Μνήμη λέγε
Πάντα λέγε το κόκκινο που πότιζε τη γκρίζα χλόη. Το
μέτωπο που λάξευε το τοίχο. Τη σκεβρή παλάμη
που σκούριαζε το σίδερο. Την αδειανή όραση.
Τους ξεθεμελιωμένους φράχτες που δάγκωναν την κραυγή.
Τη σακάτισσα πάνινη κούκλα που ψιθύριζε μυστικά
στη μικρή Μαρία. Το μέλλον του χθες που γέμισε τους
αγρούς σποδό.
Μνήμη λέγε.
Πάντα λέγε τα χάρτινα, τον ήλιο, το φεγγάρι, τ’
αστέρια. Χάρτινα όλα, αναίσθητα, απλώνονταν να
στεγνώσουν απ’ το βάλτο στο σύρμα.
Η βροχή συντρέχει την υλακή των λύκων στα μέλανα
δάση. Το ψύχος, την καθαρότητα του σπέρματος. Την
αντισηψία των δαχτύλων. Το διηνεκές της
επανάληψης, της φονικής μετάνοιας.
Μνήμη πάντα λέγε.
Πάντα λέγε για το φονικό σκοτάδι που κρύβει κάθε
αυγή.
Gaspard de la nuit
Απόψε ξενύχτισα με τον κατά τον Aloysius Bertrand
νυχτόβιο Gaspard. Με σεργιάνισε σε λειμώνες
αναμνήσεων. Ανάμεσα στα ομογάλακτα των
ηλιοτροπίων που έχουν πέταλα ασημένια, σε φαύνους
ανέξοδης αφθονίας και σε κρυψώνες για
φεγγαροαγγιγμένους. Έσταζε το φάσμα της νύχτας με
λεπτή ομίχλη, τα μυστικά της αποστάγματα, σε
ξαγρύπνιες άπραγες. Κτίσματα της διάρκειάς της.
Φόνους στην εκκλησία, πόρνες αγγελικές,
απελπισμένες ευτυχίες, δοξολογίες ατιμίας,
μηδαμινότητας εξαιρετικά μεγέθη, αυτοχειριάσεις
επιθυμιών, πλόες σε λιμένες ακινησίας. Κι ευαισθησίες.
Ευαισθησίες νυχτολούλουδων λιποθυμικών σε
ναρκωμένες αισθήσεις.
Τα βρύα των εγώ σαπίζουν τη νύχτα από την υγρασία
της μοναξιάς τους.
Και περπατάει ο Gaspard στα ασπρόμαυρα πλήκτρα,
με τη λεπτότητα, την αισθαντικότητα του μαύρου
γάτου ή της σιωπής.
Το ποτάμι
Οι πρόγονοί μου έσκαβαν βράχια για να χτίσουν
μνήμες και να θάψουν λησμονιές.Στο τόπο που οι
πηγές μαλάκωναν την πέτρα εκεί εγώ γεννήθηκα
νερό. Αθόλωτο κι αμάθευτο κύλησα κι άφρισα σε
τρυφερά λιθάρια, θραύοντας το σώμα μου σε άπειρα
ελάχιστα. Γυναικών γλυπτοί μηροί με ντάντεψαν
ασπράδα και σε πανέμορφα άλογα, τ’ απόγιομα,
έλαμνα αναπαμό στον κάματο της μέρας· σε δέστρες
με παγίδεψαν, παρακάτω, να σπουδάσω, είπαν, γνώση
κι αισθήσεις, που ζητάν τροφή εντός μου. Μ’ έζεψαν σε
φτερωτές ανήλιαγες να κινήσω τη ρόδα για ντύμα και
τροφή.
Κι από κοντά, αφουγκράστηκα τον ερχομό της πόλης.
Το ρολόι που σημάδευε με τίποτα κι έγνοιες, νύχτα και
μέρα. Την καμπάνα που τρομοκρατούσε. Το λίβα που
στέγνωνε τους ίσκιους.
Προς τα κει χαραγμένος ο δρόμος να περάσω. Να
νίψω, να ξεδιψάσω. Στο τόπο των ευλαβών με
τα γερακίσια μάτια. Με τα ξίκικα βαρίδια, με τα
χρωστούμενα τεφτέρια, με τα δοσίματα και ταξίματα
αγαθών και ψυχών. Των ατσαλάκωτων του “Νέον”.
Των αποσταμένων στων βαρελιών το σώσμα. Των
ανέμελων με τον απύθμενο σάκο της αποδοχής. Του
πάρκου με τη νοσταλγία των χαμένων ωρών.
Κι οι ακάλεστοι απ’ τις απάνω γειτονιές. Οι στεγνοί και
λιγομίλητοι, του γάντζου και του ζωναριού οι
εστεμμένοι. Σπέρναν φωτιές για να καρπίσουν οι
στάχτες. Οι ονειροπαρμένοι!
Παραμένω σ’ αυτή τη πόλη, με τ’ αδέρφια που ήρθαν
πριν και μετά από μένα. Αμίλητοι μεταξύ μας.
Συνηθίσαμε να μη γνωριζόμαστε. Ζώντας αναρώταγα
μόνοι μέσα στη πολυκοσμία.
Κοιτάς τα παράθυρα χωρίς να σε παρεξηγούν. Είναι
όλα μισόκλειστα. Πίσω από παραπετάσματα σου
επιτρέπουν να δεις, όσα αυτά θέλουν. Συνήθως
κινούμενα φάσματα. Υποπτεύεσαι ότι μπορεί έτσι να
κρύβουν πίσω τους το κενό. Παρά την εκδοχή αυτή, το
σκοτεινό του αναποκάλυπτου πάντα γοητεύει.
Παραμένω σ’ αυτή τη πόλη, στις όχθες των τοίχων της,
μακριά από τα κλειστά μάτια. Εκεί αναδεύω τ’
άχρηστα, που η κάθε μέρα για την απόχτησή τους
ματώνει. Κι όταν μια καταιγίδα φέρνει ορμητική
κατεβασιά, εθισμένος, κρύβομαι σε υπόγειες στοές να
μη με διώξει μακριά της.
Και σαν η πόλη κοιμάται, ακούω τις ιστορίες της. Το
θρυψάλιασμα των θεμελίων, τους βίους των ονείρων,
τον ιδρώτα της διάρκειας, των μεγεθών την ταπείνωση,
το λίκνο των παθών, το μύθο του έρωτα. Όλα
μουσκεμένοι ναυαγοί. Πάνω σε φύλλα κίτρινα
πλατανιών,κυλούν κάτω από κλαίουσες ιτιές,
γιοφύρια στοιχειωμένα και δινών βυθοκαλέσματα.
Συλλέκτης παραμένω αυτών των ήχων του προπάτορα
νερό.
Εκεί τραγουδώ ωδές κι ελεγείες για τα μυστήρια, τη φενάκη
και το άχθος του παντοτινού.
Στην άξενη πόλη που πολιτογραφήθηκα ως ανέστιος
ξένος.
Ο Τοίχος
Από τούτη την πλευρά του τοίχου, βραδυπορώ τώρα. Σ’
αυτή τη στενή διάβαση, που ‘χει για στήριγμα το χάος.
Κισσός γυμνωμένος απ’ το χειμώνα. Γαντζώνουμαι
στη γυμνή λιθοδομή του με τα μάτια. Πώς, πού
φυγαδεύτηκε τ’ ασυνόριαστο, τ’ απέραντο της άλλης
πλευράς; Με τους θρύλους του δάσους, τους πεδινούς
καρπούς, τα πελαγίσια αγριοκάτσικα; Γιατί
αγκιστρώνομαι από τούτη την ξερολιθιά του, τη
στερημένη από οθόνη καθημερνών, από ανθισμένα
ρολόγια, από ερωτικές πλάτες κοριτσιών;
Πες μου εγώ αμίλητο, ποιο το νόημα; Γιατί
αναρριχιέσαι με χταποδίσια πλοκάμια στην παγωμένη
πέτρα; Δεν ανταποκρίνεσαι στο αναπόφευγο κάλεσμα
που χάσκει πίσω σου; Δεν το κοιτάς κατάματα, να δεις
τον ατέρμονα κύκλο στον αμφίπλευρο τοίχο;
Ταγκό του στιλέτου
Φυσώντας ο νοτιάς στους έρημους δρόμους και στο
φως των αιωρούμενων λαμπτήρων προκαλεί αθέλητες
ομολογίες. Τα μάτια της τότε διαστέλλονται. Τεράστιοι
καθρέφτες όπου την περιποίησή του μεριμνά τ’
αναπόφευκτο τέλος μιας μοναδικής ιστορίας, κοινής
και επαναλαμβανόμενης, ιδιαίτερης κομψότητας στο
μέγεθος ενός μικρού στιλέτου.
Το κελί
Το κελί πάντα παίρνει τις διαστάσεις σου. Τα κάγκελα
κάποτε επιτρέπουν αποτυχημένες αποδράσεις.
Συναποκομίζεις τότε, στο ελάχιστο της διαφυγής και των
ώμων σου την αντοχή, χνάρια από πτήσεις
αποδημητικών, πλεύσεις ποντοπόρων, ατραπούς
αγριμιών, βεληνεκή πυραύλων. Υλικά που οικοδομείς
τη γοητεία μιας ακόμα απόδρασης. Την αντοχή μιας ακόμα
αποτυχίας.
Jazz
Το σπίτι γέμισε ασφυκτικά. Κάθε κενό του χώρου του.
Πλήθος αμέτρητο, σωρεία από μικρά ή μεγαλύτερα
χαρτιά διαφόρων προελεύσεων. Από μπλοκ,
εφημερίδες, ριζόχαρτα, πακέτα τσιγάρων, πίσω
πλευρές επιστολών, χαρτιά λογαριασμών. Με
σημειώσεις,σημάδια, σκίτσα, μολυβιές αυτόματες.
Γραμμές, λέξεις, αριθμούς, ήχους, για το ακατάληκτο
έργο.
Άρχισαν πλέον να ξεχύνονται από τα παράθυρα, τις
πόρτες, την καμινάδα. Κιτρινισμένα, φθαρμένα, με τη
μυρωδιά του έγκλειστου, με την αρχαιοπρέπεια του
απόντος χρόνου, την οσμή καπνού και σπίρτου, τα
χνάρια ιδρώτων ή παγωμένων δαχτύλων. Σκορπιούνται
στους δρόμους ή ίπτανται αλλόφρονα. Χαλκοκίτρινα
φύλλα παραλλαγών μιας τζαζ.
Ασυγκίνητος ο αιωνόβιος οδοκαθαριστής τα σαρώνει
στα ρείθρα και με ανίερη συμπεριφορά τα στοιβάζει σε
κάδους απορριμμάτων. Σημειώσεις, σκίτσα, ήχοι μιας
ζωής. Για το έργο, το διαρκές, το κατ’ εικόνα, το καθ’
ομοίωση ατέλειωτο.
Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η
Παρουσίασης Βιβλίου
Την Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010 και ώρα 20:00 στο βιβλιοπωλείο IANOS Σταδίου 24 θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου
του ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΛΗΒΑΝΙΩΤΗ
“Jazz”
Με 10 φωτογραφίες του ΑΛΕΚΟΥ ΘΕΟΦΑΝΙΔΗ
εκδόσεις ΜΠΑΡΤΖΟΥΛΙΑΝΟΣ.
Ομιλητές:
η ΤΕΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ, δημοσιογράφος,
η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΤΣΙΡΗ, ποιήτρια,
ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ, ψυχίατρος-ποιητής.
Διαβάζουν: οι ηθοποιοί ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΑΓΚΑΣ, ΠΩΛΙΝΑ ΓΚΙΩΝΑΚΗ, ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ ΓΚΙΟΚΑ.
Παίζει σαξόφωνο: ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΖΑΡΡΑΣ.











Οι πρόγονοί μου έσκαβαν
βράχια
για να χτίσουν
μνήμες
και να θάψουν λησμονιές.
Στο τόπο που οι πηγές μαλάκωναν
την πέτρα
εκεί εγώ γεννήθηκα
νερό.
Αθόλωτο κι αμάθευτο
κύλησα κι άφρισα
σε τρυφερά λιθάρια,
θραύοντας το σώμα μου
σε άπειρα ελάχιστα.
ΠΟΙΗΣΗ
Σπέρναν φωτιές
για να καρπίσουν
οι στάχτες.
Οι ονειροπαρμένοι!
ΠΟΙΗΣΗ
Η συγκεκριμένη ποιητική του κ. Σκληβανιώτη -χαμαιλέων της γραφής- θεωρώ οτι είναι και η πιο επιτυχημένη του.
Ισορροπεί στη λέξη και στη σημασία της.
Δεν ακκίζεται με τη γνώση της γλώσσας (του)
αλλα μετατρέπει σε γλώσσα τη γνώση (του)
και έτσι μας προσφέρει στρογγυλά ποιήματα.
Υ.Γ. Αν ήταν στο χέρι μου το “Ποτάμι” θα το ενσωμάτωνα στη διδακτέα σχολική ύλη.
“Το νόημά σου, απτό, χαλάει
το που η γραφή σου αχνοκεντάει”
είναι η αγωνία του Μαλλαρμέ και η δική μου προηγούμενη πρώτη ματιά στα ποίηματα του κ.Σκληβανιώτη. Εδώ ο αναγνώστης αποχωρεί εφοδιασμένος με μια διαπίστωση βγαλμένη από την πείρα ενός ρέκτη της γραφής, ενός πολύτροπου εργάτη της γλώσσας που πραγματικά αχνοκεντάει. Η αίσθηση της ολότητας σε κάθε ποίημα είναι έντονη, δίνοντας σε μας μια στιβαρή αίσθηση κλασικού (ο Λούκατς θα ήταν ενθουσιασμένος αν και δεν πολυαγαπούσε την ποίηση).
Μπορεί ο τίτλος να είναι Τζαζ, η μουσική που ακούγεται όμως είναι κλασική (αν και μεγάλη σημασία στα ποίηματα του κ.Σκληβανιώτη παίζει ο Χώρος είτε ως Φύση είτε ως αρχιτεκτονική της ατμόσφαιρας).
κρίμα που δε θα μπορέσω να παρευρεθώ στην παρουσίαση. Εύχομαι καλή επιτυχία!
εύχομαι καλή επιτυχία απο καρδιάς!!!!
κρίμα που είμαι τόσο μακριά,..
Θα ήθελα να γράψω πολλά αλλά με κάλυψαν οι κκ Αραβανής και Παπαθανασίου. Εχει όμως μεγάλη σημασία και η άποψη του Γιώργου Μίχου.
Για την εξαιρετική βραδυά στον ΙΑΝΟ….Aκούγοντας τον κο Τσάγκα ν΄ απαγγέλλει Σκληβανιώτη συμφωνώ με τον κο Παστάκα στην άποψη του περί tango. Αλλά εκεί που ”ζήλεψα έως θανάτου” ήταν όταν ο Γ. Σκληβανιώτης ”έπαιξε” επί σκηνής μόνος του ανέκδοτα ποιήματα της επόμενης συλλογής του…… μου ήρθε να σηκωθώ και ν΄ απαγγείλω και γω χορεύοντας…. κι΄ ήμουν μ΄ ένα καφέ μόνο.
Και πάλι ευχατιστώ για το χώρο.