Ο φόβος των αγγέλων
Δρασκελίζουν το κατώφλι χαμηλόφωνοι
κάθε απόγεμα κόβουν τα μαλλιά τους
και τα θάβουν βαθιά
ν’ ανθίζουν ανακατωμένα οι μέρες
όταν περνά ο άνεμος
να μη μαδά τα φτερά τους.
Ενύπνια αγάλματα
Μέσα απ΄τα κάδρα
με χέρια γλυακά
κρατούν τ΄αγάλματα αποκοιμισμένα
μη στάξουν τα μάτια τους λευκό.
Μέτά από τα ρήματα
ξυπνούν κλειδωμένοι έξω απ΄τις ώρες
κι αρχίζουν αιχμάλωτοι να παίζουν
μες στους καθρέφτες
ώσπου να έρθει το βάθος αδιάκοπο
να τους εξαφανίσει.
Αποστάσεις
Ξυπνούσε πάντα ακέραιος…
Μάζευε προσεκτικά
τους σπασμούς και τα ερείπια δέντρα
όταν λιγόστευε η ανάσα του
μάκραινε τις αποστάσεις
κι έπεφτε ν’ αποκοιμηθεί
έναν αιώνα ακόμα.
Η δίψα των πουλιών
Ακουμπά τη ροή στο μάγουλό του
να συνάξει τη δίψα των πουλιών
τα διάφανα μέλη των ερώτων του.
Κάτω απ΄τα σεμνά του πόδια
ρέουν τα δέντρα μαζί με τ΄άγια του μαλλιά
κι ακούγεται ως εδώ
να σπάζει δυνατά
η στρογγυλάδα των νεκρών.
Δεν υποχωρούν τα σημάδια
στην ουσία επαινούνται οι πόνοι του.
Οι ξένοι
Με παλίμψηστα ονόματα
κατέβαιναν από τα ημερολόγια
επέστρεφαν τα χρυσάνθεμα
και λησμονούσαν το σταυρό.
Έμεναν έξω από τα μεσημέρια
με χέρια ευωδιαστά
κι όπως εξατμιζόταν
η λάμψη απ΄τα μαλλιά τους
τα μάτια μίκραιναν
και γίνονταν ξένοι.
ΒιογραφικόΗ Μάγδα Χριστοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Κατάγεται από την Πρέβεζα. Από την εφηβική της ηλικία ασχολείται με τη ζωγραφική και την ποίηση. Ζει και εργάζεται στην Πάτρα. Η “Πρόσοψη του βλέμματος” είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.











Mετά από αρκετά “ποιητικά” εγκεφαλογραφήματα, λογόρροιες και παράνοιες, κυρίως εκ Κύπρου(λόγω πλέον σοκολατοειδούς νεολαίας), που παραδόξως πολλοί μαζωχιστικά τα επαίνεσαν, ακούμε από την Μάγδα Χριστοπούλου(που δεν φοβάται να μάς πει την ηλικία της) και μια γνήσια προσπάθεια να ειπωθούν πράγματα πιο ουσιώδη και με εμφανή την πρόθεση να περάσει προς τα γνήσια της Ποίησης, δηλαδή τη μετάπλαση των πεζών και καθημερινών σε διαρκώς ισχύουσες ελπίδες με τον τρόπο της ομορφιάς, του μόνου τρόπου για την “καλή” τέχνη. Ας αποφεύγει όμως τα παλιά σύμβολα και γλωσσικώς τα πολλά ρήματα. Δεν πειράζει, έχει καιρό.
Εύγε κα Χριστοπούλου! Τα ποιήματά σας είναι συγκλονιστικά. Από τις καλύτερες αναρτήσεις και μια ποιητική φωνή με μέλλον. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τέχνη και μάλιστα υψηλή τέχνη.
Μια υπέροχη εμμονή με τα “μαλλιά” και αυτό το άχρονο “μετά τα ρήματα” μου φτάνουν γιατί έχουν μια φτιάξη στέρεα. Έχουν ρυθμό και σε τριγυρνάνε στίχοι που χορεύουν.
Κάτι ακόμα, λίγο ενοχλητικό για μένα.
Σε μένα λειτουργούν περισσότερο ως σημεία αναφοράς και παρατήρησης και να αποκαλύπτουν με το σταγονόμετρο προσωπικές βιωματικές συντεταγμένες. (εγώ την κάνω γούστο αυτή τη σμίξη και την όσμωση). Μου φτάνει μια αίσθηση ότι είναι κάπως εξαφανισμένη μέσα στα δικά της σώματα των ποιημάτων που έτσι και αλλιώς μου αρέσουν. Να το πω καλύτερα, σαν να κρύβεται στα συγκεκριμένα και θα ήθελα να ήταν κάπως πιο ψυχωμένα. Δε χρειάζεται τόσο.
Αυτά βέβαια τα λύνει ο χρόνος, υποθέτω.
Μπορεί να είναι και καλό αφού είσαι νέα. Να έχουμε υποψίες και προσδοκίες μεγάλες. Κοντολογίς, μπράβο Μάγδα. Θα ψάξω τη συλλογή σου.
Με γοήτευσε το σύντομο (Λακωνικό )
των ποιημάτων σου !!!
Μην ενδίδεις στις παρορμήσεις κανενός .
Συνέχισε απλά να γράφεις .
Εξυπακούεται πως παρήγγειλα την
“Πρόσοψη του βλέμματος” .
Μικρή Ασυμφωνία εις Άλφα μείζον
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος θα βρεθή να μας δικάση,
μικρόν εμέ κ’ εσάς μεγάλο,
Ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημα σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι,
και μόνο αυτούς να xαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλη
της ζυγαριάς’ κι’ από την άλλη
πλάστιγγα, να βροντήσω κάτου,
-μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθροισμα, συντριμμένο βάζον-
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος τελευταίος θα γελάση;
ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ 1
Αλαζονεία
Σου είχαν πει ότι μπορείς,
στην τέχνη να καρφώσεις
λέξεις, καρφιά χωμάτινα,
χρώμα να της χαρίσεις.
Σου είχαν πει ότι μπορείς,
την ποίηση να αλλάξεις,
προσφέροντας της μοναχά
τα όμορφα σου μάτια.
Σου είπαν πως με τον γραπτό
το λόγο του Σεφέρη,
το λόγο του Σικελιανού,
του Σημηριώτη λόγο,
εσύ μπορείς να ταυτιστείς.
Στο λόγο να συντάξεις
σκέψεις ορθές, δυναμικές,
τον κόσμο να προστάξεις.
Και συ τους πίστεψες, τρελέ.
Άλλαξες τʼ όνομά σου,
στο στόμα φόρεσες φωνές,
φωνές ανδρειωμένων.
Αυτοί, τρελέ, δεν φώναζαν
με λέξεις μαραμένες.
Αυτοί μιλούσαν με φωτιά
κι έγραφαν με τα όνειρα
βιβλία μες στο αίμα.
Είχαν για σύντροφο πνοή,
ελευθερίας αύρα,
ζούσαν τη μέρα σα γιορτή,
αποφυγή θανάτου.
Με μια ματιά ξερίζωναν
το μαύρο από το άσπρο
και τη φωνή τους όρθωναν,
σα γίγαντα στην άμμο.
Κι εσύ, τρελέ, πώς μπόρεσες
απλά να αγνοήσεις…
Μαζί τους έπρεπε να ζεις,
μαζί τους να ξυπνήσεις.
Νίκος Τσίντρος
ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ ΟΛΟΥΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ΣΑΣ ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ…ΑΣ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΔΥΝΑΜΗ Ο ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΛΟ!!