εξώφυλλο: Στράτος Φουντούλης

Ακούστε εδώ την παρουσίαση του Βασίλη Λαλιώτη

VI. ΑΛΟΗ ΚΑΙ ΣΑΠΩΝΑΡΙΑ
Στον Γεδεών Γκουτσούμπα, στον Άδη

Το νερό δεν είναι ποτέ ζεστό
στην μπανιέρα, μόλις ανοίξεις το ντουζ, όσο
κι αν το σπρώχνεις στο κόκκινο. Το απόθεμα
των υδραυλικών σωλήνων εκστομίζει
κρύο κι αναφυλαξία. Εκείνη
τη στιγμή το χάος ανάμεσα
σʼ επιθυμία κι εντολή,
έχεις όλο το χρόνο να σκεφθείς,
πολύτιμα δευτερόλεπτα ανακωχής,
το σώμα σου στις ελάχιστες
παραμορφώσεις του: ο νεκρός χρόνος
της θέασης ενός σπίλου,
ένας καλόγηρος που κατασκήνωσε
σε μια πτυχή του γλουτού σου
μοναχός και παραδείσιος
από μηνός και πλέον,
η αντίστροφη ανάπτυξη
μιας τρίχας που εξελίσσεται ερήμην σου
σε απόστημα, μια επίμονη φαγούρα
στους όρχεις. Έχεις όλο το χρόνο
μέχρι να φτάσει ζεστό το νερό
στη σωλήνα να ψάξεις το σώμα σου
στις ελάχιστες μεταλλάξεις του,
το εξωτερικό που αναβλύζει
και σου γλύφει τους μηρούς
ρυάκι που αλλάζει θερμοκρασία
κρύο, ζεματιστό, επιθετικό
διακόπτει την ενασχόλησή σου
με τον εξωτερικό σου εαυτό,
που όσο κι αν τον ψάχνεις νυχθημερόν,
σου φαίνεται πως δεν θα επικοινωνήσεις
ποτέ μαζί του: από το κρύο ντουζ
στο ζεστό κι απʼ το καυτό
στην οδύνη το σώμα αποτραβιέται,
θέλει να αποφύγει το επώδυνο
ερέθισμα, ως τα άκρα
κι ας είναι μόνο τα δάκτυλα
σομελιέ της καθημερινής σου δοκιμασίας,
αφού κανένας δεν σου απάντησε ακόμη
πως ξεπλένονται τα σπλάχνα,
τα σηκώτια σου πως ζεματίζονται.

Ποιος ποτίζει την κοιλιά
το λεπτό και παχύ έντερο
που πλέον ξεχυλίζουν από παντού
και σου αποκρύβουν τη θέα.
Εκεί κάτω όμως, η ζωή γλιστράει
σε απόσταση χειρονομίας,
αρκεί μόνο να απλώσεις τα χέρια σου
να τα καθοδηγήσεις, έτσι
που ανάμεσα στις σαπουνάδες
στην αλόη και τη σαπωνάρια,
ακόμη πιο καυτό κι απʼ το ζεστό
νερό, να κυλήσει αβίαστα
στα μπούτια σου το σπέρμα,
όμοια κι η ψυχούλα σου ξέφυγε

μες στο σιφόνι της μπανιέρας.

VI
ALOE AND SAPONARIA

to Gideón Goutsoúmbas

The water is never hot
when you turn the tap on
to have a shower,
even if turned full out. What
is left in the pipes spurts
chill and allergy. That
instant (chaos between
wish and command)
you have time to think
(rare seconds of truce)
of your bodyʼs slight
flaws: stopped time
at the sight of a spot,
a boil camped
in the fold of your buttocks
(a Robinson Crusoe
for over a month now),
a hair growing inward
into an abscess
without your knowing,
your balls itching
like hell. You have time
before the water pours hot
from the tap to examine your bodyʼs
minutest mutations.
Water that gushes
licking your thighs,
streamlet that changes temperature
(cold, scalding, assertive)
interrupts your occupation
with your outer self,
whom night-and-day though you are examining,
you feel youʼll never
contact. From a cold shower
to a warm one and from a hot one
to pang, the body backs away,
it wants to be spared of searing
inflammation all the way,
even if only the toes
are sommeliers of your daily tribulations,
since no one has yet answered you
how the bowels are rinsed,
how your kidneys are washed of blood,
who waters the belly,
the small and the large intestine,
which now pour out of everywhere
and block your view.
But down there, life slides
to a gestureʼs extent,
youʼve only to stretch your hands
and guide them, so that
through the suds,
the aloe and the saponaria,
hotter than the warm
water, your sperm rolls leisurely
down your legs,
the way your soul escaped

down the bath drain.