…ΤΗ ΗΔΙΣΤΗ

Κι ετούτες τις ημέρες συνέβη
Απ΄τα μάτια μέχρι τη φτέρνα, ότι σκάλωσε
Καθώς αναδύεται μια παλιά διαμαρτυρία στον τοίχο
Και αιωρείται η παύση· έτσι
Ένας άλυτος έρωτας είναι
Τον βύθισαν στην απώλεια· σ’ένα κομμάτι μάρμαρο
Ότι ορίζεται ως ορυκτό της απουσίας
Σχεδόν όπως υποχωρούν τα πεύκα στη γύρη τους
Και πώς να την κερδισεις αυτή τη σιωπη

                                     Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα


ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΕΞ ΥΠΟΤΡΟΠΗΣ


Αυτό το πρόσωπο απέναντι είναι χλωμό, σχεδόν σαν
ιστορία θανάτου, και πίσω η χαίτη του αναδίδει
κάρβουνο και χώμα
Κι όμως δε μιλάω για τον θάνατο

Τα δέντρα χωρίς ρούχο σβήνουν στο ποτάμι
Λίγες στιγμές από φύλλα αγριοκαστανιάς όταν
τα ξεκρεμάει ο άνεμος
Η όχθη, κάτι από μέτωπο ψηλά, γράφει σαν κιμωλία
σφηνοειδείς εκφορές
Τα κτίρια υπάρχουν και δεν υπάρχουν, επιδιώκοντας
την ασάφεια στην επανάληψη
Και τα παράθυρα, πολυώροφη αράδα, ίχνη
θορύβων καθώς πνίγουν το θόρυβο εντός τους
Χιλιάδες υποψίες να σκαλίσεις τις κλειδωνιές
Αίφνης οι θαμώνες πεθαίνουμε για ένα τσιγάρο
ενοχλημένοι απ΄την κνίσα μιας εκατόμβης
Κάτι που καίγεται πέρα, στην επόμενη σκάλα
του γαλαξία θαρρείς, ή σε μια Βαβέλ εδώ παραδίπλα, αλλά
τι μπορείς να καταλάβεις από δαύτη

Πώς είναι δυνατόν να υποστηρίξεις πλέον εκείνο ή τ’ άλλο
Σε αδυναμία τυφλών, καθώς ανέχονται τα σκυλιά τους,
έχουμε υποπέσει

                               Quai de la Tournelle, Παρίσι

 

ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑ ΣΤΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ

Σε λίγο
το πρωινό θα κρεμαστεί στη δίψα του φωτός
Ένα λινό απλωμένο
Ξέρεις τώρα·
κατιτίς για να βυζάξει ο πρώτος ήλιος
Βαθύ λευκό, μια πρέζα από μπλε του κοβαλτίου,
αυτή η σχεδόν στιγμιαία ειρήνη
Και μαζί ό,τι κτενίζεται από καρίνες και αιλουροειδή
Μαζώξεις του σύμπαντος και σπείρες, πριν
ο ήλιος φορτώσει με σκιές τα σώματα

Ο ορίζοντας μόλις αναδύεται και σήμερα εκεί,
στο βάθος όπου η ελευθερία γράφεται
κατευθείαν ερημιά

ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΤΩΝ ΜΕΤΟΠΙΣΘΕΝ

Τα πρόσωπα έχουν πάρει το χρώμα των επίπλων
Κίτρινα και μαύρα στο λάδι και δερματίνη
Κάτι που επίσης ταιριάζει στον ψευδοέβενο
Παραστέκει ένας Σκοπός απ΄το επίχρυσο κάδρο
Και οι σερβιτόροι· σ’ ένα ρυθμό λες και θα
υπερασπιστούν μια Κωνσταντίνου πόλη

Προσφέρονται πολεμικές ανταποκρίσεις σε
σχήμα Παλαιστίνης· δωρεάν
Υπάρχει και κήπος στην κλειδωμένη θέα απέναντι
Ένα ανθοδοχείο παγωνιάς· κάτι σαν απάτητη ειρήνη
Όλα αυτά τα εξαγοράζεις για λίγα σαντίμια μαζί μ΄ένα
φλιτζάνι μαύρο καφέ, λίγο καλβά ή ένα μπαλόν ρουζ
Κι αν περιμένουμε ως την άνοιξη θα βγουν
οι γλάστρες με τα εσπεριδοειδή
Αυτά τα δενδρύλλια από τις μακρινές Μυκήνες,
την Τίρυνθα, απ΄την Κόρινθο κυρίως, που δεν είναι παρά
υπομνήσεις ωραρίων ενός Μόμμιου, ενός Αλάριχου

Τρίτη μέρα σήμερα η κακοκαιρία και οι γλάροι
παραβιάζουν τον εναέριο χώρο της πλατείας
Αλλά εμείς μοιάζουμε κάπου στο Θεό
Μόνο σταθερότητα, μόνο βαρύτητα

                     Cafe Le Rostand, Παρίσι

 

ΔΕΙΠΝΟ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ

Μυρίζει ο τόπος μόλις ανασηκώσεις κάποιες λέξεις
Το αντιμετωπίζυμε με την αποφασιστικότητα μιας μοιχείας
Όπως μια κλίμακα όταν ενδίδει στην ελαφρότητα και
η ακαμψία της ακκίζεται σαν πούπουλο
Κάθε φτερούγισμα επί τόπου ενδυναμώνει
τη φλυαρία του παρόντος

Οσμίζομαι κι έναν έρωτα στα όρια της πίστης
όπου θα μπορούσε, αλλά δε δύναται
Μερικοί εδώ κρατούμε τη σιωπή για πάρτη μας
ενώ φωνάζουμε για να μη προδοθούμε
Έτσι διαφεντεύει ο χρόνος· στις
αναιρέσεις του έφιππος

 

ΣΧΕΔΟΝ ΔΥΟ ΖΩΕΣ

Αυτή είναι η παραλία· ό,τι διαθέτω σήμερα
Μια εξόρμηση όπως έχει κρεμαστεί με
τις άλλες υποθήκες στον ήλιο
Μοναδική σκια η θάλασσα εκεί μέσα
Και η οσμή της νύχτας, το βάρος του αλατιού,
ο καπνός μιας απαγόρευσης
Καμπύλες στην άμμο, μαλλιά βρεγμένα,
είδη προσωπικά παντού
Μάτια διάττοντες στο βυθό της νύχτας,
επιμένουν ή πέφτουν
Ένας Αύγουστος πριν σκορπίσει ολότελα
αργοπορεί

Εμάθαμε μόνοι στο περίτεχνο της μνήμης

 

ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ

Τσακίζοντας ένα πρός ένα τα όριά του πλησιάζει
ετούτος ο εχθρός λοξά
Από μεθόριο σε μεθόριο ευαγγελίζεται θριάμβους
Και μεις τον περιμένουμε εδώ αποφασισμένοι
Ενώ του λόγου του πετάει ήδη τα πρώτα ληγμένα
“Ληγμένα”…παρωνύμιο αγχόνης που
στόμωσε, νομίζω

Κι όταν μας ριχτεί κατά μέτωπο θα ‘μαστε εκεί
να σηκώσουμε ό,τι μας επιτρέπει
Την παντιέρα μιας ειρήνης μεσίστια στο πινάκιο
των απωλειών

Καθώς το πένθος ανεμίζει σαν μια και μοναδική χορδή
η απαντοχή μας ακκίζεται
Ναι, αυτό το ψεύδος με τις μυλόπετρες στο στομάχι
ακκίζεται

Και αλίμονο· εμείς φορτώσαμε τη σαβούρα ετούτη για
να βαραίνουν οι ελπίδες μας