτερά της νύχτας σκεπάζουν
το λυπημένο βλέμμα. Ξαναζεί
το βρεφικό σύμφωνο. Το αιώνιο
μια αιώνια καταδίκη, έτσι αποφασίσαμε.
Μετά σου μίλησα για τα έθιμα των φυτών,
τις συνήθειες των άστρων, τη γλώσσα
των πουλιών, γιατί δε μπορεί να δικάσεις τις λέξεις.
Η σιωπή κρύβεται πίσω απʼ τον ύπνο,
στων παιδιών τα μακάρια πρόσωπα.
Η ερημιά βρίσκεται παντού, στο καθετί
που μας χωρίζει απʼ τον κόσμο.
Επινοήσαμε το παν, για να μπορούμε
νʼ αντέξουμε το τίποτα. Τόσο αθεράπευτα
ανόητοι, τόσο δημιουργικά ηλίθιοι, τόσο
ασυγχώρητα μόνοι!
Αλλά ό, τι δημιουργείται, καταστρέφεται,
ως τη μοιραία επιστροφή στο υδρογονικό ηλεκτρόνιο.
Ποιος τάχα ξέρει τις αντοχές του σύμπαντος;
Κοιμηθήκαμε πάνω απʼ τη θάλασσα,
τον χρόνο κρατώντας σα μια φλούδα νερού.
Η ταφή των λέξεων αποδείχτηκε η μόνη συνέπεια,
όσο ο κόσμος μεγάλωνε έγκλειστος σε λέξεις.
Πρωί μας άρπαξε η βροχή, κι όλη την έρημη
περπατήσαμε έκταση, μέχρι που το στόμα του γκρεμού
στης νύχτας τα χέρια να τελειώσει τη σκέψη μας.
Το χρώμα της άνοιξης θυσιάσαμε
στο απέραντο βασίλειο της αγωνίας.
Μοιραία φωνήματα αναπτύξαμε.
Για να γίνουμε τελικά τι;
Φαντομάδες της νόησης;
Σαλτιμπάγκοι της ύπαρξης;
Αχνές μορφές μιας μέρας στο χιόνι;
Μας δόθηκε μια μόνο στιγμή φωτιάς,
όσο ο ήλιος πυρπολούσε τη δειλινή υγρασία.
Ο διαχωρισμένος άνθρωπος.
Φριχτά τον καλούν οι ασάλευτες πύλες.
Για νʼ αντέξει τον ουρανό επινόησε
τη φλόγα της προσδοκίας.
Η εμπειρία ησυχάζει κάτω απʼ τη θάλασσα.
Μιλάμε αυτό που αντιστοιχεί στο τίποτα,
κάτι σαν τη βραδινή ουρία.
Υπάρχουν άπειρες λέξεις χωρίς σημασία,
αλλά συννεφοσυνήθισες τα αναπάντεχα ναι,
τα αναπότρεπτα όχι. Συννεφοκοιμήθηκες
με το στόμα άδειο, για να εγκατασταθεί
στο περίπου η άγονη σκέψη.
Κάπου ξεχάστηκε το βιβλιάριο ζωής.

Το μέλλον είναι παιδί που κάνει ζαβολιές,
όπως παρόν είναι μέλλον του παρελθόντος.
Στο μεταξύ ο κόσμος γυρίζει σαν τσουνάμι
στης ματαίωσης το ηχηρό προβάδισμα.
Γιʼ αυτό σου λέω, ανίκανοι σταθήκαμε
κυνηγοί της αλήθειας. Άλλο δεν έμενε
από το νʼ αντιγράφουμε τις κραυγές των άλλων.
Ω τι εύκολος κόσμος, μπαμπά!
Γιʼ αυτό σου λέω, γίνε απαλός σαν τη δροσιά,
ανίατος σαν το χαλάζι, αέρινος σαν ένα καλωσόρισμα,
γυμνός όπως το χαρούμενο δάκρυ.
Οι αντιστοιχίες βρίσκονται πέρα απʼ τη στιγμή.
Η γη ένα ματωμένο σεντόνι.
Το μέλλον ένα παιδί που κάνει ζαβολιές.
Κι εσύ χαμογελάς σʼ ένα μπαλκόνι.

Είναι τόσα πολλά που δεν χωρούν σε λέξεις,
κι άλλα τόσα που τις καταργούν.
Βρισκόμαστε μέσα σε κύμα.

(Συνεχίζεται στο αόριστο μέλλον)