– Εμπρός Λύγκα, μέτρησε τη δύναμή σου! Ή μήπως θαρρείς πως είναι δα αμέτρητη;
Τέσσερις άκρες έχει η γη, κι οι τέσσερις στριμώχνονται τώρα εδώ πέρα, τόσο πολύ η μια πάνω στην άλλη, που γη δε μοιάζει να υπάρχει, άλλη απ’ αυτή που πατούμε εγώ κι ο Λύγκας· και τούτη η γη που ’ναι για δυο, δε θέλει πια να ’ναι κανενός.
– Έλα λοιπόν Λύγκα, αδερφέ μου! Τι καρτεράς; Αλλού να πας δεν έχει, αφού τόση είν’ η γη που απόμεινε, ίσα να χωρίζει τα πέλματά μας.
Στο πουθενά ριγμένοι εγώ κι ο Λύγκας, πατάει ο καθένας μας στο πέλμα τ’ αλλουνού, σα στη σκιά του.
– Όφη, το λόγο σου τον ξέρω, κι είναι γνωστή η αγάπη που ’χεις για το μέτρημα. Κι ένα ’χεις μέτρο, όχι πολλά, για να ’σ’ ακριβοδίκαιος – καθώς λες. Μα πώς το λέν’ αυτό το μέτρο το βαρύ, που όποτε θέλει γίνετ’ ελαφρύ, κι ενώ τη μια είναι φτηνό, την άλλη αντάλλαγμα ζητά τη γη και τ’ άστρα;
– Λύγκα, μιας και γραφτό δεν είναι να σμίξουμε στη ζήση, γιατί ν’ αφήσουμε να χαθεί κι ο ένας κι ο άλλος; Λιγόστεψ’ η γη κάτω απ’ τα πόδια μας, κι ο χρόνος στέρεψε κι αυτός. Να το ξίφος μου, μέτρα τη δύναμή σου!
– Σου ’μαθα τι ’ν’ η σκέψη, αδερφέ Όφη, κι εσύ μου ’μαθες τις λέξεις· μα…
– Να το ξίφος μου, Λύγκα, πέσε, μέτρα…
– …μα θέλω να σε μάθω και ν’ ακούς. Όποιος μετράει είναι γραφτό να μετρηθεί, κι ό,τι μετράμε μας μετράει. Η δύναμή μου είναι αμέτρητη, και την αγάπη μου για σένα δεν τη λογαριάζω, μήτε με λέξεις τη μετρώ, να μην τη λιγοστέψω. Κι αν δε μετρούσες γη και χρόνο, δε θα στέρευαν· μα αν θες στο ξίφος σου να πέσω, να ’μαι, πέφτω!
* * *
Λύγκα, αδερφέ μου
θρήνος δεν πρέπει σου, ακριβέ,
κι ούτ’ ένα δάκρυ απελπισιάς
– μόνο τραγούδια.
Άλλωστ’ η μοίρα
δεν είναι δίκη, να μετρά.
Χαμός κι ο άδικος κι ο δίκιος.
Μα η αξία
είναι σ’ εκείνον
που ξέρει πότε να χαθεί
και που ο χαμός του φέρν’ ειρήνη
στην αντάρα.
Λύγκα, αδερφέ μου,
σπαθί στα χέρια μου κρατώ
τ’ άγιο το σώμα σου.
Η φωνή σου όμως με σφάζει
μες στο μυαλό μου:
μπας και γινότανε κι αλλιώς
κι έπρεπ’ εμένα να κρατάς
τώρα στα χέρια…
Πρόλογος
(Αντί επιλόγου)
Αν η αλήθεια αρχίζει με Δύο, είναι γιατί αρχίζει να μετρά. Κι όταν τα Δύο γίνουν Ένα, εκεί τελειώνει· γιατί το Ένα δεν έχει τι να μετρήσει, ούτε με τι να μετρηθεί. Κι εκεί που τελειώνει η αλήθεια, αρχίζει το παραμύθι.
Μετά την ένωσή τους, ο Όφης κι ο Λύγκας ξεφορτώθηκαν τα ονόματά τους. Ύστερα πέταξαν από πάνω τους μάτια, αυτιά, πόδια και χέρια που περίσσευαν: δυο απ’ το καθένα τούς ήταν αρκετά. Αυτά, μαζί με ό,τι άλλο περιττό, τ’ άφησαν στην ακρολιμνιά κι έπεσαν στο νερό. Κανείς δεν τους ξανάδε από τότε – κι όσους κι αν έχω ρωτήσει, ορκίζονται πως δεν τους ξέρουν.
Χρόνια μετά, στην όχθη αυτής της λίμνης, όπου βρέθηκα ακολουθώντας τη μνήμη του νερού (αναπολώντας, ως συνήθως, άλλες όχθες), βρήκα τα άχρηστα μέλη – τυχαία, είναι η αλήθεια, όπως τυχαία βρίσκεται κάποιος εκεί που πρέπει, ή που δεν πρέπει, κι όπως τυχαία βρίσκει κάτι που έχασε ή πέταξε κάποιος άλλος, κι όπως τυχαίο είναι αν αυτό που βρήκε είναι άχρηστο, χρήσιμο ή πολύτιμο. Κι όπως κάνει αυθόρμητα καθένας, όταν βρίσκει τα κατάλληλα υλικά, έβαλα τα μέλη σε τάξη: τα μάτια και τ’ αυτιά, τα χέρια αντικριστά στους ώμους, την καρδιά και το συκώτι μέσα στον κορμό, κι έστησα τον κορμό πάνω στα πόδια. Και μόλις στερέωσα πάνω στους ώμους το κεφάλι, το πλάσμα άνοιξε τα μάτια, με κοίταξε και χαμογέλασε. Άπλωσε τα χέρια και μου χάιδεψε το μέτωπο, πέρασε τα δάχτυλά του μέσα απ’ τα μαλλιά μου και είπε: «Στο εξής, θα σε λένε Γαβριήλ».
Έτσι γνώρισα τον Όφη κι έμαθα την ιστορία του.











Μια προσευχή από την ποιητική σπουδή
του Γαβριήλ Ναχμία “Όφης και Λύγκας”.
Πόθε , πατέρα μου,
και μάνα Ανάγκη,
της Γης και του Έρωτα
καρποί , γονιοί μου,
ρίχτε το βλέμμα σας
εδώ σ’ εμένα
και μάθετέ το μου
το μυστικό σας:
Η Γη και ο Έρωτας
-Άγιοι παππούδες-
μαζί τα’ ανάστησαν
τούτο το μέρος
κι όταν σας το ’δωκαν,
κάπως σάς μάθαν
ζωή να σπέρνετε
πάνω στη πέτρα.
Τώρα , όπως τότ’ εσείς,
θέλω να ξέρω
το βιος που κέρδισα
πως να τα’ ορίζω.
Νεοτερισμός ποιητικός ? Πείραμα επιτυχημένο ?
Αναμέτρηση με τον ίδιο του τον εαυτό ?
Ο Πα. Πα. υπόσχεται , άγγιγμα
Σπάνια έχει κανείς τη τύχη να απολαύσει τέτοιο κείμενο !!!!! Σ’ ευχαριστώ κ. Γαβριήλ και για τα εξαιρετικά ελληνικά. Στα εκλεκτά της βιβλιοθήκης μου.
Θα απογοητεύσω τον κ. Ναχμία…αλλά έχω την εντύπωση πως το κείμενό του, ενώ ξεκινάει με μπορχεσιανές διαθέσεις καταλήγει στον…Αλεσσάντρο Μπαρίκο. Φυσικά, κανείς δεν θα έλεγε όχι σε πωλήσεις 1.000.000 αντιτύπων…Απλώς τον έχω ικανό για πιο δύσκολα, και τα περιμένω:))
Καλοτάξιδο να είναι.
Είναι ήδη οπλισμένο αυτό το βιβλίο. Εδώ θα είμαστε να τα λέμε αφού το διαβάσουμε.
Από κοντά.
Kύριε Πρίμπα, αυτός που υπογράφει το βιβλίο ονομάζεται Γαβριήλ, μην το κάνουμε σαν τους “σπασίκλες” στο σινεμά που γνωρίζουν το τέλος…
Ο κ. Ναχμίας φαίνεται να κάνει πραγματικότητα τη ρήση των αδελφών Γκριμ οτι τα “παραμύθια είναι εκπεπτωκότες μύθοι”
ο δε εκδότης του Ενδυμίωνα πραγματοποιεί το αντίστροφο για ακόμα μία φορά..
“οι μύθοι (περί πιο επιμελημένων εκδόσεων από γνωστότερους εκδοτικούς οίκους) είναι εκπεπτωκότα παραμύθια..” 🙂
Καλούς αφηγητές και ακροατές εύχομαι κύριε Ναχμία…
Αν και δεν έχω διαβάσει ολόκληρο το αφήγημα, δυό σχόλια έχω να κάνω (σιγά μην δεν είχα ο έλληνας…): α) υπάρχει μια καταφανέστατη άνεση αφήγησης πράγμα που αφενός λειτουργεί θετικά αλλά μπορεί και να παρασύρει τον συγγραφέα-αφηγητή στην ευκολία του και β) αν το επίπεδο γραφής είναι αντίστοιχο του ‘επιλόγου’ τότε πρόκειται στα σίγουρα για μια γραφή που σε ανταμοίβει όποτε κάνεις τον κόπο να σηκώσεις το χαλάκι…
ΥΓ
Καλοτάξιδο κύριε Ναχμία!
κ. Πρίμπα,
δεν διαβάζουν όλοι τα links, για αυτό κι έκανα το σχόλιο. Τουλάχιστον εδώ, στο Ποιείν (προσωπική μου άποψη) θα ήθελα να σεβαστούμε την επιλογή του Γαβριηλ Ναχμία. Εκτός αν ο ίδιος ο συγγραφέας δώσει το έλευθερο.