ANTWERPEN – NEW YORK

“Μόλα όλα “, φώναξες υπόκωφα , βογκηχτά.
Ο ντόκος στα πλευρά μας, άρχισε να σμικραίνει.
Μιά κίνηση ο τηλέγραφος, “ανάποδα αργά”
και ξέρω, η θλίψη φίλη σου, κάπου σε περιμένει.

Τα ανθοστόλιστα ζεστά, σπίτια των Φλαμανδών
νωχελικά, από τα μάτια τώρα σιγοσβήνουν.
Η σκέψη σου, παρέα κάποιων τυχερών
στις μπάρες της Αμβέρσας, που τα πίνουν.

Κάποιοι, σε φώναξαν μεγάλο στρατηγό
γιά τ’αφροδίσια, που το κορμί σου έχει πάρει.
Μα εσύ, ποτέ δεν έβαλες στον έρωτα φραγμό
αποζητώντας μάταια, η λιμπιντό σου να καλμάρει.

Τώρα μιά μιά, τις μέρες τούτες θα μετράς
ωσότου η προπέλα, στο Νew Υork-ι να μας φέρει
Με ψευδαισθήσεις, τις ορμές σου θα κρατάς
μέχρι στο Harlem, να ανταμώσεις κάποιο ταίρι.

Εσύ, ένας άξιος και θαλερός συνεχιστής
στων προπατόρων το αμάρτημα, εμμένεις
και όταν διέξοδο δεν βρίσκεις της ορμής
αυτόν που σ’ έπλασε, γαμωσταυρίζεις και πεθαίνεις.

 

 


HURACAN

Ανέβηκες γιά βάρδια, καθως αλλάζαμε νερά
παράλλαξες, την σπίθα της Tarifa, θολή, σχεδόν σβησμένη
κι ο ερωτισμός έτρεξε, γοργά και νοερά
σε μιά του Tángo ιέρια, στην Boca, που προσμένει.

Πορεία χάραξες στο plotting, νοτιοδυτική.
Άφησες στην πρύμη σου, τον Γραίγο να βογάρει
δίχως καθόλου, το μυαλό ν’αφουγκρασθεί
Ηuracan-ου ρότα, πως την ρότα σου κροσάρει.

Τρίξανε τα στραβόξυλα, στο παλιό σκαρί.
Αίολος σου έσβυσε, της θύελλας το φανάρι
κι ο σκάπουλος, σαλτάρησε να βρει
δυό στάλες αγιασμό, να τον καλμάρει.

Καθώς επάλευες, το άγριο στοιχειό
και διόπτευες, ανάμεσα ορίζοντα και απείρου
έκατσε, στ’αλμπουρέτο το πλωριό
κάποιο Albatross, προμήνυμα του θρήνου.

Τώρα μι’ αγάπη στην Gallegos, σε θρηνεί.
Μάταια, ο πιλότος του La Plata, περιμένει
αφού ναυάγησες και έχεις πιά χαθεί
δύο λεύγες στα βαθιά, η μοίρα σου θαμμένη.

 
ΤΑΞΙΔΙ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ

Μολύβωσε και θόλωσε ο νοτιάς
και ο ρόναρης, κύλησε στο γιαστίκι.
Το θυμικό μου, σ’ατέρμονη υποθύκη
όταν σε σκέπτομαι, δακρύζω μονομιάς.

Αναπολώ, κάποιο ταξίδι μας στερνό.
Επίμονα σ’αυτό, με ήθελες μαζί σου.
Τον Bay θά ’ταν που νετέρναμε, θυμήσου
“το Finistero ” μού ’πες, ” δεν ξαναπερνώ “.

Κι όταν κατάφερες, μιά σκέψη μου ν’αδράξεις
μέσα στο chart-room, γιά τα τερτίπια της ζωής
“γιά τον Πουνέντη, σαν νυχτώσει θε να δεις”
μού ’πες και έφυγες, χωρίς να με κοιτάξεις.

Ο Αίολος, στο ξάρτι το πλωριό
μονότονη και άχαρη, έφτιαχνε ραψωδία.
Στερνός ψαλμός, μ’ουράνια χορωδία
γιά μιά ψυχή, που περιμένει λυτρωμό.

Μοναδικέ της θάλασσας διαβάτη
ο χρόνος μου στερεύει, λεπτό με το λεπτό
και σύντομα θα έλθω να σε βρω
γιά το ταξίδι, στ’ουρανού τα μήκη και τα πλάτη.

 
ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ

Στον Μάνο Τσιλιμιδη

 
Κατέβασες τον Sirio, μιά ευθεία να σου δώσει
και μιά του Ταύρου ο Aldebaran, που είσαι να σου πει
μα ήταν ορίζοντας θολός, έτοιμος να προδώσει
και λάθεψε την θέση, σου επάνω στο χαρτί.

Μισοσβυσμένος και θαμπός, του εξάντα ο βερνιέρος
ήθελε μάτι αέτινο, καλά να διαβαστεί
μα εσύ διπλά τον έβλεπες, αλκοολικός και γέρος
και μιά βλαστήμια άφησες, χυδαία ν’ ακουστεί.

Και όταν «τοπ» εφώναξες, χρόνο να σου κρατήσει
ο δόκιμος πρωτόμπαρκος, δίστασε πριν να δει
το γέρικο χρονόμετρο, πως είχε σταματήσει
τους δείκτες δεν μουβάριζε, του χρόνου η φυλακή.

Ήταν το στίγμα το στερνό, παιζόταν ένα δράμα
το τελευταίο μάθημα, μιάς άχαρης ζωής
και με την πίκρα έφυγες. Πως ξέχασες το σφάλμα
εκείνης που σε πρόδωσε, επρόκαμες να πεις.

 
ΤΡΟΠΙΚΟ ΔΑΚΡΥ

Η μέρα φεύγει ροδοκίτρινη, κάπου στους τροπικούς.
Μουντό το σούρουπο πατά, Καρκίνων παραλλήλους.
Η σκέψη κουβεντιάζει, με δυό τύπους γελαστούς
σαν απ’αυτούς, που η καρδιά ληξιαρχεί, ως φίλους.

Καθώς τους γνέφω, να κοιτάξουν προς την ρότα του νοτιά
δυό πελεκάνοι, χαμηλά, απά στο κύμα φτερουγίζουν
και μου θυμίζουν, του Αιγαίου τα γλαρόνια τα γοργά.
Ποιός τάχα έφτιαξε θεός; τους νόστους που μ’αγγίζουν.

Και κείνοι, που δεν γνώρισαν ποτέ, κουσούρια ξενιτιάς
και Πηνελόπης υφαντό, δεν κράτησε καρτερικά τον χρόνο
δεν ένιωσαν την φλόγα επάνω τους, μιάς άσβεστης φωτιάς.
Πονάει ο μέτοικος ξυπνιός και στ’όνειρο αυτός δακρύζει μόνο.

Η νύκτα έπεσε υγρή, στου Κόλπου τους μεσημβρινούς.
Ο Πολικός, αχνοφωτά αδύναμος, του σύμπαντος μιάν άκρη.
Και εγώ, αθεράπευτα αφελής, σκέπτομαι κάποιους τυχερούς
που δεν εκύλησε, καυτό στην παρειά, νοσταλγικά ’να δάκρυ.

 
ΑΠΟ ΤΟΝ VEGA ΣΤΟΝ ΜΟΡΦΕΑ

Αφήσαμε τον κάβο το Μαλιά.
Απέναντι, της Λύρας φεγγίζει ο Vega.
Μποτσάρησε τον χαβαλέ, κατέβα
στο στόκολο, να δεις και τα γυαλιά.

Η Όστρια φρεσκάρησε καλά.
Το Victory, άρχισε να μποτζάρει.
Τ’ Alboran, στη μπάντα, ως να ’ρθει το φανάρι
ο άνεμος θα παίζει, στα σχοινιά.

Η μπίγα η μαγκιόρα υψηλά
στον στάτη της, δόντι λασκαρισμένη
σαν το θεριό, λευτεριά που περιμένει
γρυλίσματα αφήνει ηχηρά.

Στην γέφυρα την κόντρα, φωναχτά
τα παντιερόσχοινα, έχουν κουβεντολόϊ.
Γιά σκάτζα βάρδια, κτύπησε το ρολόϊ.
Απ’ τ’ όκιο στο καμπούνι, το κύμα ξεπήδα.

Καθώς την διπαράλληλο, αργά αργά κινώ
πάνω στον χάρτη του Ιονίου, τον σχισμένο
ξανάρθε στην μνήμη μου, κάτι το ξεχασμένο ˙
αγάπες μου στα πόρτα και αρχίζω να μετρώ.

Και έτσι, τον χρόνο ξεγελάω τελικά.
Την μοναξιά στην γέφυρα, άφησα δεμένη
γιατί ο Μορφέας στο γιατάκι, με προσμένει
σαν θα σκατζάρω και τον βρω νωχελικά.

 
Ο Παναγής Αντωνόπουλος δεν διαθέτει καμία πανεπιστημιακή περγαμηνή
κατ’ επέκταση ούτε μεταπτυχιακό μηδέ master .

Δηλώνει απόμαχος Master και στην όποια γραφή δόκιμος

.