ΤΟ ΛΙΓΟ
Το λίγο θέλω
Το λίγο εκείνου
Που ήταν στην αρχή
Δημιουργία ζωής
Έστω κι ανούσιας

ΤΟ ΚΑΔΡΟ

Στην Κική Δημουλά

Παρόλο που ήταν ψηλός
Τον κρέμασαν ψηλά

Δεν έχει να τίποτα φοβηθεί
Ούτε θάψιμο
Ούτε κάψιμο
Γιατί εκ χοός δεν επλάσθει
Και εις χουν δε θα απελεύσει
Άθω ,γεια σου,
Φώναξε η ψυχή
Εκείνος δεν απαντούσε
Έμοιαζε να μη τη ξέρει
Αλλά κι εκείνη δεν
Ήταν πολύ βέβαιη
Γι’ αυτόν
Γιατί ήρθα στη γη
Σας το ζήτησα
Μου το ζητήσατε

Ήταν γούστο του ζωγράφου
Παραγγελία πλούσιας κυρίας
Που ήθελε να στολίσει
Την άδεια κρεβατοκάμαρά της

ΤΙΠΟΤΑ

Ξέρεις τι είναι να γεννιέσαι
Χριστούγεννα
Χωρίς τίποτα γύρω σου
άγγελους άλογα πρόβατα
σμύρνα χρυσό μυρωδικά
μήτε άχυρα ν’ ακουμπήσεις
το κορμί σου

ΤΟΤΕ

Γιατί να σπάει το φλιτζάνι
σαν πέφτει από ψιλά

Αν ήταν χαμηλά
το ίδιο θα γινόταν

Τι είπες .

Όχι..

Να μου λείπει
Τότε

Καλύτερα να γίνω
Κομμάτια!…

ΜΥΗΣΗ

Όταν ο Κισσός κι ο Άμπελος
Κατάλαβαν το ποιόν του Διόνυσου
Ο πρώτος μπλέχτηκε σε άλλες αγκαλιές
Κι ο άλλος άφησε να τον πίνουν.

ΦΟΒΑΤΑΙ

Φοβάται τόσο πολύ
Που ντύθηκε φόβος.

ΜΙΑ ΣΠΙΘΑ

Αχ, Προμηθέα
Τι μου’ κανες
Μια σπίθα σου ζήτησα
Και μου ‘δωσες φλόγα
Έγινα όλος φωτιά
Και δεν υπάρχει
Κανείς να με σώσει

ΑΓΝΟΙΑ

Δεν θέλω να μάθω
τί υπάρχει μετά θάνατο
αλλά αν υπάρχουν
ζωή και άνθρωποι